
Για το μυθιστόρημα του Γκαέλ Φάιγ (Gaël Faye) «Τζακαράντα» (μτφρ. Γιάννης Στρίγκος, εκδ. Πατάκη). Εικόνα: Δεκατετράχρονος επιζών της γενοκτονίας των Τούτσι. © Unicef
Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου
Ο Γκαέλ Φάιγ πρωτοσυστήθηκε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό με το μυθιστόρημά του Μικρή πατρίδα (μτφρ. Γιάννης Στρίγκος, εκδόσεις Πατάκη, 2017). Μέσα από μια πληθώρα αυτοβιογραφικών στοιχείων, ο Φάιγ ανασυστήνει τη ζωή του στο Μπουρουντί, με τον πρωταγωνιστή του, Γκαμπριέλ, να αφηγείται τις ανατροπές που βίωσε σε οικογενειακό επίπεδο με το διαζύγιο των γονιών του και όσα συντελέστηκαν λόγω του εμφυλίου πολέμου μεταξύ των φυλών Χούτου και Τούτσι. Η γενοκτονία των Τούτσι θα βρεθεί στο επίκεντρο του μυθιστορήματός του Τζακαράντα που πρόσφατα κυκλοφόρησε και αυτό από τις εκδόσεις Πατάκη, επίσης σε μετάφραση του Γιάννη Στρίγκου.
Το 1973, η μητέρα του αφηγητή φτάνει στη Γαλλία από την Ρουάντα. Λίγα χρόνια αργότερα θα παντρευτεί τον Γάλλο πατέρα του και ο τόπος καταγωγής της δεν θα απασχολήσει την οικογένειά τους αφού η ίδια δεν αναφέρεται ποτέ στη χώρα της, στην εκεί οικογένειά της και στο παρελθόν της. Η Ρουάντα θα μπει στη ζωή του έφηβου Μιλάν από την τηλεόραση. Ο εμφύλιος πόλεμος με τις φρικαλεότητες και τις σκηνές βίας θα εισβάλει στη ζωή τους ωθώντας τη μητέρα του σε ερμητική σιωπή και τον Μιλάν σε πρωτόγνωρα αισθήματα σωματοποιημένης ψυχικής αναστάτωσης και άλγους. Όσα παρακολουθεί στην τηλεοπτική αναμετάδοση τον καταβάλλουν ψυχολογικά ενώ νιώθει ένα προαίσθημα για όσα η μοίρα του επιφυλάσσει.
Στα τέλη του καλοκαιριού του 1994, μετά τη γενοκτονία των Τούτσι στη Ρουάντα, ένα μικρό αγόρι θα εγκατασταθεί στο σπίτι τους. Η μητέρα του θα το συστήσει ως ανιψιό της από την Ρουάντα. Το τρομαγμένο αυτό παιδί, κουβαλώντας τις βαναυσότητες που έζησε στη χώρα του, τόσο στο τραυματισμένο σώμα όσο και στην ψυχή του, θα γίνει ο αδελφός που πάντα ο Μιλάν επιθυμούσε. Τα δύο αγόρια θα έρθουν κοντά σαν πραγματικά αδέρφια, ώσπου ξαφνικά ο Κλοντ θα επιστρέψει στην πατρίδα του. Τα χρόνια κυλούν και οι γονείς του Μιλάν τον ενημερώνουν πως αποφάσισαν να πάρουν διαζύγιο. Είναι 1998, τέσσερα χρόνια μετά τη σύντομη παραμονή του Κλοντ στο σπίτι τους, όταν η μητέρα του τού ανακοινώνει πως επιθυμεί να τη συνοδέψει στην Ρουάντα. Εκεί θα συναντήσει την οικογένεια που είχε αφήσει πίσω το 1973 και τον Κλοντ που τώρα πια είναι έφηβος όπως και εκείνος.
Η Ρουάντα
Με τη μητέρα του θα επισκεφτούν την Εζεμπί, φίλη της από παλιά, η οποία είχε μόλις γεννήσει τη Στέλλα, ένα μωρό οκτώ ημερών. Το βρέφος χαμογελάει για πρώτη φορά όταν ο Μίλαν την παίρνει στην αγκαλιά του. Θα γνωρίσει και την υπέργηρη γιαγιά Ροζαλί που μένει μαζί τους. Η παραμονή του στη Ρουάντα θα του αποκαλύψει όσα η μητέρα του αδυνατούσε να αναφέρει για τις ρίζες της, τον τόπο της, που καταδυνάστευσε ο πόλεμος και η αποικιοκρατία.
Οι αφηγήσεις της Ροζαλί ξετυλίγουν την ιστορία τεσσάρων γενεών, αναπαριστώντας τα δεινά αυτού του άλλοτε άγνωστου για τον Μιλάν κόσμου.
Ο Μιλάν θα επισκεφτεί και άλλες φορές τη Ρουάντα. Οι δεσμοί που θα δημιουργήσει με τον Κλοντ και άλλους ανθρώπους εκεί, όπως και αυτός με τη Στέλλα, είναι τα κυριότερα θέματα του μυθιστορήματος. Στις ρίζες της μωβ Τζακαράντα, στην αυλή του σπιτιού της Εζεμπί, βρίσκεσαι η ιστορία της οικογένειάς της. Στα κλαδιά αυτού του δέντρου σκαρφαλώνει η μικρή Στέλλα όταν αποζητά ηρεμία και καταφύγιο.
Οι αφηγήσεις της Ροζαλί ξετυλίγουν την ιστορία τεσσάρων γενεών, αναπαριστώντας τα δεινά αυτού του άλλοτε άγνωστου για τον Μιλάν κόσμου. Από το 1895, που ήρθε στη ζωή, μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα, όλες οι αλλαγές της χώρας της ήταν συνυφασμένες με τη δική της διαδρομή. Και στο Τζακαράντα, ο Φάιγ ενσωματώνει στοιχεία από την δική του οικογενειακή ιστορία. Η αφηγηματική δομή ακολουθεί τον σταδιακό τελειωμό της χρόνιας αποσιώπησης των τραυματιών εμπειριών.
Ερευνώντας μια γενοκτονία
Ο Μιλάν επιστρέφει στη Ρουάντα σε ηλικία είκοσι τριών ετών για να εξερευνήσει την ιστορία της και τις επιπτώσεις του εμφυλίου στη νέα γενιά. Αποφασίζει η διατριβή του στη νομική να έχει θέμα τα λαϊκά δικαστήρια που είχε στήσει η κυβέρνηση της Ρουάντα για να κριθούν τα εγκλήματα της γενοκτονίας. Μέσα από μαρτυρίες που συλλέγει θα βρεθεί μπροστά στην ανελέητη καταδίωξη των Τούτσι από τους Χούτου, τις σφαγές, τους βιασμούς, τις λεηλασίες και τις αρπαγές των σπιτιών και της γης τους. Θα ανακαλύψει τη συνενοχή των γειτόνων που είτε παρέμειναν σιωπηλοί και δεν αντέδρασαν είτε συμμετείχαν στον εντοπισμό και την δολοφονία των ανθρώπων που μέχρι πρότινος μοιράζονταν τον ίδιο τόπο.
Η εγκιβωτισμένη διήγηση της Ροζαλί χωρά το σαγκα των τεσσάρων γενεών της οικογένειάς της.
Στη Ρουάντα οι Χούτου και οι Τούτσι ανήκαν σε διαφορετικά κοινωνικά στρώματα. Ο διαχωρισμός αυτός ενισχύθηκε από τους Γερμανούς και Βέλγους αποικιοκράτες, οξύνοντας τις διενέξεις μεταξύ των δύο αυτών εθνοτικών ομάδων της χώρας. Το 1959 δεκάδες χιλιάδες Τούτσι δολοφονούνται από τους Χούτου και 150.000 θα εξοριστούν σε γειτονικές χώρες. Το 1972 200.000 Χούτου θα βρουν τραγικό θάνατο από το στρατό στο Μπουρουντί.
Τη δεκαετία του 1990 νέα ένταση ξεσπά και θα καταλήξει στη γενοκτονία περίπου 800.000 Τούτσι. Ανάμεσά τους και ελάχιστοι Χούτου που δεν συμφωνούσαν με τις βιαιοπραγίες και τον αφανισμό των συμπατριωτών τους. Η εγκιβωτισμένη διήγηση της Ροζαλί χωρά το σαγκα των τεσσάρων γενεών της οικογένειάς της. Μέσα από τις αναμνήσεις της στοιχειοθετείται η ιστορική αναδρομή κατά τους δύο τελευταίους αιώνες στην Ρουάντα. Όλη η ιστορία της χώρας μεταφέρεται στους αναγνώστες μέσα από τις αναμνήσεις της Ροζαλί, την οποία συμπληρώνει η εξομολόγηση της Εζεμπί, και από την οικογενειακή ιστορία του Κλοντ. Όλες οι αφηγήσεις δομούν την ολοκληρωμένη τοιχογραφία της χώρας τους, μια απεικόνιση βαμμένη με το αίμα των αθώων.
Το τραύμα στη λογοτεχνία
Το τραύμα της γενοκτονίας αποτυπώνεται στη λογοτεχνία από αφηγήσεις εμπειριών των επιζώντων. Οι μαρτυρίες συνδυάζονται με πραγματικά ιστορικά γεγονότα και μεταπλάθονται σε μυθιστορία. Απαραίτητες είναι οι λογοτεχνικές τεχνικές που υπερβαίνουν τις συμβατικές αφηγηματικές μορφές, προκειμένου να αποδώσουν τις ψυχολογικές και συναισθηματικές διαστάσεις της τραυματικής εμπειρίας. Μέσα από τον κατακερματισμό, τη μη γραμμική αφήγηση και τη συμβολική γλώσσα, η λογοτεχνία επιδιώκει όχι μόνο να απεικονίσει το τραύμα αλλά και να ενσωματώσει τις επιπτώσεις του.
Η ένταση βρίσκεται στα κενά, στην απουσία, στον δισταγμό.
Οι αναδυόμενες τραυματικές αναμνήσεις είναι συχνά αποσπασματικές και ασυνεχείς. Τα λογοτεχνικά κείμενα αντικατοπτρίζουν αυτή τη συνθήκη, παρουσιάζοντας τα γεγονότα σε θραύσματα αντί για μια συνεχή ροή. Η οδύνη και το πένθος, οι επιπτώσεις που κληροδοτούν οι επιζώντες τους απογόνους τους, γεφυρώνουν το παρελθόν με το παρόν. Η αποσπασματικότητα των αφηγήσεων, με το ενδιάμεσα κενά, σηματοδοτούν την αδυναμία αναπαράστασης των τραγικών γεγονότων στην πληρότητά τους. Το ανολοκλήρωτο της διήγησης, όσα μένουν ανείπωτα, οι ασυνέχειες στη γραμμική εξέλιξη, υπογραμμίζουν τη δραματική υπόσταση του βιώματος. Η ένταση βρίσκεται στα κενά, στην απουσία, στον δισταγμό. Η βαναυσότητα δεν παίρνει ολοκληρωμένη μορφή, όχι επειδή δεν υπάρχουν οι λέξεις να την περιγράψουν, μα επειδή το μέγεθος παραμένει ασύλληπτο και η οποιαδήποτε απόπειρα να χαρακτηριστεί ή να καταστεί η αποτύπωσή της άρτια ενέχει το στοιχείο αποδυνάμωσης και υποβάθμισής της.
Στη γραφή του Φάιγ διακρίνουμε ευαισθησία στη διαχείριση του τραύματος, σεβασμό όχι μόνο για τους επιζώντες και τους απογόνους τους αλλά και για όσους αντιστάθηκαν και αντέδρασαν στη γενοκτονία. Βάζοντας στο κέντρο τον άνθρωπο και τις συνέπειες που συνδέονται με το διαγενεακό τραύμα, η συλλογική μνήμη λειτουργεί θεραπευτικά.
*Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ είναι αρθρογράφος.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Γκαέλ Φάιγ γεννήθηκε το 1982 στο Μπουρούντι. Από το 1994, μετά το ξέσπασμα του εμφύλιου πολέμου στη χώρα, ζει στη Γαλλία.
Στα εφηβικά του χρόνια αρχίζει να ασχολείται με τη ραπ και το χιπ χοπ και το 2008 ξεκινά την καριέρα του στη μουσική. Σήμερα είναι ένας από τους πιο επιτυχημένους μουσικούς του είδους του στη Γαλλία. Το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο Μικρή πατρίδα (μτφρ. Γιάννης Στρίγκος, εκδόσεις Πατάκη, 2017) τιμήθηκε το 2016 με τα βραβεία Goncourt des lyceens και FNAC. Μεταφράστηκε σε περισσότερες από 40 γλώσσες, πούλησε περισσότερα από 17 εκατομμύρια αντίτυπα διεθνώς και το 2020 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο σε σκηνοθεσία Ερίκ Μπαρμπιέ.
![]() |
|
© JF Paga |
Το δεύτερο μυθιστόρημά του με τίτλο Τζακαράντα (μτφρ. Γιάννης Στρίγκος, εκδόσεις Πατάκη, 2026) πρωτοκυκλοφόρησε στα γαλλικά το 2024 και την ίδια χρονιά τιμήθηκε με το Βραβείο Renaudot. Το 2025 απέσπασε το βραβείο Choix Goncourt de la Grece που απονέμει το Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος. Στους πρώτους τρεις μήνες μετά την έκδοσή του είχε πουλήσει πάνω από 160 χιλιάδες αντίτυπα και μεταφράζεται σε περισσότερες από 20 γλώσσες.

























