
Για το μυθιστόρημα του Τούρβαλντ Στεν [Thorvald Steen] «Η λευκή καλύβα» (μτφρ. Βίκυ Πορφυρίδου, εκδ. Βακχικόν). Kεντρική εικόνα: από την ταινία «Tusk».
Γράφει η Χριστίνα Μουκούλη
«Ζούμε μονάχα λίγο. Ξέρουμε μόνο κάτι για τον εαυτό μας, όχι πολλά.»
Στα δεκαπέντε, μαθαίνει ότι πάσχει από προοδευτική μυϊκή δυστροφία. Οι μύες του σιγά σιγά ατροφούν, και τώρα, σαράντα χρόνια μετά, ο αφηγητής, κινείται με αναπηρικό αμαξίδιο. Έχει προσαρμόσει τη ζωή του στα δεδομένα που η κατάσταση της υγείας του υπαγορεύει, έχει φτιάξει οικογένεια, εργάζεται και είναι έως έναν βαθμό αυτάρκης.
Το ξαφνικό τηλεφώνημα από μια γυναίκα που λέει ότι είναι ξαδέρφη του, τον φέρνει αντιμέτωπο με πράγματα για τα οποία πάντα αναρωτιόταν αλλά δεν έπαιρνε απάντηση. Γιατί η μητέρα του δεν ανέφερε ποτέ τον δικό της πατέρα, κι αρνούνταν να πει ακόμα και το όνομά του; Γιατί δεν γνώρισε ποτέ την οικογένεια του αδερφού της μητέρας του; Πού οφείλεται όλη αυτή η μυστικοπάθεια για το παρελθόν;
Ο αφηγητής αρχίζει να επισκέπτεται συχνά την μητέρα του και προσπαθεί να της αποσπάσει πληροφορίες για τους άγνωστους συγγενείς του, όμως εκείνη αρνείται συστηματικά να του τις δώσει. Μια μέρα που η σύζυγος και η κόρη του λείπουν και θα λείπουν για μέρες εκτός πόλης, προσπαθώντας να φτάσει κάτι από τη βιβλιοθήκη, ο άντρας πέφτει από το αναπηρικό του αμαξίδιο.
Είναι από τις σπάνιες φορές που δεν φοράει στον καρπό του το κουμπί πανικού, και δεν έχει κοντά το κινητό του. Πεσμένος με το πρόσωπο στο πάτωμα, παρατηρεί με κάθε λεπτομέρεια τα αντικείμενα γύρω του, προσπαθεί να σηκώσει το παράλυτο σώμα του, και ταυτόχρονα θυμάται. Ξαναζεί στιγμές από τη ζωή του, τον κατακλύζουν αναμνήσεις σκόρπιες, μπερδεμένες, χωρίς σειρά, χωρίς λογική, απογυμνωμένες από κάθε περιττό στολίδι, με μόνο κυρίαρχο το συναίσθημα εκείνων των στιγμών.
Θυμάται τον εαυτό του μικρό, να έχει εξαιρετικές επιδόσεις στο σκι, να έχει στόχους και όνειρα. Θυμάται ότι λατρεύει τα άλματα. Θυμάται τον γιατρό να του λέει ότι, λόγω της ασθένειάς του, είναι υποχρεωμένος να σταματήσει για πάντα το αγαπημένο του άθλημα. Θυμάται τη μητέρα του να του τονίζει ότι αυτό πρέπει να το κρατήσει μυστικό, για το δικό του καλό. Θυμάται τον πατέρα του να συμφωνεί μαζί της. Θυμάται τη ντροπή και την αυτολύπηση που ένιωθε, τα πρώτα χρόνια μετά από τη διάγνωσή του.
Πώς είναι να γνωρίζεις από τα δεκαπέντε σου ότι κάποια στιγμή θα μείνεις παράλυτος, αλλά να μην μπορείς να το συζητήσεις με κανέναν;
Θυμάται την απογοήτευση, τη μοναξιά και τον πόνο. Τον πόνο για το ψέμα μέσα στο οποίο ζει. Για την αδικία που υφίστανται τα άτομα με τέτοιες ασθένειες. Είναι πεπεισμένος ότι, στην κατάσταση που βρίσκεται, δεν θα τον αγαπήσει ποτέ κανείς. Ότι δεν έχει καμία αξία. Περιφρονεί τον εαυτό του και θεωρεί ότι και οι άλλοι τον περιφρονούν. Είναι αποκομμένος από όλους και φοβάται να αποδεχτεί την αγάπη. Ελπίζει όμως ότι ίσως και να υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να τον καταλάβουν.
Αγώνας για μια θέση στον κόσμο
Πώς είναι να γνωρίζεις από τα δεκαπέντε σου ότι κάποια στιγμή θα μείνεις παράλυτος, αλλά να μην μπορείς να το συζητήσεις με κανέναν; Να κρατάς μυστικό οτιδήποτε έχει σχέση με την πάθησή σου, και να μην επιτρέπεις στον εαυτό σου να απολαύσει τις χαρές της ηλικίας του; Σε ποιον μπορείς να ρίξεις την ευθύνη για την ασθένειά σου;
![]() |
|
Ο Τούρβαλντ Στεν γεννήθηκε το 1954 στη Νορβηγία. Εμφανίστηκε στη λογοτεχνική σκηνή το 1983 και μέχρι σήμερα έχει γράψει μυθιστορήματα, συλλογές διηγημάτων, θεατρικά έργα, ποίηση, παιδικά βιβλία και δοκίμια. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 30 γλώσσες ενώ έχουν αποσπάσει επαίνους και διακρίσεις, τόσο στη Νορβηγία όσο και στο εξωτερικό. Το 2001 τιμήθηκε με το βραβείο Dobloug της Σουηδικής Ακαδημίας για το σύνολο του έργου του Το 2004 έλαβε από το νορβηγικό υπουργείο Πολιτισμού κρατική επιχορήγηση εφ’ όρου ζωής. Το μυθιστόρημά του Η λευκή καλύβα συμπεριλήφθηκε το 2023 στη μακρά λίστα των βραβείων λογοτεχνίας του Δουβλίνου (Dublin Literary Awards). |
Ο αφηγητής είχε και έχει σαφή εικόνα της κατάστασής του. Ξέρει ότι η ασθένειά του οφείλεται στο γεγονός ότι στο τέταρτο ζευγάρι χρωμοσωμάτων των κυττάρων του, το ένα χρωμόσωμα είναι ελαφρώς μικρότερο από το άλλο. Η κατάστασή του σταδιακά θα επιδεινώνεται. Είναι κάτι που δεν μπορεί να το αποτρέψει. Χωρίς κανένα στοιχείο μοιρολατρίας, επιλέγει να παλέψει και να κάνει το καλύτερο που μπορεί. Το μόνο που ζητά, είναι απαντήσεις στο γιατί δεν ξέρει τίποτα για τους συγγενείς του, και γιατί δεν συζητούσαν ποτέ για την ασθένειά του. Τις οποίες απαντήσεις η μητέρα του, η μόνη εν ζωή από την οικογένειά του, δεν είναι διατεθειμένη να του δώσει. Ξαναζεί κάθε επίσκεψη στο σπίτι της, και ανακαλεί τον τρόπο που εκείνη υπεκφεύγει να απαντήσει.
Έρευνα του παρελθόντος
Όμως εκείνος βρίσκει κι άλλους τρόπους να ερευνήσει το παρελθόν. Τώρα ξέρει ότι η ασθένειά του είναι κληρονομική. Ότι την είχε και ο θείος του και ο παππούς του. Αναγνωρίζει τον εαυτό του και τη στάση του σώματός του σε μια παλιά φωτογραφία, όπου ο παππούς του και ο θείος του ποζάρουν με φόντο μια λευκή καλύβα. Ξέρει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζαν παλιότερα τις ασθένειες, την προέλευσή των οποίων δεν γνώριζαν. Ξέρει ότι οι ασθένειες αυτές στιγμάτιζαν τον ασθενή και την οικογένειά του, κατατάσσοντάς τον σε μια κατώτερη βαθμίδα, και στερώντας του την κοινωνική αποδοχή. Ξέρει ότι η ασθένεια αυτή έμπαινε εμπόδιο στην επαγγελματική αποκατάσταση των ίδιων των ασθενών αλλά και των συγγενών τους.
Ταυτόχρονα, δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει στη μητέρα του και στη γιαγιά του τη στωικότητα και τη δύναμη που ήταν απαραίτητες για να αντέξουν τις δυσκολίες της ζωής, κυρίως κατά τη διάρκεια του πολέμου, ή όταν θεώρησαν ότι έπρεπε να απομακρυνθούν από αγαπημένα τους πρόσωπα, τα οποία έφεραν τη δική του νόσο. Η κατανόηση της πράξης τους, θα είναι αρκετή για να κερδίσουν τη συγχώρεσή του;
Στο βιβλίο ξετυλίγεται η οικογενειακή ιστορία του αφηγητή, ο οποίος ψάχνει απεγνωσμένα τις ρίζες του. Περιγράφεται η ντροπή των συγγενών του για τη διαφορετικότητα κάποιων από τα μέλη της οικογένειας, η απόκρυψη και η συμφωνία συγκάλυψης της κατάστασης, τονίζοντας το κόστος που θα είχε γι’ αυτούς η αποκάλυψη της αλήθειας.
Πρωτοπρόσωπη ζωντανή αφήγηση, πινελιές ποιητικού λόγου, εξαιρετική αφηγηματική μαεστρία. Ένα, ομολογουμένως, πολύ ενδιαφέρον βιβλίο.
Επίσης παρουσιάζεται γλαφυρά ο πόνος που συνοδεύει συχνά τη ζωή και τις σχέσεις μέσα στην οικογένεια, και προβάλλεται εμφατικά και στο μέγεθος που της αναλογεί η αδιαμφισβήτητη αξία της ύπαρξης, ακόμα κι αν σωματικά υπολείπεται, ή μάλλον, κυρίως τότε. Πρωτοπρόσωπη ζωντανή αφήγηση, πινελιές ποιητικού λόγου, εξαιρετική αφηγηματική μαεστρία. Ένα, ομολογουμένως, πολύ ενδιαφέρον βιβλίο!
*Η ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΜΟΥΚΟΥΛΗ είναι εκπαιδευτικός.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Για ποιον λόγο να ζω; Έκανα πολλές φορές αυτή την ερώτηση στον εαυτό μου καθώς ανέβαινα στην ψηλή σκάλα. Στην κορυφή της, με το κεφάλι μου στραμμένο στη θολωτή οροφή, ο δρόμος προς το αιώνιο σκοτάδι φαινόταν σύντομος. Δεν κατηγορούσα κανέναν για την ασθένειά μου. Ήταν κάτι βαθύτερο που με έκανε να υποφέρω. Ήμουν πεπεισμένος ότι μου έλειπε εκείνο το γονίδιο που ήταν απαραίτητο για να μπορεί κανείς να αποδεχτεί την αγάπη, τούτη η προαπαιτούμενη ικανότητα να δένεσαι με έναν άλλο άνθρωπο. Αισθανόμουν πως στο βλέμμα μου υπήρχε ένας πόνος που δεν είχε κανένας άλλος. Διψούσα να ικετεύσω για βοήθεια, μα δεν μπορούσα να τη ζητήσω από κανέναν.»























