
Για τη νουβέλα του Μουνίρ Ατσέμι (Munir Hachemi) «Ζωντανά πλάσματα» (μτφρ. Σωτήρης Παρασχάς, Λουίς Εντοάρντο Τόρες, εκδ. Αντίποδες).
Γράφει η Φανή Χατζή
Είναι δύσκολο να το πιστέψουμε, αλλά τα Ζωντανά πλάσματα είναι το πρώτο βιβλίο του Ισπανού Μουνίρ Ατσέμι, ενός από τους «25 καλύτερους νέους ισπανόφωνους πεζογράφους» με βάση το περιοδικό Granta. Ξεκινώντας ως ένα αστείο οδοιπορικό τεσσάρων Ισπανών απόφοιτων στη Γαλλία προς αναζήτηση εργασίας, εκτυλίσσεται σε ένα ζοφερό αφήγημα που ξεσκεπάζει ένα από τα πιο μελανά σημεία της εποχής μας. Ο νεαρός συγγραφέας δημιουργεί μια άρτια δομικά νουβέλα, που ξεχειλίζει από ειλικρίνεια, ορμητικότητα και τόλμη, ακροβατώντας επιδέξια ανάμεσα σε πολλά είδη γραφής, από τη χαλαρή περιπέτεια μέχρι το οικολογικό θρίλερ.
Η ιστορία
Η ιστορία στα Ζωντανά πλάσματα δίνεται από ένα αφηγηματικό alter ego του συγγραφέα, τον Μουνίρ, που ανασυνθέτει τα γεγονότα ενός περασμένου από καιρό καλοκαιριού, όταν αυτός και τρεις φίλοι του, ο Χ, ο Αλεχάντρο, και ο Ερνέστο ταξίδεψαν οδοιπορικώς στη νότια Γαλλία. Σκοπός του ταξιδιού των τεσσάρων Μαδριλένων ήταν να δουλέψουν σεζόν στον τρύγο, μια εποχική χειρωνακτική δουλειά που θα τους εξόπλιζε με την απαραίτητη λογοτεχνική πρώτη ύλη. Όταν καταφτάνουν στη γαλλική ύπαιθρο, η υπάλληλος του γραφείου εύρεσης εργασίας τους ενημερώνει ότι εκείνη τη χρονιά δεν θα πραγματοποιηθεί τρύγος. Η εναλλακτική τους είναι τα «πουλερικά», μια ευρεία κατηγορία εργασίας που, όπως θα αποδειχθεί σύντομα, είναι πολύ πιο βάρβαρη και απαιτητική.
Απροετοίμαστοι και άπειροι, υποφέρουν την πρώτη ημέρα δουλειάς, όταν πρέπει ουσιαστικά να αναμετρηθούν με χιλιάδες κότες που τσιμπούν προς πάσα κατεύθυνση. Όταν γυρίζουν απλήρωτοι και κουρασμένοι στο επαρχιακό κάμπινγκ του Αιρ-συρ-λ’ Αντούρ, η δυσωδία τους στιγματίζει. Τις επόμενες ημέρες έρχονται αντιμέτωποι με χειρότερες απολήξεις της ίδιας δουλειάς. Όσο βυθίζονται στα άδυτα της μικροκοινότητας, η δυσφορία μεταξύ τους και με τους άλλους γύρω τους αυξάνεται. Ταυτόχρονα, γίνονται οι δακτυλοδυκτούμενοι του κάμπινγκ, καθώς δημιουργούν γύρω τους έναν μικροβιότοπο από σκουπίδια και μυρωδιές.
Περί αφήγησης και ευθύνης του λογοτέχνη
Ο κύριος κορμός της αφήγησης είναι οι ημερολογιακές καταγραφές του αφηγητή όπως αποτυπώθηκαν στο ημερολόγιο που κρατούσε εκείνες τις ημέρες. Χρόνια αργότερα, έχοντας μάθει απέξω σχεδόν το περιεχόμενο του κίτρινου τετραδίου, ο αφηγητής παραθέτει από μνήμης τις τότε καταγραφές, συμπληρώνοντας σκέψεις και σχολιασμούς που διακόπτουν τη χρονική ακολουθία των ημερών. Πριν ξεκινήσει η εξιστόρηση, αλλά και σε διάφορες παρεκβάσεις ο αφηγητής μάς προειδοποιεί ότι θα αφηγηθεί «μονάχα ό,τι συνέβη και τίποτα άλλο» (σελ. 12), χωρίς «στολίδια», δηλαδή μεταφορές, κρυφά νοήματα ή υπονοούμενα.
Ήδη με αυτό του το σχόλιο, ο αφηγητής αυτοαναιρείται, καθώς προδίδει ένα σημαντικό επίπεδο του βιβλίου του, που είναι ο αναστοχασμός και η αυτοαναφορικότητα, μια γραφή που στέκεται με επίγνωση και επιφυλακτικότητα απέναντι στον ίδιο της τον ρόλο. Ο συγγραφέας έχει στη διάθεσή του ένα ιστορικό τεκμήριο και πασχίζει να αναμετρηθεί με την ευθύνη της αποτύπωσης των αφανών επικρατειών της πραγματικότητας, χωρίς να γίνει καταγγελτικός ή διδακτικός. Διαρκείς διακειμενικές αναφορές τοποθετούν την αυτομυθοπλαστική καταγραφή που επιχειρεί ο Ατσέμι στο είδος της πολιτικής λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας ξέρει πολύ καλά πού αξιώνει να σταθεί, ανάμεσα στη σουρεάλ οικολογική δυστοπία της Σαμάντα Σβέμπλιν και τη μπολανική αποτύπωση της φρίκης. Ταυτόχρονα, ξέρει και ποιες λογοτεχνικές περγαμηνές έχει μεταβολίσει και απορρίψει. Απλώς ζητά από εμάς να μην τα σκεφτούμε, για λίγο, όλα αυτά και να «ακούσουμε», να γίνουμε μάρτυρες της ιστορίας του.
Ταξικότητα, εργασία και η αναζήτηση της «εμπειρίας»
Ο αφηγητής μάς ενημερώνει για τo ταξικό επίπεδο των μελών της παρέας. Προέρχονται όλοι από οικογένειες της αστικής τάξης σε ένα φάσμα που ο ίδιος διακρίνει σε μικρο-, μέσο- και μεγάλο-, με τα δύο άκρα να επιβεβαιώνουν κάποια τυπικά χαρακτηριστικά. Ο Χ, για παράδειγμα, είναι ο πιο εμβαπτισμένος στον μαρξισμό, ενώ ο Ερνέστο είναι ο πιο «κακομαθημένος». Κανείς, όμως, δεν έκανε αυτό το ταξίδι για τα χρήματα, αλλά για την απόκτηση της πολυπόθητης «εμπειρίας», ενός εξαργυρώσιμου για την μετέπειτα καριέρα τους κεφαλαίου. Πηγή για συγγραφικό υλικό, απόδειξη της απεμπόλησης της αστικής τους μαλθακότητας και προσωρινή πρόσκτηση μιας εργατικής ταυτότητας, η χειρωνακτική σκληρή εργασία είναι γι’ αυτούς ένα τελετουργικό μύησης, η ευκαιρία τους να «ανδρωθούν», με όλο τον ματσισμό που υπονοεί η λέξη.
Οι εργάτες που δουλεύουν μόνιμα σε αυτές τις επισφαλείς συνθήκες είναι τα αυθεντικά γρανάζια του συστήματος στο οποίο εισέρχονται οι τέσσερις και τους υπενθυμίζουν την υποκρισία του προσωρινού τους περάσματος από τον δικό τους κόσμο.
Σταδιακά, όμως, οι τέσσερίς τους αναμετρώνται με συνθήκες που δεν περίμεναν και εισέρχονται σε έναν κόσμο που δεν μπορούν να διαχειριστούν, αηδιαστικό και τρομακτικό. Οι εργάτες που δουλεύουν μόνιμα σε αυτές τις επισφαλείς συνθήκες είναι τα αυθεντικά γρανάζια του συστήματος στο οποίο εισέρχονται οι τέσσερις και τους υπενθυμίζουν την υποκρισία του προσωρινού τους περάσματος από τον δικό τους κόσμο. Καθώς η ζέστη πυκνώνει και ο ύπνος στερεύει, οι ήρωες γίνονται ευέξαπτοι, νευρικοί και φτάνουν στα όριά τους. Πίνουν, μαλώνουν, καταστρέφουν πράγματα και ενώ το περιβάλλον τούς ξεβράζει, αυτοί ολοένα πηγαίνουν βαθύτερα, για να ανακαλύψουν το μυστήριο πίσω από τους ξαφνικούς θανάτους κάποιων εργατών.
Ζωντανά πλάσματα
Καθώς πλησιάζουν στην «καρδιά του σκότους», ανακαλύπτουν τη σύγχρονη θηριωδία της κτηνοτροφικής βιομηχανίας των επεξεργασμένων τροφίμων, των αναθυμιάσεων και της επακόλουθης περιβαλλοντικής καταστροφής. Το οικοδόμημα αυτό, νοσηρό και αποκρουστικό, βασίζεται στη σύγχρονη μορφή καπιταλιστικής εργασίας. Στη βιτρίνα, εταιρικά όργανα και καλοντυμένοι προϊστάμενοι ενημερώνουν το προσωπικό ότι νοιάζονται για την υγεία και ευημερία των εργαζομένων τους, έπειτα ενδιάμεσοι μεσάζοντες που λερώνουν τα χέρια τους εγκλωβισμένοι στη φενάκη της «καλύτερης μεταχείρισης» και στον πάτο τα αναλώσιμα εργατικά χέρια. Καθώς επικρατεί μια δυσοίωνη καφκική ατμόσφαιρα, αρχίζει να διαφαίνεται πως στην μηχανή του κέρδους, ζώα και εργατικό δυναμικό, όλα τα «ζωντανά πλάσματα» αλέθονται παράλληλα.
Η «ανοικείωση» από θεωρητικό διανοουμενίστικο πεδίο συζήτησης μετά μπύρας γίνεται γι’ αυτούς μια βιωμένη αποξένωση.
Μπροστά σε αυτή την εικόνα, η έννοια της εμπειρίας μοιάζει ένα ψευτοτσιτάτο. Η πραγματική, χειροπιαστή συνειδητοποίηση της «εμπειρίας» απέχει παρασάγγας από την εξιδανικευμένη πρώτη ύλη γραφής όπως την έπλασαν τα βαριά ονόματα των σημαντικών συγγραφέων ή θεωρητικοποίησαν οι φιλόσοφοι που οι φοιτητές διάβαζαν στο πανεπιστήμιο. Η «ανοικείωση» από θεωρητικό διανοουμενίστικο πεδίο συζήτησης μετά μπύρας γίνεται γι’ αυτούς μια βιωμένη αποξένωση. Ο Μουνίρ κλείνεται στον εαυτό του και γίνεται βίγκαν μέσα σε μια μέρα, καταλήγοντας να απογοητεύει τα λογοτεχνικά του είδωλα, κατά πως φαίνεται, μένοντας ανυπεράσπιστος και αβοήθητος μπροστά σε ανώτερες από αυτόν δυνάμεις.
Αστική υποκρισία και ρατσισμός
Η πιο ενδιαφέρουσα δυναμική στις σχέσεις εξουσίας που σκιαγραφεί το βιβλίο είναι αυτή ανάμεσα στους τέσσερις κατασκηνωτές και τους υπόλοιπους που διανυκτερεύουν στο κάμπινγκ. Οι οικογενειάρχες Γάλλοι και Βέλγοι διατηρούν μια κατ’ επίφαση υπομονετική στάση απέναντι στις φωνές, τα ξενύχτια και τις ζημιές που προκαλούν οι Ισπανοί, αλλά δεν αργούν να εξαπολύσουν τον ρατσιστικό οχετό τους. Δεν δηλώνεται ρητά, αλλά από τα συμφραζόμενα προκύπτει ότι η αφήγηση εκτυλίσσεται μέσα στην κρίση, περίπου το 2012, τότε, δηλαδή, που μεσουρανούσε το υποτιμητικό ακρωνύμιο «P.I.G.S» που έκανε πολλούς Δυτικοευρωπαίους να θεωρούν τους μεσόγειους λαούς ακαμάτες, άεργους, «αγριάνθρωπους, βάρβαρους» (σελ. 139).
Έτσι, λειτουργούν ως δούρειος ίππος, φέρνουν κάθε μέρα δουλειάς μέσα στο κάμπινγκ την οργή, την ένταση, το ανείπωτο της φρίκης που βιώνουν.
Το ειρωνικό σε αυτή τη σχέση είναι ότι οι τέσσερις ήρωες, μολονότι επιβεβαιώνουν κάποια στερεότυπα με τη συμπεριφορά τους, έχουν φτάσει στα όριά τους, προσπαθώντας να χωνέψουν αυτά που βιώνουν καθημερινά. Έτσι, λειτουργούν ως δούρειος ίππος, φέρνουν κάθε μέρα δουλειάς μέσα στο κάμπινγκ την οργή, την ένταση, το ανείπωτο της φρίκης που βιώνουν. Δείχνουν στους Γάλλους το άσχημο πρόσωπο της Ευρωπαϊκής πραγματικότητας κι αυτοί, αναμενόμενα, αποποιούνται την ευθύνη και γυρίζουν το βλέμμα αλλού. Δεν ευθύνονται αυτοί για τη συγκεκριμένη βία.
Αυτό, βέβαια, αναγκαστικά κάνουν και οι ήρωες του βιβλίου, επιστρέφοντας στην αστική τους ασφάλεια, αποφασίζοντας να μην ξαναμιλήσουν ποτέ γι’ αυτό. Αυτό θα κάνουμε κι εμείς, σοκαρισμένοι, θα σκεφτούμε λίγες μέρες όσα διαβάσουμε και μετά θα βάλουμε το βιβλίο πίσω στο ράφι, συνεχίζοντας τις ζωές μας που συντηρούν τη φρίκη. Ο Ατσέμι πρόβλεψε τη στάση μας μέσα από τους χαρακτήρες του. Κάποιος, όμως, μπόρεσε να κοιτάξει πίσω, αντιστάθηκε στην ουδετερότητα και κατέγραψε. Ο λόγος του έγινε Λογοτεχνία και αποδεικτικό στοιχείο, αποτύπωσε την εποχή μας και μας ανάγκασε να την κοιτάξουμε κι εμείς κατάματα.
*Η ΦΑΝΗ ΧΑΤΖΗ είναι δημοσιογράφος και μεταφράστρια, απόφοιτος του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Αγγλικών και Αμερικανικών Σπουδών.
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Munir Hachemi γεννήθηκε στη Μαδρίτη το 1989, σπούδασε ισπανική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας (η διδακτορική του διατριβή μελετά την πρόσληψη του Μπόρχες στη σύγχρονη ισπανική πεζογραφία). Είναι ποιητής, συγγραφέας και μεταφραστής από τα αγγλικά και τα κινεζικά, ενώ έχει εργαστεί ως καθηγητής και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Πεκίνου.

Το μυθιστόρημά του Ζωντανά πλάσματα (Cosas vivas, 2018) μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, γνώρισε θερμή υποδοχή και ξεχώρισε για την πρωτοτυπία του ύφους του. Το 2021 το περιοδικό Granta τον συμπεριέλαβε στη λίστα με τους «25 καλύτερους νέους ισπανόφωνους αφηγητές». Το 2022 τιμήθηκε με το βραβείο El Ojo Crítico de Poesía για την ποιητική του συλλογή los restos. Τελευταία του έργα είναι το μυθιστόρημα El árbol viene (2023), η βιογραφική μελέτη Torrente Malvido. Arqueología del fracaso (2023), καθώς και η συλλογή διηγημάτων Lo que falta (2025).
























