
Για το μυθιστόρημα του Τζέιμς Τζόις (James Joyce) «Αγρύπνια των Φίννεγκαν» (μτφρ. Ελευθέριος Ανευλαβής, εκδ. Κάκτος).
Γράφει ο Ανδρέας Κωσταγεώργος
Θα ξεκινήσω με το αιφνίδιο πλέξιμο ενός (διττού) παιάνα και έπειτα θα σερβιρίσω μια ριζική, κατ’ εμέ, διασάφηση περί του ιδίου του Τζέιμς Τζόις, πιάνοντας σταδιακά το έπος που ονομάζεται Finnegans wake, σε νοηματική συνεπικοινωνία με την κυκλοφορούσα μετάφραση, υπό τον τίτλο Αγρύπνια των Φίννεγκαν (μτφρ. Ελευθέριος Ανευλαβής, εκδ. Κάκτος).
Όλοι, λοιπόν, εμού συμπεριλαμβανομένου, οι οψιγενείς μοντέρνοι ή όλοι οι σαγηνευτικά μοντερνίζοντες, παρωχημένα για μερικούς, ανανεωτικά για άλλους, εκείνοι που, πειναλέοι για συνείδηση, θεωρούν τον μεταμοντερνισμό κάτι σαν διαφωτιστική ερωτική απογοήτευση, αν όχι μια ακόμα διαψευσμένη προφητεία, δεν μπορούν παρά να ομώσουν στο λογοτεχνικό μεγαθήριο που ονομάζεται Finnegans wake – ένα βιβλίο σωστό τούβλο, που συγγραφόταν επί δεκαεπτά συναπτά έτη, από έναν συγγραφέα του οποίου τα ζορισμένα μάτια οριακά του επέτρεπαν να βλέπει τα γραφτά του, του οποίου μυθιστορήματος η φήμη σε αναγνωστική δυσχέρεια και υφολογική πυκνότητα υπερκεράζει ακόμα και βιβλία σαν Το ουράνιο τόξο της βαρύτητας ή ό,τι άλλο εξόχως (ή μη) πειραματικό έχει αφήσει το στίγμα του στον λογοτεχνικό χωροχρόνο τις τελευταίες δεκαετίες.
Αν τυγχάνεις να είσαι ο αναγνώστης που έλκεται απ’ τα άδυτα μεγαλεία του μοντερνισμού, έστω διανοητικά, αλλά δεν αποκοτά να σκύψει πάνω από βιβλία τέτοιας φήμης, που, βλακωδώς, είναι πιο γνωστά για τη υποτιθέμενη «δυσκολία» τους, παρά για τη φαεινότητα του περιεχομένου τους, εκτίμησε την τρέχουσα έρευνα οδηγό ασφαλούς γειτνίασης με τον μοντερνιστικό λόγο. Ο μόνος, για να ολοκληρώσουμε τον παιάνα, που αποτόλμησε το (κατά πολλούς ακαδημαϊκούς απαγορευμένο) εγχείρημα, ίσως χαμένο εξαρχής για έναν λιγότερο θαρρετό, της απόδοσης (μεταγραφής) στην ελληνική γλώσσα αυτού του αινιγματικού αριστουργήματος, υπήρξε ο Ελευθέριος Ανευλαβής, αγαστός μεταφραστής και περίοπτος πνευμονολόγος, του οποίου, παρά τα (άφευκτα) ελαττώματα της, η μετάφραση του κυκνείου άσματος του Τζόις (μεταφράζεται άραγε η μουσική σε άλλη γλώσσα χωρίς να χαθεί -έστω σημαντικά- η πρότερη ηδύπνοη μελωδία της;) αποτελεί για τον έμπειρο βιβλιοφάγο πρωτοφανές τιτανούργημα.
Το πεζογράφημα σαν μουσική
Όσοι ασχολήθηκαν με την ποίηση και αξιώθηκαν να σταθούν για λιγάκι παραπάνω απ’ το τυπικό στον κατεξοχήν μουσουργό της ποίησης Έζρα Πάουντ, θα ξέρουν ότι, όπως ξεκαθάρισε και σε ύστερη συνέντευξη με τον Παζολίνι (άκοπο διαμάντι η χώνεψη της), η ποίηση, η γλώσσα κατά προέκταση, «είναι μουσική, και συντίθεται όπως κάθε μουσική συμφωνία». Το μυθιστόρημα, απ’ τη φλωμπεριανή εποχή, για να μην πούμε απ’ τα χρόνια του Απουληΐου, δεν είναι παρά μια μουσική συμφωνία λέξεων, ένα εκμαγείο μιας εσωτερικής ηχητικής μελωδίας, που, απορρέοντας άμορφα, σαν στιλπνό ρυάκι, ξεχύνεται απ’ τα βάθη της συνείδησης, χαρίζει γλυκούς ήχους με συναρμολογήσεις λέξεων, όπως ο τζαζίστας φυσάει το σαξόφωνο ή ο σολίστ Bach πατάει τα πλήκτρα – και τα παραγόμενα νοήματα, από πλευράς τόσο του δημιουργού όσο και του αναγνώστη, νοήματα που προκύπτουν απ’ την ηχητική ψηλάφιση των λεκτικών συνόλων, είτε κατά τη συγγραφή είτε κατά την ανάγνωση, συνιστούν αυτό που αισθάνεται κανείς όταν ακούει προσεχτικά Haydn ή Beethoven.
Ο Τζόις ήξερε πολύ καλά ότι το πεζό είναι ό,τι εγγύτερο στη μελωδικότητα της μουσικής, πιότερο και απ’ την ποίηση, και για αυτό πρόσεχε πολύ τις προτάσεις του, δεν τις έφτυνε αφειδώλευτα, μα πρώτα πέρναγαν από αυστηρή εσωτερική επιτήρηση
Μείζων, απ’ την αρχή, μαθητής (και ευνοούμενος) του Πάουντ υπήρξε το φαινόμενο που ονομάζεται Τζέιμς Τζόις, ο, μαζί με τον Προυστ και τον Σελίν, μουσικώτερος πεζογράφος του χαλεπού 20ού αιώνα. Ο Τζόις ήξερε πολύ καλά ότι το πεζό είναι ό,τι εγγύτερο στη μελωδικότητα της μουσικής, πιότερο και απ’ την ποίηση, και για αυτό πρόσεχε πολύ τις προτάσεις του, δεν τις έφτυνε αφειδώλευτα, μα πρώτα πέρναγαν από αυστηρή εσωτερική επιτήρηση, γράφοντας για χρόνια, ιδίως την περίοδο της συγγραφής της Αγρύπνιας των Φίνεγκαν, λιγότερο από εκατό λέξεις τη μέρα∙ όπως ο Ingres θα έβαζε μία μία, βαθιά μελετημένα, τις πινελιές του, ή όπως, νότα προς νότα, θα αποτύπωνε τα θρησκευτικά όνειρα του ο Pergolesi, έτσι και ο Τζόις ήταν φειδωλός στο στερνοπαίδι του, θέλοντας να το αναθρέψει σωστά, με αρχές, σε μια ύστατη προσπάθεια όχι να αποδομήσει τη γλώσσα (μεγάλο κακό έκανε η έρευνα του Derrida) αλλά να επανεπινοήσει τους ρυθμούς της, να ανυψώσει τις ηχητικές προοπτικές της και να την καταστήσει αρχέγονη – κοινή.
Η Αγρύπνια των Φίννεγκαν
Έργο ζωής και μαζί «άπιαστο αισθητικό στοίχημα» το έργο χρειάστηκε χρόνια για να συλληφθεί, και σχεδόν δυο δεκαετίες για να ολοκληρωθεί γραπτά, περνώντας από διάφορες μορφές και τιτλοδοσίες. Το μεγάλο στοίχημα του Τζόις, να αποκρυσταλλώσει μια γλώσσα ριζικά κοινή, εδραιωμένη, όμως, όχι στην ετυμολογική νηφαλιότητα, που συναντάμε σε άπασες τις ομιλώμενες γλώσσες, μα σε μια ονειροποιό εσωτερική σύσταση – που φέρνει τα σκοτάδια του ασύνειδου στο λάμπος της αυτογνωστικής ύπνωσης, και τελικά δίνει μορφή στο κατεξοχήν άμορφο. Πάμπολλοι πρώην θιασώτες του τζοϋσιανού εγχειρήματος, του Πάουντ συμπεριλαμβανομένου, γίνονταν απαθείς κριτές μιας τελείως αλλόκοτης «αισθητικής φάρσας» εν τη γενέσει της, και η παγκόσμια κριτική ακόμα διατηρεί επιφυλακτική στάση απέναντι στο ξέφρενο τούτο γλωσσικά πόνημα. Για κάποιους μεγαλούργημα, για άλλους τόσο πυκνό που καταντάει παντελώς απρόσιτο, και για άλλους «απλή μπούρδα», το Finnegas wake παραμένει στον λογοτεχνικό κανόνα ένα μετέωρο σύννεφο γεμάτο ρωγμές, ανεμίζοντας στον ουρανό του πολιτισμού σαν καμμένη σημαία σε διαλυμένο πεδίο μάχης.
Αν ο Οδυσσέας, ο βασικός ογκόλιθος του μοντερνισμού, συμπύκνωση όλων των προσδοκιών και προβληματισμών του ρεύματος, αφορούσε στην εξαντλητική βυθομέτρηση του συνειδέναι (πώς λειτουργεί, τι συνιστά η αυτο-δόμηση του, πώς μπορεί οντολογικά η αποσάφηση των λειτουργιών του να οδηγήσουν στην εξαγωγή ιστορικών συμπερασμάτων), εδώ ο μεγάλος Ιρλανδός καταγίνεται αυστηρά με το ασύνειδο – σε αυτό το στερητικό άλφα ποντάρει, ακόμα διψαλέος για γνώση, όλη τη μυσταγωγική κρυφή αλήθεια του τρόπου του κόσμου.
Το βιβλίο έχει δεκάδες χαρακτήρες, που αλλάζουν μορφή συνεχώς, ονόματα, πότε ο ένας γίνεται ο άλλος και πότε ιστορικά πρόσωπα στοιχειώνουν τον πρωταγωνιστή σε αλληλοδιάδοχα Οβιδιακά παραληρήματα εσωτερικής μεταμόρφωσης, μα ο αληθινός πρωταγωνιστής είναι η γλώσσα – η γλώσσα που κοινοποιείται.
Και η κοινοποίησή της δεν μπορούσε να συμβεί παρά με την υβριδοποίηση απασών των γνωστών ινδοευρωπαϊκών γλωσσών σε ένα πρωτάκουστο (και πρωτόγραφτο) γραμματολογικό και λεξιλογικό συμπίλημα, που ο ίδιος ο Ανευλαβής βαφτίζει «φινεγκακινά». Λάθος να αποκαλέσουμε, όμως, την γλώσσα του Finnegans wake «διάλεκτο» ή, όπως είπαν διάφοροι αναλυτές, «ιδιωματική αγγλική». Αυτό θα ματαίωνε τις τζοϋσιανές βλέψεις – έχουμε ενώπιον μας, σκύβοντας πάνω απ’ το κείμενο, μια καινούργια γλώσσα και σαν τέτοια πρέπει να τη βλέπουμε, πρωτομίλητη και ανατρεπτικά διαβρωτική.
Ας μην ξεχνάμε τον στίχο του Καρούζου: «Τρομερή σχιζοφρένεια η γλώσσα».
Απ’ την εποχή του αδίσταχτου, αξέχαστου Πορτραίτου του καλλιτέχνη, ο Τζόις, Ιησουιτικής παιδείας ένεκεν, ξέρει ότι η ιστορία, για να παραλλάξουμε παιχνιδιάρικα λίγο τον Ηράκλειτο, κλέβοντας από δω και από κει, «κυκλικά σημαίνει», και τον κύριο εκπρόσωπο αυτής της ιδέας, ριζικά ανατρεπτικής, αντικείμενης και στον Marx και τον Spengler, βρίσκει στον λησμονηθέντα πλέον φιλόσοφο Vico. Αυτός είναι η πεμπτουσία του νοήματος πίσω απ’ το «νυχτερινό ποίημα» της Αγρύπνιας. Άνευ αυτού, δεν υπάρχει Αγρύπνια, ούτε η μουσοποιΐα της ιδιότυπης αυτής καινολογικής τζοϋσιανής γλώσσας. Και εδώ η ιστορία ταυτίζεται όχι μόνον σημασιακά μα και οντολογικά με μια γλώσσα τόσο έκρυθμη και αχαλίνωτα πολυσυνδυαστική, που καταλήγει παγκόσμια σκέψη. Ας μην ξεχνάμε τον στίχο του Καρούζου: «Τρομερή σχιζοφρένεια η γλώσσα».
Η ιστορία κυκλούται, κυκλοί κυκλών (βλέπε Εκκλησιαστή), και όπως ο Οδυσσέας εκτυλίσσεται σε μια μέρα, η Αγρύπνια μάς φανερώνεται ολόψυχη αργά νύχτα. Μάλλον, είναι μια αξημέρωτη, ατέλειωτη (αλλά όχι ξεχειλωμένη) νύχτα, και μέσα σε αυτήν λαμβάνουν χώρα όλα τα αντιγεγονότα του παρόντος πονήματος. Και ο ίδιος ο Τζόις, χωρίς απολογητική διάθεση, προειδοποιεί: «Στη νύχτα όλα φαίνονται λιγότερο καθαρά». Σε αυτό το φαινομενολογικό ορμητήριο, στο σκοτάδι της αγρύπνιας σαν επιφάνειας (θεματική που τον ενασχολεί απ’ τους Δουβλινέζους), ο Τζόις εξακοντίζει τελείως τολμηρά τις καινολεκτικές, αυστηρά δικιάς του σύλληψης, αναπλάσεις του ίδιου του μέσου του μυθιστορήματος, και παρουσιάζει, όχι χωρίς τις αναπόφευκτες θρασύτητες και τον απωθητικό για τον βιαστικό «αινιγματισμό», ένα όνειρο – που όμως το συλλαμβάνουμε ξάγρυπνοι.
Εδώ, εσύ αναγνώστη που ορρωδείς μπροστά στον ζόφο του βιβλίου αυτού, αναρωτήσου: γιατί είσαι πρόθυμος να δεις ένα όνειρο, όταν κοιμάσαι, άλλα όχι πρόθυμος να διαβάσεις ένα όνειρο, ειδικά όταν αυτό για πρώτη φορά έχει αποδοθεί (τόσο λεπτά) στα ελληνικά; Είναι απλό: ο ύπνος δεν σε ρωτάει αν θες να δεις το αποψινό σου όνειρο. Με το ζόρι το ατενίζεις, και εδώ κρύβεται η λύσις που μας αφορά: με το ζόρι πρέπει να εγκύψεις και στην Αγρύπνια. Ακόμα καλύτερα αν είσαι μέρες άυπνος, κουρασμένος – χαμένος σε μια «ξυπνητή» ψευδολογική, απόρροια αϋπνίας και κουράσεως.
Γιατί αυτή την ονειρώδη «α-λογική» προτάσσει, σαν λεύτερο στήθος, που αποζητάει ουρανό απέραντο, και ο Τζόις στο κύκνειο άσμα του. Σαν βρικόλακας πρέπει να σταθείς πάνω απ’ τις λέξεις (ή, κάλλιο, τις ιδιολεξίες), και μην αγχώνεσαι – ο σχολιασμός του μεταφραστή Ανευλαβούς είναι εκτενέστατος, έτσι που κάθε πεποιημένη λέξη αντιστοιχεί σε μια επεξηγηματική (τι άθλος!) υποσημείωση.
Η κυκλότητα ως εκ νέου εφεύρεση της ζωής
Δεν θα μιλήσω περισσότερο για τους χαρακτήρες του βιβλίου, αυτή η διαλεύκανση ας συνεχίσει να ταλανίζει τους ακαδημαϊκούς, που είναι πολλοί και συνάμα ένας, για αυτά έχουν γραφτεί τόμοι, και αν αναλωθούμε στην εξακρίβωση της «πλοκής», να δοθεί βάση στα εισαγωγικά, θα χαθεί η μισή μαγεία της αναγνωστικής διαδικασίας: αντ’ αυτού, επίδοξε μυούμενε στην τζοϋσιανή σφαίρα, καταβυθίσου στη μυσταγωγική πρόζα όπως θα έβλεπες μεθυσμένα ένα ηλιοβασίλεμα, που σε λίγο ξέρεις ότι θα χαθεί. Γιατί το βιβλίο αυτό σου υπόσχεται, με απαράμιλλη διάνοια, την άφιξη του επομένου, φανερώνοντάς σου τη συνεχή αλληλοδιαδοχή των φαινομένων – είτε υλικά είτε άυλα, χρονικά ή χωρικά. Θα συστήσω μοναχά να «αφεθείς στο ρέον αδιακόπως κείμενο, όπως θα αφηνόσουν στο κύμα, έναν Αύγουστο».
Το απειροστό είναι η πεμπτουσία της αρχής, αλλά και η προειδοποίηση του τελευταίου, που όλο επελαύνει, μέσα στα ασύνορα μονοπάτια της αρχής του.
Το σημείο, όμως, που θα σταθώ, αφορά στο ριζικό εύρημα του βιβλίου – ο κύριος λόγος που δεν πρέπει ο αναγνώστης να το αφήσει μισοτελειωμένο, και να επιμείνει, με νύχια και με δόντια, μέχρι λήξεως: το βιβλίο ξεκινάει με την πρόταση που τελειώνει. Η γλώσσα, κυκλωτή, σαν το ψυχιατρικό «κυκλωτό σκέψιμο», ας μην αγνοούμε τις φροϋδικές επιρροές πάνω στον Τζόις, που γυρίζει, νιτσεϊκά, εις εαυτόν, διαδηλώνει το ατέρμονο της ιστορίας. Ουροβόρος όφις η γλώσσα, ακόμα και η τζοΰσιανή, που όσο θα μιλιέται, τόσο θα επιμηκύνει σε ισαρχέγονα πλάτη και μήκη και ατέλειωτες διακυμάνσεις και επίμονες αναστροφές το ακατανόητο φαινόμενο που αποκαλείται «Ιστορία». Γιατί η ιστορία, υπονοεί ο Τζόις, μέσα από γλωσσοπλασίες που θα ζήλευε ακόμα και ένας Sterne, δεν υφίσταται χωρίς την ψυχή, και η ψυχή χωρίς την ιστορία. Αλλά, όπως διασαφηνίζει ο Πλάτων, «Εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὑτήν εἰς ψυχὴν βλεπτέον».
Δες την ψυχή σου, αναστρεφόμενος μοιραία, γιατί η τζοΰσιανή ειμαρμένη είναι η εαυτο-επιστροφή, και μυήσου στο ατελεύτητο του ιστορικού κύκλου, καθότι, όπως η πρώτη πρόταση της Αγρύπνιας ιδιοφυώς είναι η τελευταία, εναρκτήρια και καταληκτική σεκάνς σε μια άσπαστη μορφή, έτσι και η ιστορική επανέρχεται απείρως, έτσι που Αρχή και Τέλος συνυπάρχουν σε ένα σημαδιακό ταγκό, μερικά βήματα μπροστά, κάποια πίσω, αλλά συνεχόμενα – ατέλειωτα. Το απειροστό είναι η πεμπτουσία της αρχής, αλλά και η προειδοποίηση του τελευταίου, που όλο επελαύνει, μέσα στα ασύνορα μονοπάτια της αρχής του. Αυτό που αρχίζει, επειδή δεν τελειώνει, πραγματικά δεν έχει αρχίσει ποτέ – αρά συνεχίζει, ρέοντας ασταμάτητα μέχρι την πρωταρχή του τίποτα, που, λόγω της αδιάλειπτης επιστροφής, καταντάει «κάτι».
Μια τιτάνια μετάφραση
Κάθε φίλος του Τζόις, πιθανώς οι πιότεροι πεζογράφοι με αυτογνωσία, χρωστάει στον Ανευλαβή κάμποσα, που δεν θα του δώσει ποτέ μάλλον – αρκεί απλά να διαβάσει την απόδοση του. Χρεία του μεταφραστή (δὲν εἴν' εὔκολες οἱ θύρες ἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλῇ1) είναι η μεταγραφή όλης της σημειωτικής ενός προκείμενου κειμένου στη μητρική του γλώσσα (ως επί το πλείστον) – ο μεταφραστής που μας αφορά, «ερασιτέχνης», «εραστής της τέχνης» αυτοβαφτίζεται στην Εισαγωγή του βιβλίου, αναγνωρίζει ότι η μεταστοιχείωση μιας «φτιαχτής» γλώσσας σε μια άλλη -την ελληνική πόσω μάλλον- απαιτεί τόλμη, θρασύτητα, βαναυσότητα. Ευθύς αμέσως κατανοεί ότι μια γλώσσα για να είναι γλώσσα, και, άρα, μεταφράσιμη, πρέπει όχι να μιλιέται απλώς: να «αναπνέει».
Την πνοή αυτής της ανάσας «γραπώνει» με τη μελετηρή φούχτα του ο ιατρός αυτός, και τη φυσάει πάνω μας, σε σελίδες που, με μονομανή σχολαστικότητα, εγκύπτουν σε μία προς μία τις ιδιότυμες (μουσικές, καθώς είπαμε) επινοήσεις του Τζέιμς Τζόις
Τα φινεγκανικά βεβαίως αναπνέουν. Την πνοή αυτής της ανάσας «γραπώνει» με τη μελετηρή φούχτα του ο ιατρός αυτός, και τη φυσάει πάνω μας, σε σελίδες που, με μονομανή σχολαστικότητα, εγκύπτουν σε μία προς μία τις ιδιότυμες (μουσικές, καθώς είπαμε) επινοήσεις του Τζέιμς Τζόις, αναλύοντας όχι απλώς ετυμολογικά, μα και ψυχολογικά – παίρνοντας το νόημα και, με τη μέθοδο, θα έλεγα, ενός Holderlin, ανασυνθέτοντας φτιαχτές σαξονικές, κυρίως, λέξεις σε νέα νοηματικά ελληνικά μοτίβα, που να αποδίδουν τον εσωτερικό ρυθμό του πρωτοτύπου, απ’ τις πνοές ανακατασκευάζοντας νέες πνοές, πνοογενή λεκτικά σημεία, που, ανασαίνοντας την ίδια μουσικότητα με το αγγλικό (καταχρηστικά) πρωτότυπο υλικό, εξυφαίνουν και τις ίδιες ψυχολογικές αντιδράσεις από πλευράς του αναγνώστη.
Η σπουδή με την οποίαν καταγίνεται ο Ανευλαβής με αυτό το μεταφραστικό καθήκον είναι απερίγραπτη. Η έρευνα που έχει ρίξει, αποστομωτική. Μένεις πραγματικά ενεός να αποσυναρμολογείς τις πρωτότυπες λέξεις, και να τις διαθλάς στο ελληνικό κείμενο, το οποίο, σημειωτέον, μεταφράζει όλες τις αλλοεθνείς «τζοϋσιανές σφήνες», έτσι που τελικά, όπως ο Τζόις διέπλασε μια νέαν αγγλική, προκύπτει, σαν παιδί που βγαίνει φοβισμένα απ’ την μήτρα, μια «νέα ελληνική» – μια «ανευλαβική», κοντινή στο πνεύμα του Τζόις, πιστή στην ετυμουργία του, αλλά και πολύ καλά συνυφασμένη στα καθ’ ημάς…
Αυτό που ο Θουκυδίδης γράφει «αίδιο» στις Ιστορίες του, το α-τέλειωτο, το αιώνιο, το «ριζικά γυρίζον», συμπυκνώνεται, έχει αυτή την τύχη ο αναγνώστης, εφαμίλλως και στο πρωτότυπο και στο μεταφρασμένο έργο, που, λόγω της ανεπανάληπτης σπουδής του μεταφραστή, συνυπάρχει σε ένα (δίτομο) βιβλίο – το κυκλοφορούν.
1 Σολωμός, «Ύμνος εις την Ελευθερίαν»
*Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΣΤΑΓΕΩΡΓΟΣ είναι πεζογράφος και φοιτητής Ψυχολογίας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Τζέιμς Τζόις (1882-1941) ήταν Ιρλανδός μυθιστοριογράφος, ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας. Θεωρείται ένας από τους θεμελιωτές του μοντερνισμού και ένας από τους πιο επιδραστικούς και σημαντικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα.

Το μυθιστόρημα Οδυσσέας (1922) αποτελεί τομή στον χώρο της πεζογραφίας. Άλλα έργα του είναι η συλλογή διηγημάτων Οι Δουβλινέζοι (1914) και τα μυθιστορήματα Πορτρέτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία (1916) και Finnegans wake (1939).



























