
Για την ανθολογία διηγημάτων «Το σημάδι του θηρίου και άλλες ιστορίες αποικιοκρατικού τρόμου» (επιλογή-μτφρ. Δημήτρης Λογοθέτης, εκδ. Μάγμα). Εικόνα: Ο πίνακας του Tshibumba Kanda-Matulu’s «Βελγική αποικία».
Γράφει ο Κώστας Δρουγαλάς
Από τα πρώτα κιόλας στάδιά της, η ευρωπαϊκή λογοτεχνία τρόμου συνδέθηκε στενά με την αποικιοκρατία. Ιδιαίτερα από τον 18ο αιώνα κι έπειτα, η ραγδαία αναπτυσσόμενη Βρετανική Αυτοκρατορία αποτέλεσε μια ανεξάντλητη πηγή ανατριχιαστικών και φρικαλέων «άλλων». Έτσι, στη λογοτεχνία τρόμου παρεισφρέουν νέα «σκοτάδια»: της φυλής, του τοπίου, της ερωτικής επιθυμίας και της απόγνωσης1.
Η ανθολογία Το σημάδι του θηρίου και άλλες ιστορίες αποικιοκρατικού τρόμου (επιλογή-μτφρ. Δημήτρης Λογοθέτης, εκδ. Μάγμα, 2026) περιλαμβάνει έξι διηγήματα γραμμένα μεταξύ 1862 και 1938. Από τις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν διάσημοι λογοτέχνες όπως ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, ο Χ. Τζ. Γουέλς και ο Ρόμπερτ Χάουαρντ, αλλά και λιγότερο γνωστοί συγγραφείς της εποχής, οι οποίοι άφησαν το αποτύπωμά τους στη λογοτεχνία τρόμου της εποχής, κυρίως μέσα από λαοφιλή pulp περιοδικά υπερφυσικού τρόμου όπως ήταν το Weird Tales.
Στην ιστορία του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ που δίνει τον τίτλο στην ανθολογία, ένας μεθυσμένος Άγγλος τρίβει την καύτρα του πούρου στο ομοίωμα του Χανουμάν, του θεού-πιθήκου της ινδικής μυθολογίας· στο διήγημα του X. Τζ. Γουέλς, «Ο Πόλλοκ και ο ιερέας του Πόρρω», ένας ιδιοτελής κι ανήθικος άντρας καταδιώκεται από το ασώματο κεφάλι ενός μάγου-ιερέα· στο «Λακάντου» του Έντουαντ Λούκας Γουάιτ, ένας Άγγλος τυχοδιώκτης καταφεύγει στο Κονγκό, όπου έρχεται σε σύγκρουση με έναν μάγο-θεραπευτή· στα «Χείλη» του Χένρι Γουάιτχεντ, ο καπετάνιος ενός δουλεμπορικού κακοποιεί μία σκλάβα λεχώνα· στα «Περιστέρια από την κόλαση» του Ρόμπερτ Ε. Χάουαρντ, δύο τουρίστες από τη Νέα Αγγλία βρίσκουν καταφύγιο σε μια εγκαταλελειμμένη έπαυλη στον αμερικανικό Νότο – σύντομα θα καταλάβουν πως δεν είναι μόνοι τους στο σπίτι· τέλος, στο ανώνυμο διήγημα «Η ψυχή της μούμιας», ένας Αμερικανός αρχαιοδίφης κλέβει μία ταριχευμένη μύγα από το εσωτερικό αιγυπτιακού αγγείου.
Με μία πρώτη, επιφανειακή ανάγνωση, τα έξι διηγήματα φαίνεται να περιστρέφονται γύρω από το τραύμα των ηρώων τους, όταν αυτοί έρχονται αντιμέτωποι με το άγνωστο, το αχαρτογράφητο και το αταξινόμητο της ανθρώπινης συνθήκης. Άλλωστε, αυτή υπήρξε και η αρχική ώθηση για τη διεύρυνση του πεδίου της λογοτεχνίας τρόμου: η συνάντηση του υποκειμένου με κάτι που υπερβαίνει την αντίληψή του. Με άλλα λόγια, τα κείμενα αντανακλούν τις δημόσιες ανησυχίες γύρω από την έννοια του «ξένου» και του «άλλου», οι οποίες εκδηλώνονται ως φόβος κι ανασφάλεια απέναντι σε ό,τι απειλεί να παραμορφώσει ή να διαβρώσει την προσωπική κι εθνική ταυτότητα.
Το σύνθετο τραύμα της αποικιοκρατίας
Ωστόσο, η λογοτεχνία τρόμου -όπως και κάθε λογοτεχνικό είδος- μεταβάλλεται μέσα στη ροή του χρόνου. Σήμερα γνωρίζουμε, μέσα από την ιστορική εμπειρία, πως το αποικιοκρατικό τραύμα αφορά πρωτίστως τους αυτόχθονες πληθυσμούς. Έναν αιώνα μετά τη συγγραφή αυτών των ιστοριών, γίνεται φανερό πόσο η ανάπτυξη των μετα-αποικιακών σπουδών και της θεωρίας φύλου μάς έχουν βοηθήσει να αντιληφθούμε το πραγματικό αποτύπωμα του τρόμου.
Ο Δημήτρης Λογοθέτης, ανθολόγος και μεταφραστής του βιβλίου, αναφέρει σχετικά στην εισαγωγή της ανθολογίας: «Μολονότι οι ιστορίες προέρχονται από μια εποχή όπου η ρατσιστική ρητορική ήταν κοινός τόπος, σκοπός του απανθίσματος δεν είναι να την αναπαράγει. Αντιθέτως, επιχειρεί να την καταδείξει, να φέρει στο φως τη βία της αποικιοκρατίας και να τη θέσει υπό εξέταση, διαλύοντας την αυταπάτη μιας αθώας λογοτεχνικής κληρονομιάς».
Πρόκειται, τελικά, για ένα μακρύ, αυτογνωσιακό ταξίδι στο σκοτάδι της εσωτερικής νύχτας του ίδιου του δυτικού πολιτισμού.
Εξίσου ενδιαφέρον στοιχείο της ανθολογίας αποτελεί και η παρουσία της έμφυλης βίας, η οποία εμφανίζεται στις μισές από τις ιστορίες, λειτουργώντας ως ακόμη μία έκφανση της αποικιοκρατικής εξουσίας και της βίαιης επιβολής πάνω στα σώματα των «άλλων».
Το παρόν βιβλίο συνιστά μία ιδιαίτερα γενναία κι απαιτητική εκδοτική προσπάθεια, καθώς τα διηγήματα προσφέρονται για επανανάγνωση μέσα από μια σύγχρονη και νηφάλια ματιά. Όλα είναι προσεκτικά δομημένα κι επιμελημένα -ιδίως τα παρακειμενικά στοιχεία (η εισαγωγή, οι υποσελίδιες σημειώσεις, η λιτή εικονογράφηση και το κατατοπιστικό επίμετρο)-, ώστε να υπηρετούν τον σκοπό της έκδοσης: να φωτίσουν μία από τις σκοτεινότερες περιόδους του δυτικού πολιτισμού, όπου η καταπίεση, η έμφυλη βία και οι ρατσιστικές πρακτικές θεωρούνταν αυτονόητες. Πρόκειται, τελικά, για ένα μακρύ, αυτογνωσιακό ταξίδι στο σκοτάδι της εσωτερικής νύχτας του ίδιου του δυτικού πολιτισμού.
*O ΚΩΣΤΑΣ ΔΡΟΥΓΑΛΑΣ είναι καθηγητής και συγγραφέας. Τελευταίο του βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Από πού έρχεται η νύχτα» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης).
1Lizabeth Paravisini-Gebert, “Colonial and postcolonial Gothic: the Carribean”, στο Gothic fiction, Jerrold E. Hogle (ed.), Cambridge University Press, 2006, σελ. 229.
Απόσπασμα από το βιβλίο:
«Μήπως ήταν ο Μπάκνερ αυτός που ανέπνεε δίπλα του, με μια στενή λωρίδα σκοταδιού να τους χωρίζει; Ή το τέρας είχε ήδη χτυπήσει στη σιγαλιά και είχε πάρει τη θέση του σερίφη, ξαπλωμένο και γεμάτο μακάβρια αγαλλίαση, έτοιμο να χτυπήσει ξανά; Χιλιάδες φρικτές φαντασιώσεις έπληξαν τον Γκρίζγουελ, βυθίζοντας στο πνεύμα του νύχια και δόντια.
»Νόμιζε ότι θα έχανε το μυαλό του, αν δεν σηκωνόταν πάνω, ουρλιάζοντας και πηδώντας σε κατάσταση μανίας, τρέχοντας μακριά από το καταραμένο σπίτι –ούτε ο φόβος της κρεμάλας δεν μπορούσε να τον κρατήσει άλλο ξαπλωμένο στο σκοτάδι–, όταν ο ρυθμός της αναπνοής του Μπάκνερ ξαφνικά διακόπηκε και ο Γκρίζγουελ ένιωσε να τον λούζει ένας κουβάς με πάγο. Γιατί κάπου στον επάνω όροφο ακούστηκε ο ήχος ενός παράξενου, γλυκού σφυρίγματος…»























