
Για το μυθιστόρημα του Χέρμαν Μπροχ (Hermann Broch) «Ο θάνατος του Βιργίλιου» (μτφρ. Σοφία Αυγερινού, εκδ. Έρμα). Εικόνα: Ο Μπροχ.
Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης
Κάποια έργα τέχνης παραμένουν δυσπρόσιτα, ακόμα κι απρόσιτα, στο ευρύ αναγνωστικό κοινό. Εντούτοις, κάποιος θα μπορούσε να περιγράψει με λίγα λόγια και σαφήνεια την πλοκή τους. Εν προκειμένω, το βιβλίο του Χέρμαν Μπροχ με χαρακτηριστικό τίτλο Ο θάνατος του Βιργιλίου (μτφρ. Σοφία Αυγερινού, εκδ. Έρμα) συνοψίζεται στα εξής ολίγα: ο μεγάλος Λατίνος ποιητής έχει επιστρέψει στο λιμάνι του Βρενδήσιου από την Αθήνα, συνοδεύοντας τον καίσαρα Οκταβιανό Αύγουστο, ο οποίος πρόκειται να γιορτάσει τα γενέθλιά του στη Ρώμη. Μαζί του, ο Βιργίλιος μεταφέρει το ανολοκλήρωτο χειρόγραφο της «Αινειάδας» του. Ο ποιητής, διαβάζουμε, δεν θα καταφέρει να φτάσει ποτέ στην Αιώνια Πόλη. Θα συναντήσει τον θάνατο στο Βρενδήσιο, εν μέσω αγαπημένων φίλων και του Καίσαρα, στον οποίο θα παραδώσει το έπος του, το οποίο αρχικά σκεφτόταν να καταστρέψει ως ανολοκλήρωτο κι ανάξιο προσφοράς στους ανθρώπους. Οι τελευταίες σελίδες περιγράφουν τον θάνατο του ποιητή. Τι είναι λοιπόν εκείνο που καθιστά το έργο ερμητικό ή δυσνόητο, μόνιμη πρόκληση στη διάνοια του ενεργητικού αναγνώστη;
Το έργο
Εν αρχή, ο ποιητής (άρα κι ο συγγραφέας) που πεθαίνει με διπλό θάνατο: αφενός τον δικό του, αλλά και τον άλλο, τον ευρύτερο, που περιλαμβάνει την ανθρωπότητα. Το αμάρτημά του, η αλαζονεία του, είναι πως το γνωρίζει αυτό, αλλά την ίδια στιγμή η εγωιστική του πράξη καθαίρεται αφού ενδύεται την καλλιτεχνική της φορεσιά. Ως αποτέλεσμα, το αναπόφευκτο καθίσταται, μέσω της ανοικείωσης, ποιητική πράξη, δοξαστική του πεπερασμένου, ένα «Χαίρε!» που απευθύνεται στο Πουθενά. Εκεί εδράζεται η αξία της τέχνης, του μοναδικού φαρμάκου (ενίοτε φαρμάκι) απέναντι στη θνητότητα που καταστρέφει τον άνθρωπο και τα έργα του. Έργο θνητών και η τέχνη, θα αντιτείνει εριστικά ο καχύποπτος, κι αυτή καταστρέφεται, λησμονείται όπως όλα τα ανθρώπινα. Κι όμως, η παρηγορητική της διάσταση έχει τη δύναμη να καταστήσει το προηγηθέν λογικό επιχείρημα ανενεργό, αφού κείται εκτός του καθημερινού ορίζοντα συμβάντων, επικαλούμενη το μεταφυσικό ή το άρρητο που δεν επιδέχονται κατηγοριοποίησης.
Τέτοιο έργο είναι Ο θάνατος του Βιργιλίου. Ένα λογοτέχνημα κι η άρνησή του, ο θάνατος κι η άρνησή του. Ξέρουμε ότι ουδείς πεθαίνει με τον τρόπο που περιγράφει ο Μπροχ κι αυτή είναι μια σύμβαση που ο αναγνώστης έχει αποδεχτεί εξαρχής. Κανενός το επιθανάτιο παραλήρημα δεν διαθέτει τη διαύγεια, το διανοητικό εκπέτασμα, την πληρότητα και την οξύνοια που διαπερνά κάθετα κι οριζόντια τις σελίδες αυτές. Ο Μπροχ δοξάζει τη ζωή και την τέχνη βάζοντας τον ήρωά του να αφήνει τα εγκόσμια, κάνοντάς μας κοινωνούς της αγωνίας του. Ως προς αυτό απέχουμε πολύ από τους παραληρηματικούς μονολόγους τύπου Μπέκετ, όπου υμνείται το τέλος και το ατελέσφορο της ύπαρξης. Ο Μπροχ δεν υπήρξε τέτοιος συγγραφέας κι άνθρωπος. Γνωρίζουμε από την αγαπημένη του φίλη του Χάνα Άρεντ πως η τέχνη, η λογοτεχνία ήταν για εκείνον ένα μέσο για έναν συγκεκριμένο σκοπό κι όχι απλά μια άσκηση καθ’ εαυτήν. Γράφει η Άρεντ, ενδεικτικά, για τον φίλο της ότι απαιτούσε από τη λογοτεχνία να διαθέτει την εγκυρότητα της επιστήμης σε μια καθαγιασμένη «ολότητα του κόσμου», οπότε τέχνη και γνώση να περικλείουν και να εμπεριέχουν την καθημερινή δραστηριότητα του ανθρώπου.
Ξαναβρίσκουμε μπροστά μας τη θεμελιώδη αντίφαση των πνευματικών ανθρώπων: ιδέες vs τέχνη. Ακόμα κι αν ο ίδιος ο Μπροχ αρνείτο μετά βδελυγμίας τον διαχωρισμό αυτόν, προκρίνοντας το έργο του σε φορέα ιδεών και συνεπακόλουθα, πράξης, αυτό δεν συνεπάγεται ότι ο αναγνώστης μιας άλλης εποχής χρειάζεται να υπακούσει στα κελεύσματά του ή να σπεύσει να πραγματώσει τη βούληση του συγγραφέα. Φοβάμαι ότι η ζωή, ο χρόνος, έχει στερήσει τη διάσταση αυτή από το έργο του, εξαλείφοντας την αντίφαση, χωρίς όμως να καταστήσει ανενεργό το βιβλίο, ως ένα ακόμη μουσειακό κειμήλιο παρελθούσης εποχής. Ο λόγος βεβαίως είναι η τέχνη, όχι απαραίτητα όσα εκφέρονται αλλά το πώς εκφέρονται, είναι η ποίηση, ο λυρισμός, το κείμενο κι όσα περιέχονται εντός. Μπορεί οι λέξεις για τον συγγραφέα να ήταν το εργαλείο προς τον σκοπό του, αλλά για τον αναγνώστη η κίνηση γίνεται αντίστροφα: ο σκοπός είναι οι λέξεις κι ως προς αυτό, η αποτυχία του συγγραφέα είναι εν τέλει η επιτυχία του. Το «ποιητής χωρίς τη θέλησή του», με το οποίο τον χαρακτηρίζει η Άρεντ, είναι η ουσία και ο κύριος λόγος που το βιβλίο του Μπροχ συνεχίζει να διαβάζεται από το σύγχρονο κοινό.
Ο Βιργίλιος επιθυμεί ως το τέλος να ρίξει στη φωτιά του magnum opus του, αλαζόνας και ταυτόχρονα ευάλωτος, ένα κράμα θείου και ανθρώπινου.
Ο θάνατος του Βιργιλίου είναι ένα αισθητικό επίτευγμα, υπόδειγμα μοντερνιστικής γραφής, ένα λυρικό έπος που αναγιγνώσκεται μεγαλόφωνα (σύμφωνα με τους Στάινερ και Μπλουμ, έτσι οφείλουμε να διαβάζουμε τη μεγάλη ποίηση), αφού όσα περιέχονται σε αυτό κινούνται στο μεταίχμιο της άμεσης κατανόησης, συχνά διαφεύγοντας της πρόσληψης του αναγνώστη που πασχίζει για νόημα. Εντούτοις, δεν πρόκειται για ένα α-νόητο έργο, αφού ο συγγραφέας με την αλαζονεία της μεγαλοφυίας του τοποθετεί στο στόμα του Βιργίλιου τις προσωπικές του ανησυχίες κι απόψεις, καθιστώντας τον δοχείο του πνεύματός του. Η αναζήτηση του Όλου, της ενότητας, της ιερής πράξης που θα καταστήσει τον θάνατο ανεκτό, τον πόνο αποφευκταίο, την αλληλεγγύη πολύτιμη, τη γνώση αρωγό και την ενοποιό Ιδέα κεντρική και απαρέγκλιτη σταθερά της ανθρώπινης ύπαρξης, είναι όλα παρόντα, ταυτόχρονα με τη ματαιότητα του καλλιτεχνικού έργου που παραμένει εσαεί ατελές, όπως εξάλλου και ο δημιουργός του. Ο Βιργίλιος επιθυμεί ως το τέλος να ρίξει στη φωτιά το magnum opus του, αλαζόνας και ταυτόχρονα ευάλωτος, ένα κράμα θείου και ανθρώπινου. Είναι η οργισμένη παρέμβαση του Οκταβιανού που θα το διασώσει, μόνο όμως όταν ο τελευταίος επικαλεστεί την προσωπική σχέση, τη φιλία του με τον ποιητή. Δεν είναι η σύγκρουση των ιδεών που θα πείσει εκείνους που στέκουν πανίσχυροι πίσω από το οχυρό των θέσεών τους, είναι ο σεβασμός κι η αγάπη των προσώπων – όχι οι προσωπικές αρχές που χωρίζουν, αλλά τα αισθήματα που ενώνουν.
Να τονίσω εδώ ότι στο εξαιρετικό της Επίμετρό η δεινή μεταφράστρια Σοφία Αυγερινού (τρίτο κατά σειρά μετάφρασμά της του Μπροχ) προσφέρει μια πλήρη σύνοψη των κινητήριων ιδεών του Μπροχ, οπότε δεν έχει νόημα να σταθώ στα ίδια. Η ματιά του αναγνώστη είναι εκείνη που επιζητώ να αποκαλύψω και να μεταφέρω – το «τι είναι αυτό που αγάπησες;», τουτέστιν την ουσία της ερωτικής σχέσης με το κείμενο.
Βουτιά στα ύδατα
Αυτό που ακούει ο αναγνώστης είναι αυτό που διαβάζει κι όλα όσα κείνται ενδιάμεσα. Επομένως, οφείλει να επιστρατεύσει όλες του τις αισθήσεις, αποδιώχνοντας εξαρχής την ανάγκη της κατανόησης. Με αυτό εννοώ ότι η κατανόηση είναι δυνατή μόνο εφόσον έχει προσέλθει στο βιβλίο αυτό μέσω των προηγούμενων έργων του συγγραφέα ή μέσω κειμένων όπως της Άρεντ, που επεξηγεί την κοσμοθεωρία του συγγραφέα. Ο θάνατος του Βιργιλίου παραμένει, επαναλαμβάνω, το όχημα του συγγραφέα για να μιλήσει για όλα εκείνα που απασχολούν τον ίδιο «σε χρόνους ζοφερούς», κι όχι βέβαια του ποιητή της Αρχαιότητας που είναι το δοχείο υποδοχής του. Ο ενημερωμένος αναγνώστης θα εντοπίσει στο κείμενο τα μοτίβα και τις εμμονές του Μπροχ, δια στόματος Βιργιλίου, την αγωνία του και τις ελπίδες του. Εντούτοις, το βιβλίο δεν είναι μόνο αυτό, αφού ακόμα και οι ιδέες, οι απόψεις μιας ιδιοφυΐας όπως ο Αυστριακός αφενός δεν είναι απαραιτήτως ορθές, καθώς υπάγονται στην εποχή τους και στους περιορισμούς της διάνοιάς του, αφετέρου πιθανόν να μην έχουν ενδιαφέρον για κάποιους (όσον αφορά εμένα, ο πλατωνικός του ιδεαλισμός και η συνεπακόλουθη μεταφυσική προέκταση, όπως αποδίδεται στη σύγκρουση του ποιητή με τον… εγελιανό Καίσαρα στο 3ο κεφάλαιο δεν μου φαίνεται ιδιαίτερα πειστικός). Δεν έχει φυσικά ιδιαίτερη σημασία.
Άλλο παράδοξο: ο Μπρόχ εκλιπαρεί για ενότητα, για ένωση με το Όλον, αλλά την ίδια στιγμή το κείμενό του το αρνείται κατάφωρα, αφού συνεχώς διασπά και θρυμματίζει την αλληλουχία, κατά τις μοντερνιστικές προσταγές
Ο αναγνώστης έχει μπροστά του τέσσερα κεφάλαια. Στα περισσότερα σημεία κυριαρχεί ο εσωτερικός μονόλογος, μια αδιάλειπτη πομπή από σκέψεις που κινούνται εκτός χρόνου και χώρου, αφού προσπερνούν τις εποχές ως το παρόν του συγγραφέα. Ο τρόπος που γίνεται αυτό παρομοιάζει με το ξετύλιγμα ενός κουβαριού, όπου η αρχική σκέψη αναδύεται στο ένα άκρο κι αρχίζει ταχύτατα να ξετυλίγεται, αλλά δίχως ορατό τέλος, αφού θα διακοπεί από κάποια άλλη, η οποία θα πάρει τη θέση της, δίχως αξιολογική σειρά. Ο αναγνώστης αιθαλωμένος ακολουθεί στον λαβύρινθο που έχουν χτίσει γύρω του επιστρώσεις από σκέψεις, χωρίς άλλη πυξίδα, αποδεχόμενος τη κατεύθυνση που ο ίδιος ο συγγραφέας έχει ορίσει. Άλλο παράδοξο: ο Μπρόχ εκλιπαρεί για ενότητα, για ένωση με το Όλον, αλλά την ίδια στιγμή το κείμενό του το αρνείται κατάφωρα, αφού συνεχώς διασπά και θρυμματίζει την αλληλουχία, κατά τις μοντερνιστικές προσταγές, παρακολουθώντας τον εσωτερικό κυματισμό του πρωταγωνιστή. Εκεί ο αναγνώστης οφείλει να πάρει μια απόφαση που θα κρίνει τα πάντα: οφείλει να βυθιστεί στο νερό και στη συνέχεια είτε θα παρατήσει το επίμοχθο έργο και θα αναζητήσει το οξυγόνο της επιφάνειας προδίδοντας το κείμενο είτε θα ανακαλύψει ότι μπορεί -ω του θαύματος- να αναπνεύσει στο υγρό στοιχείο.
Μία εικόνα της δικής μου ανάγνωσης είναι η ακόλουθη: ο αναγνώστης βλέπει έκπληκτος σε απόσταση τη φαντασμαγορία των πυροτεχνημάτων που χορεύουν στο στερέωμα, αλλά ο ήχος τους φτάνει σ’ εκείνον μόνο μετά από ώρα
Δεν θα αρνηθώ, ως αναγνώστης πάντα, τη δυσκολία του βιβλίου. Η προσπάθεια να παρακολουθήσει κάποιος τον ακατάσχετο ειρμό των φιλοσοφικών σκέψεων που εκτοξεύονται κατά ριπάς παραμένει επώδυνη διαδικασία. Το να αφεθεί να τον παρασύρει η ποίηση του λόγου είναι ένα σχήμα λόγου, αφού πρόκειται περί προμελετημένης διαδικασίας, η οποία προϋποθέτει από τον αναγνώστη να αδειάσει το μυαλό του από όσα εκείνος σκέφτεται, επιτρέποντας στον Ποιητή να εισέλθει και να αναλάβει τα ηνία, παραχωρώντας του τα πρωτεία – απαιτείται διαύγεια πνεύματος και, συχνά, μέγιστη επιμονή και υπομονή, προκειμένου να αρπαχτεί από τον συρμό ο οποίος περνάει από μπροστά σαν αστραπή, κι έχοντας απλώσει το χέρι να παραμείνει εκεί όσο κι αν τον υπερβαίνει σε ταχύτητα. Γιατί, ομολογώ, η σκέψη του Μπροχ δεν είναι η δική μου σκέψη που αγκομαχά να προλάβει αρπάζοντας λέξεις, εκεί που παράγραφοι ολόκληροι έχουν ξεφύγει από την αντίληψη. Ο μόνος δρόμος είναι εκείνος της επιστροφής, ίσως αέναης, προκειμένου κατά κάποιον τρόπο να διακοπεί η αστραπιαία κίνηση. Μία εικόνα της δικής μου ανάγνωσης είναι η ακόλουθη: ο αναγνώστης βλέπει έκπληκτος σε απόσταση τη φαντασμαγορία των πυροτεχνημάτων που χορεύουν στο στερέωμα, αλλά ο ήχος τους φτάνει σ’ εκείνον μόνο μετά από ώρα, όταν το θέαμα έχει ολοκληρωθεί κι απομένει το μετείκασμα στον αμφιβληστροειδή, οπότε χρησιμοποιεί αναγκαστικά τη φαντασία του για να συμπληρώσει τα κενά.
Η συμμετοχή του αναγνώστη
Πού έγκειται η απόλαυση σ’ αυτόν τον αγώνα δρόμου, όπου η πλειονότητα των αναγνωστών δεν πρόκειται ποτέ να κερδίσει; Καταρχάς, κι ας ακουστεί συγκαταβατικό, στη συμμετοχή. Το γεγονός ότι συμμετείχαμε στο δρώμενο, ότι σταθήκαμε στις άκρες να θαυμάσουμε έστω για ελάχιστο χρόνο την αστραπή που έπεσε μπροστά μας, είναι από μόνο του κέρδος – να δηλώσουμε χωρίς μεμψιμοιρία, «Μα για κοίτα πώς μπορεί κάποιος να γράψει λογοτεχνία, πώς μπορεί να χρησιμοποιήσει τις λέξεις, τον γραπτό λόγο!» κι ας μην μας περιλαμβάνει αναγκαστικά στο εγχείρημά του. Ας μην προσφέρει την ταύτιση που κρυφά επιθυμούμε ως μια ταπεινή νίκη της ματαιοδοξίας μας, αφού θα υπεκφεύγει μόνιμα, κινούμενος σε δυσθεώρητα ύψη. Ο θαυμασμός για το κάλλος δεν προϋποθέτει απαραίτητα την κατανόηση, έστω κι αν η τελευταία κάνει περιστασιακά την εμφάνισή της, ακροπατώντας στα δάχτυλα, ρίχνοντας μικρές άγκυρες για να πιαστούμε από κάπου. Το λυρικό αυτό ποίημα είναι μια μόνιμη κίνηση ενός πνεύματος που ταξιδεύει στον χρόνο και ο μόνος τρόπος για να συνταξιδέψουμε είναι να αποδεχτούμε ότι η προσπάθειά μας μπορεί να κρατήσει ακόμη κι ολόκληρη ζωή.
Είναι εξάλλου ξεκάθαρο ότι ο μέγας εχθρός του δυσήνιου αυτού έργου είναι η καθημερινότητα, το υπάρχον, καθώς καθορίζεται από την ταχύτητα, τη σαφήνεια, την πραγμάτωση, τη διαμεσολάβηση, την αποτελεσματικότητα
Δεν επιθυμώ να φοβίσω τον επίδοξο αναγνώστη που δεν «νιώθει έτοιμος» για το εγχείρημα. Δεν γνωρίζω ειλικρινά ποιος μπορεί να είναι εκείνος που με μία ανάγνωση, με μια χαψιά, θα έχει το θράσος να χορτάσει τη βουλιμία του με το έργο. Ένας τρόπος θα ήταν η διαλειμματική ανάγνωση, η επάνοδος, ο νόστος κατά το παράδειγμα του πρωταγωνιστή του έργου, ο οποίος θα ευοδωθεί μόνο όταν έχει προηγηθεί ακόμα και η οργή για όσα δεν κατανοούνται εκ πρώτης (μα και δεύτερης, και τρίτης) ανάγνωσης. Είναι εξάλλου ξεκάθαρο ότι ο μέγας εχθρός του δυσήνιου αυτού έργου είναι η καθημερινότητα, το υπάρχον, καθώς καθορίζεται από την ταχύτητα, τη σαφήνεια, την πραγμάτωση, τη διαμεσολάβηση, την αποτελεσματικότητα – όλα όσα είναι απολύτως εχθρικά απέναντι στην ουσία του βιβλίου, ακριβώς γιατί ο Μπροχ θεωρούσε ότι θα έπρεπε να υποκατασταθούν από το έργο του εν συνόλω.
Αυτή όμως η αρνητικότητα είναι και η επιτομή της επαναστατικότητας της τέχνης κι όχι οι εκάστοτε επαναστατικές διακηρύξεις του συγγραφέα – η άρνηση όσων η ζωή φέρνει καθημερινά μπροστά μας, ξεκινώντας από το πώς ρέει ο χρόνος μας κι εμείς εντός του. Ο θάνατος του Βιργιλίου κινείται αντίθετα στο ποτάμι του κι απαιτεί κι από εκείνον που διαβάζει να σταθεί, να αφουγκραστεί, να γδυθεί και να βουτήξει στα άγνωστα νερά. Και φυσικά προϋποθέτει εκείνο που επαναλάμβανε ο Στάινερ: τη σιωπή, την ησυχία, εκείνη την παύση που αναστέλλει τους εξωτερικούς περισπασμούς, ένα ησυχαστήριο που βρίσκεται τόσο εκτός όσο κι εντός μας – όλες τις ξεχασμένες ιδιότητες της ανάγνωσης, δίχως τα δεκανίκια των υποσημειώσεων κι όσα πλέον θεωρούμε προαπαιτούμενα για να ψυχαγωγηθούμε. Στο βιβλίο αυτό η αγωγή της ψυχής έρχεται ως αποτέλεσμα εσωτερικών πολυσύνθετων διεργασιών, αν κι όχι με συνταγογράφηση κανενός (ούτε βεβαίως της δικής μου), αφού ο καθένας πρέπει να βρει τον δικό του δρόμο και να αναρριχηθεί.
Ο Μπροχ δεν διέσωσε την ανθρωπότητα από τον πόνο με το έργο του, όπως θα το ήθελε. Δεν απεδείχθη ένας ακόμη Προφήτης που επιχείρησε αυτόκλητα να διασώσει τους θνητούς (στους οποίους επέμενε ως το τέλος να πιστεύει) από τον εαυτό τους. Για να είμαστε δίκαιοι, κανείς δεν τα κατάφερε, αφού ακόμη και οι θρησκείες δεν τιθάσευσαν παρά προσωρινά το κτήνος, προσφέροντας μικρές αναλαμπές γαλήνης. Όταν όμως ο Προφήτης παραχώρησε τη θέση του στον Καλλιτέχνη, τον άνθρωπο δηλαδή που διέθετε το απάνθρωπο θάρρος να ανέβει στη βάρκα του Χάροντα προβάροντας τον θάνατό του για χάρη μας (να μια θυσία άξια λόγου) και καταθέτοντας τον τρόμο, τον πόνο, την απεριόριστη χαρά εκείνου που ταξίδεψε με τις λέξεις στο Πουθενά και γύρισε πίσω για να τις μεταδώσει σε εμάς τους ταπεινούς, τότε επιτέλεσε ένα έργο για το οποίο μπορεί να μην ήταν προετοιμασμένος, αλλά ακριβώς γι’ αυτό πιο άξιος: να κάνει το κτήνος να ξεχάσει για λίγο χρόνο ότι πατάει στο χώμα και να κοιτάξει ψηλά, εκεί που κοιτούσε κι ο συγγραφέας, ο πρόγονός του και Πατέρας του.
*Ο ΦΩΤΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΣΙΝΗΣ είναι πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας. Διαχειρίζεται το βιβλιοφιλικό blog Αναγνώσεις.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Ο καθένας συνεισφέρει το δικό του μερίδιο στη γνώση της ζωής. κάθε δημιουργημένο έργο το κάνει αυτό, και το δικό μου - μόνο που είναι το μεγαλείο της ποιητικής γνώσης και ως εκ τούτου και δικό σου μεγαλείο, Βιργίλιε, ότι μπορείτε να συλλάβετε ολόκληρη τη ζωή σε μία και μοναδική, όπως είπα, εποπτεία, σε ένα και μοναδικό βλέμμα».
Να τα καταγράψει, να τα καταγράψει όλα, όσα συμβαίνουν μέσα και έξω, και παρ' όλα αυτά δεν είχε οδηγήσει σε τίποτα: «Αχ, Αύγουστε, κι εγώ κάποτε πίστεψα ότι αυτή, ακριβώς αυτή είναι η γνωστική αποστολή του ποιητή... κι έτσι το έργο μου έγινε μια αναζήτηση της γνώσης, χωρίς να γίνει γνώση, χωρίς να είναι γνώση...».
«Οπότε πρέπει να σε ρωτήσω άλλη μία φορά, Βιργίλιε, ποιο σκοπό επιδίωκες με την ποίησή σου, εφόσον δεν επρόκειτο να είναι η γνώση της ζωής».
«Η γνώση του θανάτου». Ήταν σαν να ξαναέβρισκε κάτι, σαν να αναγνώριζε κάτι παλιό, σαν μια φώτιση που επιστρέφει στην πατρίδα και γοργά, σάμπως από μια φώτιση, ειπώθηκαν αυτά τα λόγια.
Έγινε μια παύση· το ελαφρώς σεισμικά παλλόμενο Είναι σταμάτησε, ενώ ο Καίσαρ συνέχιζε να μην του δίνει σημασία, μάλλον έμοιαζε να σκέφτεται τώρα, κατάπληκτος, αυτό που είχε ακούσει. Και πέρασε κάμποση ώρα προτού απαντήσει: «Ο θάνατος ανήκει στη ζωή – όποιος γνωρίζει τη ζωή γνωρίζει και τον θάνατο».
Ήταν αυτό σωστό; Ακουγόταν αλήθεια, κι όμως δεν ήταν αλήθεια, ή δεν ήταν πλέον αλήθεια: «Δεν υπήρξε καμία στιγμή στη ζωή μου, Οκταβιανέ, που να μη θέλησα να συγκρατήσω, αλλά και καμία που να μην επιθύμησα να πεθάνω».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Χέρμαν Μπροχ ήταν Αυστριακός λογοτέχνης και δοκιμιογράφος. Γεννήθηκε τον Νοέμβριο του 1886 στη Βιέννη. Αρχικά φοίτησε σε τεχνική σχολή κλωστοϋφαντουργίας με σκοπό να αναλάβει το εργοστάσιο της εύπορης οικογένειάς του. Το 1927 τελικά πουλά την επιχείρηση του πατέρα του και αποφασίζει να σπουδάσει μαθηματικά και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης.

Το 1938 ο Χίτλερ εισβάλλει στην Αυστρία και ο Μπροχ φυλακίζεται εξαιτίας ενός σοσιαλιστικού φυλλαδίου που βρέθηκε στην κατοχή του. Με παρέμβαση του Τζέιμς Τζόυς και άλλων ανθρώπων της τέχνης, καταφέρνει να αποφυλακιστεί και μεταναστεύει στην Αγγλία και έπειτα στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου αρχικά βρίσκει κατάλυμα στο σπίτι του Άλμπερτ Άινσταιν.
Κατά τη διάρκεια της ζωής του θα συνδεθεί με σημαντικές προσωπικότητες των γραμμάτων, όπως ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε, ο Ελίας Κανέτι, ο Ρόμπερτ Μούζιλ, η Χάνα Άρεντ και πολλοί άλλοι. Το 1950 ήταν υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Πεθαίνει τον Μάιο του 1951 στο Νιου Χέιβεν του Κονέκτικατ.Τα μυθιστορήματά του Οι υπνοβάτες και Ο θάνατος του Βιργιλίου συγκαταλέγονται στα πρωτοποριακά αριστουργήματα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα.






















