
Για το μυθιστόρημα του Πιερ Πεζί (Pierre Péju) «Το άγρυπνο μάτι της νύχτας» (μτφρ. Αγγελική Ροβάτσου, εκδ. Ποταμός). Εικόνα: Ο Χόρας Φρινκ (αριστερά) και ο Σίγκμουντ Φρόιντ (δεξιά). Πηγή: Freud Museum.
Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου
Στα τέλη του 19ου αιώνα ο Σίγκμουντ Φρόιντ θεμελίωσε την ψυχανάλυση, μια μέθοδο διερεύνησης της αλληλεπίδρασης συνειδητών και ασυνείδητων στοιχείων του νου, μέσω των ελεύθερων συνειρμών που θα φέρουν στην επιφάνεια απωθημένους φόβους και συγκρούσεις. Ο ίδιος, μέσω της αυτοανάλυσής του, υπήρξε ο πρώτος αναλυόμενος της ανθρωπότητας, εγκαινιάζοντας μια γενεαλογία ψυχαναλυτών που αντλούν τη νομιμοποίησή τους από αυτόν. Όπως θα υποστηρίξει αργότερα ο Λακάν, ο Φρόιντ δεν εισήγαγε απλώς μια νέα θεραπευτική πρακτική, αλλά μια καινούρια επιστήμη, την επιστήμη ενός νέου αντικειμένου, του ασυνείδητου. Θα επιστρέψει μάλιστα στο έργο του Φρόιντ για να αναζητήσει εκεί τη θεωρητική σκευή που θα μπορούσε να υποστηρίξει την ψυχαναλυτική πρακτική και τεχνική.
Μετά τον Φρόιντ γίνεται φανερό πως το πραγματικό υποκείμενο, το άτομο στην ουσία του, αποτελεί μια δομή χωρίς κέντρο παρά μόνο στη φανταστική παραγνώριση του εγώ, δηλαδή μόνο εντός των ιδεολογικών σχηματισμών που αναγνωρίζεται.
Παρά τις ενστάσεις που έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί ως προς την αποτελεσματικότητα της μεθόδου, η επίδραση του Φρόιντ στον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε σήμερα τον εαυτό μας παραμένει ανυπολόγιστη. Όπως επισημαίνει ο Λουί Αλτουσέρ στο κείμενό του «Φρόιντ και Λακάν», δεν είναι τυχαίο που ο Φρόιντ συσχέτιζε την κριτική απήχηση της ανακάλυψής του με τις ανακατατάξεις που προξένησε η Κοπερνίκεια Επανάσταση. Κατά τον Αλτουσέρ, όπως μετά τον Κοπέρνικο γνωρίζουμε ότι η Γη δεν είναι το κέντρο του σύμπαντος, και μετά τον Μαρξ ότι το ανθρώπινο υποκείμενο (το οικονομικό, πολιτικό και φιλοσοφικό εγώ) δεν αποτελεί το κέντρο της ιστορίας, έτσι και μετά τον Φρόιντ γίνεται φανερό πως το πραγματικό υποκείμενο, το άτομο στην ουσία του, αποτελεί μια δομή χωρίς κέντρο παρά μόνο στη φανταστική παραγνώριση του εγώ, δηλαδή μόνο εντός των ιδεολογικών σχηματισμών που αναγνωρίζεται.
Στο Άγρυπνο μάτι της νύχτας, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ποταμός (είχαν προηγηθεί πολλά χρόνια πριν οι μεταφράσεις δύο ακόμα βιβλίων του από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, Η μοναχούλα και Το γέλιο του δράκου), ο πολυγραφότατος συγγραφέας και δοκιμιογράφος Πιερ Πεζί τοποθετεί στο κέντρο της αφήγησής του τον Χόρας Φρινκ (1883-1936), πρόσωπο υπαρκτό, έναν από τους πρώτους ψυχαναλυτές των Ηνωμένων Πολιτειών, άγνωστο για τους περισσότερους σήμερα – πέθανε, άλλωστε, ξεχασμένος απ’ όλους, όπως αναφέρεται και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Παρόλα αυτά, διέθετε μία αρκούντως δραματική και ενδιαφέρουσα ιστορία, την οποία διασώζει ο συγγραφέας, εμπνεόμενος ελεύθερα από τη βιογραφία του, και μέσα από τη μυθιστορηματική αφήγησή της περνά στις σελίδες την ιστορία της ψυχανάλυσης στα πρώτα της βήματα και τα πρόσωπα των ψυχαναλυτών που πρωταγωνίστησαν στις εξελίξεις, όταν λίγα χρόνια προτού η Αμερική μπει στον Πόλεμο, οι ψυχαναλυτές προσπαθούσαν να θεραπεύσουν τους ανθρώπους παρακινώντας τους να μιλήσουν για τη σεξουαλικότητά τους, μέθοδος τουλάχιστον σκανδαλώδης για μια πουριτανική κοινωνία όπως η αμερικάνικη. Όσο για την ανάλυση του ίδιου του Φρινκ, αυτή θα μπορούσε να συνοψιστεί στην εξής φράση: «η θεραπεία πέτυχε, ο ασθενής απεβίωσε».
Το βιβλίο ξεκινά in medias res, με τον Χόρας Φρινκ να είναι ήδη πετυχημένος ψυχαναλυτής και ψυχαναλυόμενος του Μπριλ. Στη συνέχεια, μέσα από μια αναδρομή στο παρελθόν, πληροφορούμαστε για τα παιδικά του χρόνια, το οικογενειακό του περιβάλλον, τη σχέση του με τους γονείς και τον αδερφό του, καθώς και ένα ιδιαίτερα τραυματικό γεγονός που σημάδεψε τον ίδιο και την οικογένειά του. Οι γονείς του τον εγκατέλειψαν στους παππούδες του από την πλευρά της μητέρας του, η οποία μάλιστα φεύγοντας δεν έστρεψε καν τα μάτια της πάνω του – σκέφτομαι μάλιστα πόσοι γονείς σε μια απλή έξοδο από το σπίτι δεν καθησυχάζουν το άγχος του αποχωρισμού του παιδιού τους, δεν το κοιτάζουν καν επειδή θεωρούν πως αν το κοιτάξουν αυτό θα κλάψει χειρότερα.
Ο Φρινκ θα βρει στο πρόσωπο του παππού του έναν ιδανικό γονέα, μια σταθερή πατρική μορφή που θα του παρέχει όσα λαχταρά η ψυχή του: βιβλία, μόρφωση, σταθερότητα, υποστήριξη και θα λειτουργήσει ως υποκατάστατο πατέρα. Θα αποτελέσει μια αρσενική φιγούρα αυστηρή, απαιτητική, που διέθετε κύρος και αυθεντία, ταυτόχρονα όμως ήταν φύση παιχνιδιάρικη και ήξερε να αυτοσαρκάζεται, μια σχέση πρωτόγνωρη για τον ίδιο που θα λειτουργήσει καταλυτικά στη ζωή του.
Παράλληλα με την ιστορία του Χόρας Φρινκ, παρακολουθούμε και το μοναδικό ταξίδι του Φρόιντ στην Αμερική, μαζί με τους μαθητές του Γιουνγκ και Φερέντσι
Ο αναγνώστης, μέσα από μια αφήγηση που από αυτό το σημείο κι έπειτα εξελίσσεται γραμμικά, παρακολουθεί τα σχολικά χρόνια του Φρινκ, τη γνωριμία με τη μέλλουσα γυναίκα του από πολύ μικρή ηλικία, ένα πρόσωπο που λειτουργούσε μητρικά και καθησυχαστικά για εκείνον, έως το ατύχημα (ήταν πράγματι τέτοιο ή μια παραπραξία;) που θα διακόψει την πορεία του προς τη χειρουργική και θα τον στρέψει στην ψυχιατρική και αργότερα στην ψυχανάλυση. Άραγε όταν ο παππούς του τον ονειρευόταν χειρουργό και του έλεγε ότι η επιστήμη δεν πρέπει να γνωρίζει όρια -γελούσε, μάλιστα, με τα επιβεβλημένα από τον Θεό όρια- και φανταζόταν τη μέρα που τα ανθρώπινα νυστέρια θα κάνουν τομές στις πιο κρυφές γωνίες των σωμάτων, στις πραγματικές πτυχές των οργάνων, και πως με την πρόοδο της χειρουργικής στον εγκέφαλο θα γίνουν γνωστές οι λειτουργίες της κάθε εγκεφαλικής ζώνης και οραματιζόταν πως αυτός, ο Χόρας Φρινκ, θα τα κάνει αυτά, αντιλαμβανόταν πόσο καθοριστικό θα ήταν αυτό για την πορεία του εγγονού του; Τα πράγματα περιπλέκονται, τόσο στο βιβλίο όσο και στη ζωή του Φρινκ, όταν ο ίδιος ερωτεύεται μία από τις ασθενείς του (κάτι πολύ σύνηθες, τουλάχιστον την εποχή εκείνη, όπως πληροφορούμαστε), την πολυεκατομμυριούχο Αντζέλικα Μπιζούρ, με αποτέλεσμα να συνάψει μαζί της σχέση, με τις ευλογίες μάλιστα του ίδιου του Φρόιντ.
Παράλληλα με την ιστορία του Χόρας Φρινκ, παρακολουθούμε και το μοναδικό ταξίδι του Φρόιντ στην Αμερική, μαζί με τους μαθητές του Γιουνγκ και Φερέντσι, ως καλεσμένου του Αμερικανού ψυχολόγου Στάνλεϊ Χολ, προκειμένου να μιλήσει για την ψυχανάλυση στο Πανεπιστήμιο Κλαρκ. Από καταγεγραμμένες πληροφορίες γνωρίζουμε ότι ο Φρόιντ την πρώτη φορά αρνήθηκε, υπέκυψε όμως στην επιμονή του Χολ. Ο συγγραφέας, ταυτόχρονα με τον Φρινκ, ψυχογραφεί και τον ιδιότυπο γεμάτο προλήψεις και δεισιδαιμονίες χαρακτήρα του Φρόιντ (όπως σημειώνει μάλιστα ο ίδιος ο Φρόιντ, η δεισιδαιμονία του έχει τις ρίζες της σε μια καταπνιγμένη ή απειλούμενη φιλοδοξία και υποκαθιστά ένα άγχος θανάτου), την προσκόλλησή του στους οιωνούς, την αγωνία του για τη ρήξη της σχέσης του με τον αγαπημένο του μαθητή Γιουνγκ, και τους φόβους του γι’ αυτό το ταξίδι, οι οποίοι όπως θα δούμε επαληθεύτηκαν. Ο Φρινκ δεν πήρε μέρος στις διαλέξεις, ήταν ένα γεγονός που αφορούσε λίγους κι εκλεκτούς. Ο αποκλεισμός του από μια τέτοια ιστορική στιγμή αποτέλεσε ανομολόγητο αγκάθι για τη σχέση του με τον αναλυτή του, είχε όμως την ευκαιρία να γνωριστεί με τον Φρόιντ και να θέσει τις βάσεις της μετέπειτα σχέσης τους.
Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν και πολύ καλά για την ψυχική υγεία του Φρινκ, ωστόσο παρόλο που ο ίδιος δεν κατηγόρησε ποτέ τον Φρόιντ για όσα είχαν συμβεί, στράφηκε τελικά εναντίον της ψυχανάλυσης.
Στο πρόσωπό του Φρινκ, ο πατέρας της ψυχανάλυσης είδε έναν πολλά υποσχόμενο Αμερικανό μαθητή, στην πραγματικότητα, βέβαια, αν και το ένα δεν αναιρεί το άλλο, ο Φρόιντ ήταν δυσαρεστημένος με την ηγεσία του Μπριλ (πρώτου ψυχαναλυτή του Φρινκ το 1909) ως προέδρου της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας της Νέας Υόρκης, γι’ αυτό και δρομολόγησε την αντικατάστασή του από τον Φρινκ, τον οποίο θεώρησε ικανότερο να καθοδηγήσει το αμερικανικό ψυχαναλυτικό κίνημα. Ενδεχομένως να ήταν και μια στρατηγική κίνηση, όπως έχει ειπωθεί, αφού ο Φρινκ ήταν χριστιανός σε έναν χώρο όπου κυριαρχούσαν Εβραίοι. Ο Φρόιντ πίστευε μάλιστα ότι γάμος του με τη Μπιζούρ θα ωφελούσε το ψυχαναλυτικό κίνημα στην Αμερική. Από το 1921 έως το 1923, ο Φρινκ ταξίδεψε δύο φορές στη Βιέννη για να αναλυθεί από τον Φρόιντ, ωστόσο τη δεύτερη φορά υπέστη ψυχωτική κατάρρευση, γεγονός που ο Φρόιντ απέτυχε να αναγνωρίσει αφού το θεώρησε ως μέρος της διαδικασίας. Στο τέλος δεν τον στήριξε, θεωρώντας τον ανίκανο για τον ρόλο που του ανατέθηκε, κάτι που δεν του είπε ποτέ ευθέως. Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν και πολύ καλά για την ψυχική υγεία του Φρινκ, ωστόσο παρόλο που ο ίδιος δεν κατηγόρησε ποτέ τον Φρόιντ για όσα είχαν συμβεί, στράφηκε τελικά εναντίον της ψυχανάλυσης.
Κάτω από την υποκριτική σεμνοτυφία, από την καταπίεση των σεξουαλικών ενστίκτων, από την επίφαση ειρήνης, υποβόσκει σιωπηρά μια ένταση, ενώ ο γάμος ως παρωχημένος συμβιβασμός αποδεικνύεται συχνά ολέθριος.
Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ρέον μυθιστόρημα, με ενδιαφέρουσα ανάπτυξη της πλοκής, ωραίο χειρισμό των πραγματικών στοιχείων που ενσωματώνει, προσεγμένους διαλόγους και υπέροχα κομμάτια τριτοπρόσωπης εσωτερικής εστίασης. Προσωπικά, ως αναγνώστρια και λάτρη της ψυχανάλυσης μου άφησε μια γλυκόπικρη αίσθηση - περισσότερο πικρή παρά γλυκιά, είναι η αλήθεια. Ο Πεζί δεν εξιδανικεύει τις καταστάσεις, ούτε όμως γράφει ένα κατηγορητήριο, αν και δεν είμαι βέβαιη τι θα αποκομίσει ένας αναγνώστης που δεν είναι εξοικειωμένος με την ψυχαναλυτική διαδικασία, πόσο μάλλον κάποιος που την προσεγγίζει με άγνοια ή καχυποψία και σε τι συμπεράσματα ενδέχεται να καταλήξει. Σίγουρα η ψυχανάλυση υπήρξε ένα επαναστατικό κίνημα, γρήγορα όμως βρέθηκε αντιμέτωπη με τα ίδια της τα όρια, εφόσον δρα εντός του πολιτισμού. Όπως έλεγε κι ο ίδιος ο Φρόιντ, η ανάλυση δεν οδηγεί στην ευτυχία αλλά σε μια λιγότερο δυστυχισμένη δυσφορία. Ο πολιτισμός, όπως φαίνεται από τις αντιλήψεις του που διατρέχουν το κείμενο, συνεπάγεται τη δυσφορία. Κάτω από την υποκριτική σεμνοτυφία, από την καταπίεση των σεξουαλικών ενστίκτων, από την επίφαση ειρήνης, υποβόσκει σιωπηρά μια ένταση, ενώ ο γάμος ως παρωχημένος συμβιβασμός αποδεικνύεται συχνά ολέθριος. Όλα αυτά, όμως, που καταπιέζουν τα υποκείμενα, ταυτόχρονα τα συγκρατούν, εμποδίζοντάς τα από το να διαλυθούν. Και αυτό ακριβώς είναι το τίμημα.
*Η ΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ είναι εκπαιδευτικός, κάτοχος Μεταπτυχιακού στη Δημιουργική Γραφή.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Αναστατωμένος, ο Χόρας γύρισε την πλάτη και το ’σκασε στη ζεστασιά του σεπτεμβριάτικου πρωινού. Το μόνο που ήθελε ήταν να εξουθενωθεί, να ξεπατωθεί από το άσκοπο περπάτημα ή να κλειστεί κάπου, να κουλουριαστεί στο βάθος κάποιου κρεβατιού – ή και να πιει. Από τα πολύ σκληρά. Από τα πολύ αναισθητικά. Ήξερε όμως ότι τον περίμεναν οι ασθενείς του, που υπέφεραν κι αγωνιούσαν. Τον περίμεναν σαν εκείνον που παρίστανε ότι τους ανακουφίζει. «Πώς όμως; Πώς να ηρεμήσω την ψυχική οδύνη, τα βάσανα της ψυχής; Πώς να αντιδράσω όταν το σύμπτωμα αναδύεται στην επιφάνεια μέσα από έναν ωκεανό από λόγια;». Του ξανάρθε στον νου η αγαπημένη του μεταφορά για τη λευκή φάλαινα. «Αυτή δεν είναι μόνο το παρελθόν», σκέφτεται, «είναι το σύμπτωμα, με καρφωμένα πάνω του όλα τα καμάκια που του έχουμε πετάξει. Μπλεγμένο στα σχοινιά, γεμάτο αίματα, αλάτι, όστρακα, το σύμπτωμα αναπηδά για μια στιγμή στο φως και αμέσως βυθίζεται ξανά στο σκοτεινό υγρό, μέσα σε μεγάλες δέσμες από μη νόημα. Κάθε νευρωτικός καταλήγει, σαν τον Έιχαμπ, προσκολλημένος στη δική του φάλαινα, παρασυρμένος απ’ αυτή, ουρλιάζοντας κάτι ακατανόητο, με το στόμα και τα πνευμόνια του γεμάτα θαλασσινό νερό. Ναι, κάθε νευρωτικός, δηλαδή ο οποιοσδήποτε...»
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Πολυγραφότατος, ο Pierre Péju έχει γράψει μυθιστορήματα αλλά και δοκίμια. Από τα πολλά μυθιστορήματά του ξεχωρίζουν Η μοναχούλα (Ποταμός 2005, βραβείο Livre Inter 2003, κινηματογραφική μεταφορά 2005), Το γέλιο του δράκου (Ποταμός 2007, βραβείο μυθιστορήματος Fnac 2005), Cœur de pierre, La Diagonale du vide, L’état du ciel και Reconnaissance.

Από τα δοκίμια το Enfance obscure τιμήθηκε με το βραβείο συγγραφέων του Νότου 2012.























