
Για το μυθιστόρημα του Γκαέλ Φάιγ (Gaël Faye) «Τζακαράντα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, σε εξαιρετική μετάφραση του Γιάννη Στρίγκου. Μια λογοτεχνική αποτύπωση του διαγενεακού τραύματος από τη γενοκτονία στη Ρουάντα.
Γράφει η Χριστίνα Μουκούλη
«Δεν είναι δυνατόν να καταλάβουμε ποιοι είμαστε αν δεν ξέρουμε από πού ερχόμαστε» σημειώνει ο συγγραφέας Γκαέλ Φάιγ στο μυθιστόρημά του Τζακαράντα. Αν δεν ξέρουμε τη ρίζα του δέντρου της ζωής μας, δεν μπορούμε να ψηλώσουμε, να ανθίσουμε, να βγάλουμε καρπούς. Το να γνωρίζουμε την καταγωγή μας είναι απαραίτητο στοιχείο για τη διαμόρφωση της ταυτότητάς μας. Η γνώση αυτή μας παρέχει ένα αίσθημα ασφάλειας που βοηθάει στην επιλογή της πορείας που θα ακολουθήσουμε. Τι γίνεται όμως όταν οι δικοί μας άνθρωποι αρνούνται να μας πουν την ιστορία τους;
Μπορεί η σιωπή να σε προστατέψει από το παρελθόν;
Ο Μιλάν γεννιέται και μεγαλώνει στη Γαλλία, από πατέρα Γάλλο και μητέρα Αφρικανή. Στην αρχή του βιβλίου, ο δωδεκάχρονος τότε Μιλάν, αστειευόμενος, αποδίδει την αποτυχία του στα μαθήματα, στον πόλεμο που λαμβάνει χώρα στην πατρίδα καταγωγής της μητέρας του. Γνωρίζει όμως ελάχιστα πράγματα για τη χώρα αυτή, τη χώρα του μελιού και του γάλακτος, τη χώρα των χιλίων λόφων, των ιερών αγελάδων και του θεού Ιμάνα, τη Ρουάντα. Όλα όσα γνωρίζει ο Μιλάν γι’ αυτή τη μικρή, πανέμορφη, αλλά τόσο ταλαιπωρημένη χώρα, περιορίζονται στις εικόνες βίας και καταστροφής που μεταδίδει η τηλεόραση στο σαλόνι του σπιτιού τους. Παρά τις ερωτήσεις του, η μητέρα του αρνείται να μιλήσει για την πατρίδα της και για τα βιώματά της εκεί, τονίζοντας ότι δεν έχει νόημα να σκαλίζει κανείς το παρελθόν.
Η πρώτη επαφή με το συγγενικό περιβάλλον της μητέρας του γίνεται όταν έρχεται από τη Ρουάντα ο επίσης δωδεκάχρονος Κλοντ, τραυματισμένος και ταλαιπωρημένος, και φιλοξενείται για ένα διάστημα στο σπίτι τους. Ο Μιλάν είναι πολύ ευτυχισμένος με αυτή τη συγκατοίκηση, η οποία όμως δεν κρατάει πολύ. Μερικά χρόνια αργότερα, η μητέρα του, μετά από εικοσιπέντε χρόνια απουσίας, ταξιδεύει στη Ρουάντα και ο Μιλάν τη συνοδεύει. Στο ταξίδι αυτό, ο έφηβος πια Μιλάν, ξανασυναντά τον Κλοντ, γνωρίζει τη γιαγιά του, έρχεται σε επαφή με τον τρόπο ζωής των συγγενών του. Και, από μια βαθιά εσωτερική ανάγκη, κάνει το συγκεκριμένο ταξίδι ξανά και ξανά, παρά τις παροτρύνσεις της μητέρας του για το αντίθετο.
Η συνέχιση του τραύματος από γενιά σε γενιά
1959, 1961, 1963, 1973, είναι χρονιές στις οποίες οι διαμάχες ανάμεσα στις φυλές των Χούτου και των Τούτσι κατέληγαν στους διωγμούς και στη θανάτωση των τελευταίων, με αποκορύφωμα τη γενοκτονία του 1994, κατά την οποία πάνω από 500.000 Τούτσι έχασαν τη ζωή τους. Τέσσερις γενιές σημαδεύτηκαν από αυτόν τον πόλεμο ανάμεσα στις δύο φυλές. Κάποιοι κατάφεραν να επιζήσουν καταφεύγοντας σε γειτονικές χώρες.
Όμως κανείς από τους επιζήσαντες δεν μιλάει για το παρελθόν. Αφού περάσει καιρός και υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες, θα καταφέρουν με δυσκολία να μιλήσουν για τον εμφύλιο, για τους διωγμούς, για το χωρίς λόγο μίσος, για τους ομαδικούς τάφους, για τα σφαγιασμένα παιδιά, για τον φανατισμό και την απερίγραπτη αγριότητα των διωκτών, για τον άδικο χαμό αμέτρητων ψυχών. Θα μιλήσουν για την ανήκουστη οδύνη και την ακραία βία που έζησαν, και ο Μιλάν θα μάθει επιτέλους όλα εκείνα από τα οποία η μητέρα του φρόντιζε επιμελώς να τον προστατέψει. Και τότε θα συνειδητοποιήσει ότι ο πόνος και το τραύμα των προγόνων του συνεχίζει να είναι παρόν, το παρελθόν είναι ακόμα εδώ, η γενοκτονία είναι ακόμα σε εξέλιξη. Το τραύμα είναι ακόμα ζωντανό, τον αφορά άμεσα και του ζητά να πάρει θέση.
Η ιστορία ενός τόπου
Μέσα από τις ιστορίες των συγγενικών του προσώπων ο συγγραφέας συνθέτει την ιστορία του τόπου του, ενός τόπου μαρτυρικού, που έχει υποστεί τις τραγικές συνέπειες τόσο του πολέμου όσο και της ανοικοδόμησης που ακολούθησε. Υπέστη επίσης τις συνέπειες του αποικισμού, ο οποίος διοχέτευε μεθοδικά και για προφανείς λόγους, το δηλητήριο του διχασμού και του εθνοτισμού.
Ισότιμο ρόλο με τα πρόσωπα του βιβλίου έχει και η τζακαράντα, το δέντρο με τα πανέμορφα άνθη, που βρίσκεται στην αυλή του σπιτιού της Εζεμπί, της φίλης της μητέρας του Μιλάν.
Με την αμεσότητα της πρωτοπρόσωπης αφήγησης και με περιγραφές που καθηλώνουν, ο συγγραφέας μιλά για τη μητέρα του, που ζει φορτωμένη με ενοχές και επιλέγει τη σιωπή ως ασπίδα προστασίας από το παρελθόν, μιλά για τα κρυμμένα μυστικά, μιλά για τον πόνο και την απώλεια, για το ατομικό και συλλογικό τραύμα, το οποίο ασυνείδητα μεταπηδά στις επόμενες γενιές, για την έστω κι αργά απόδοση δικαιοσύνης, για τη δυνατότητα συγχώρεσης, ομόνοιας και συμφιλίωσης.
Ισότιμο ρόλο με τα πρόσωπα του βιβλίου έχει και η τζακαράντα, το δέντρο με τα πανέμορφα άνθη, που βρίσκεται στην αυλή του σπιτιού της Εζεμπί, της φίλης της μητέρας του Μιλάν. Είναι το δέντρο με τις βαθιές ρίζες που αντέχει τις δυσκολίες, που υψώνει τα κλαδιά του προς τον ήλιο και χαρίζει απλόχερα τη σκιά του. Είναι το δέντρο στο οποίο σκαρφαλώνει η μικρή Στέλλα, και που δένεται υπερβολικά μαζί του παρά το γεγονός ότι αγνοεί αρχικά το τι είναι θαμμένο στις ρίζες του, και που καταρρέει συναισθηματικά, όταν η μητέρα της βάζει να το κόψουν. Είναι το δέντρο που συμβολίζει τη δύναμη και την ανθεκτικότητα, την αλύγιστη θέληση για ζωή.
Γιατί τελικά, αυτό που δεν περιγράφεται με λόγια δεν είναι μόνο η βιαιότητα της γενοκτονίας, είναι και η δύναμη που βρίσκουν οι επιζήσαντες για να συνεχίσουν τη ζωή τους παρόλα όσα έγιναν.
* Η ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΜΟΥΚΟΥΛΗ είναι συγγραφέας και εκπαιδευτικός.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Όλοι τους παιδιά καλών οικογενειών, μιλούσαν τρεις γλώσσες, με διπλώματα από τα ίδια σχολεία, παιδιά-πρότυπα μιας κοινωνίας που προσπαθούσε να είναι “μετα-εθνοτική”. Εκπροσωπούσαν την ελάχιστη μειονότητα εκείνων που μία μέρα θα ‘φευγαν να σπουδάσουν στο εξωτερικό, εξάγοντας τις αξίες της χώρας, για να γίνουν πρέσβεις μιας περίπλοκης ιστορίας που πολύ λίγοι ανάμεσά τους γνώριζαν πραγματικά. Στις δεξιώσεις και στα δείπνα της πόλης, μπροστά σε αδαείς συνομιλητές, θα καλούνταν να εξηγήσουν τα αίτια της γενοκτονίας, τη διαφορά ανάμεσα στους Χούτου και τους Τούτσι, τις συγκρούσεις στο νότιο και το βόρειο Κίβου. Δε θα μπορούσαν ποτέ να είναι ο εαυτός τους χωρίς συνέπειες, η χώρα θα βρισκόταν πάντοτε εκεί παρούσα για να τους θυμίζει την ύπαρξή της σαν σχολαστικός κηδεμόνας.»
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Γκαέλ Φάιγ γεννήθηκε το 1982 στο Μπουρούντι. Από το 1994, μετά το ξέσπασμα του εμφύλιου πολέμου στη χώρα, ζει στη Γαλλία. Στα εφηβικά του χρόνια αρχίζει να ασχολείται με τη ραπ και το χιπ χοπ και το 2008 ξεκινά την καριέρα του στη μουσική. Σήμερα είναι ένας από τους πιο επιτυχημένους μουσικούς του είδους του στη Γαλλία.
![]() |
|
© JF Paga |
Το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο Μικρή πατρίδα (μτφρ. Γιάννης Στρίγκος, εκδόσεις Πατάκη, 2017) τιμήθηκε το 2016 με τα βραβεία Goncourt des lyceens και FNAC. Μεταφράστηκε σε περισσότερες από 40 γλώσσες, πούλησε περισσότερα από 17 εκατομμύρια αντίτυπα διεθνώς και το 2020 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο σε σκηνοθεσία Ερίκ Μπαρμπιέ.
Το δεύτερο μυθιστόρημά του με τίτλο Τζακαράντα (μτφρ. Γιάννης Στρίγκος, εκδόσεις Πατάκη, 2026) πρωτοκυκλοφόρησε στα γαλλικά το 2024 και την ίδια χρονιά τιμήθηκε με το Βραβείο Renaudot. Το 2025 απέσπασε το βραβείο Choix Goncourt de la Grece που απονέμει το Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος. Στους πρώτους τρεις μήνες μετά την έκδοσή του είχε πουλήσει πάνω από 160 χιλιάδες αντίτυπα και μεταφράζεται σε περισσότερες από 20 γλώσσες.























