alt

Για το βιβλίο του Joseph Roth «Τα χρόνια των ξενοδοχείων – Περιπλανώμενος στην Ευρώπη ανάμεσα στους πολέμους» (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα).

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

Το βιβλίο του Γιόζεφ Ρoτ Τα χρόνια των ξενοδοχείων αντανακλά σε μια από τις δύο δημιουργικές πτυχές του μεγάλου, εξαίσιου και πιστού υπηκόου μιας χαμένης αυτοκρατορίας. Εκείνη του δημοσιογράφου.

Το παράδειγμα και τη συνήθεια πολλών συγγραφέων, όπως και του Γιόζεφ Ρoτ εν προκειμένω, να διαμένουν δηλαδή σε ξενοδοχεία, να εμπνέονται από την εκεί παραμονή τους και να γράφουν μυθιστορήματα, διηγήματα, ανταποκρίσεις σε εφημερίδες, την είχαν βεβαίως και πολλοί άλλοι σε παλιότερες εποχές, αλλά και μετέπειτα. Ο Τόμας Μαν, επί παραδείγματι, έγραψε το Θάνατος στη Βενετία αφού διέμεινε στο Grand Hotel des Bains, στη Βενετία. Το Grand Hotel des Bains ήταν ένα πολυτελές ξενοδοχείο που χτίστηκε στα 1900, με σκοπό να προσελκύσει πλούσιους τουρίστες στην περιοχή, αλλά μεταξύ πολλών άλλων φιλοξένησε και τον Τόμας Μαν, το 1911, και η διαμονή του εκεί τον ενέπνευσε ώστε να προχωρήσει στη συγγραφή του προαναφερόμενου βιβλίου του. Φυσικά δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι υπήρξαν και μερικοί που άφησαν την τελευταία τους πνοή σε αυτά. «Είμαι πολίτης του ξενοδοχείου» δήλωσε σε δεδομένη στιγμή ο Γιόζεφ Ρoτ, σε μία από τις εφημερίδες που αναφέρθηκαν στο παραπάνω βιβλίο. Τουτέστιν, στο Τα χρόνια των ξενοδοχείων.

alt
Το Grand Hotel des Bains, στη Βενετία (~1920).


Ο Γιόζεφ Ρoτ ήταν ένας αληθινός κοσμοπολίτης ουμανιστής και το ξενοδοχείο, όπως αποδείχτηκε από τη βιογραφία του, ήταν το φυσικό του περιβάλλον. Οι επισκέπτες έρχονται από όλο τον κόσμο, αναφέρει κάπου μέσα στο εν λόγω βιβλίο: «Οι ήπειροι και οι θάλασσες, τα νησιά, οι χερσόνησοι και τα πλοία, οι χριστιανοί, οι εβραίοι, οι βουδιστές, οι μουσουλμάνοι και ακόμη και οι αθεϊστές, όλοι εκπροσωπούνται σε αυτό το ξενοδοχείο. Ο ταμίας προσθέτει, αφαιρεί, μετράει και εξαπατά σε πολλές γλώσσες και αλλάζει κάθε νόμισμα. Ελευθερωμένοι από τη σύσφιγξη του πατριωτισμού, από τις παρωπίδες των εθνικών συναισθημάτων, ελαφρώς σε διακοπές από την ακαμψία της αγάπης της γης, οι άνθρωποι φαίνεται να έρχονται μαζί εδώ και τουλάχιστον φαίνονται να είναι αυτό που πρέπει πάντα να είναι: παιδιά του κόσμου».

Ο Γιόζεφ Ροτ έγραφε σχεδόν μια σελίδα την ημέρα, ίσως λιγότερο, περιπλανώμενος σε διάφορες τοποθεσίες της Γηραιάς Ηπείρου, απολαμβάνοντας τα τοπία, τις καθημερινές τετριμμένες συνήθειες και τη νοοτροπία των ανθρώπων τους.

Ο Ροτ ήταν εξίσου υπεροπτικός, αυταρχικός, αλλά και ψυχαγωγικός στην άσκηση της δημοσιογραφίας του, όπως φυσικά και στη διαδικασία συγγραφής των εμβληματικών μυθιστορημάτων του. Όπως μας πληροφορεί στην εισαγωγή του, εδώ, ο Michael Hofmann, ο Γιόζεφ Ροτ έγραφε σχεδόν μια σελίδα την ημέρα, ίσως λιγότερο, περιπλανώμενος σε διάφορες τοποθεσίες της Γηραιάς Ηπείρου, απολαμβάνοντας τα τοπία, τις καθημερινές τετριμμένες συνήθειες και τη νοοτροπία των ανθρώπων τους, γεμίζοντας, συγκεντρώνοντας και αρχειοθετώντας σελίδες γύρω από την Κεντρική Ευρώπη, τα Βαλκάνια και τον Σοβιετικό Καύκασο, και βεβαίως για τα ξενοδοχεία στα οποία διέμεινε στις πολυποίκιλες περιπλανήσεις του. Ας δούμε λίγο το κείμενο που τιτλοφορείται «Άφιξη στο ξενοδοχείο» (1929), το πρώτο του έκτου μέρους («Ο κόσμος των ξενοδοχείων»). Η άφιξη στο ξενοδοχείο ξεκινάει με μια περιγραφή του αγαπημένου ξενοδοχείου, αν και δεν είναι γνωστό εάν πρόκειται για συγκεκριμένο και γνωστό ξενοδοχείο, για μια φανταστική σύνθεση, ή απλώς για μια ονειρική αναπαράσταση. Η πόλη στην οποία βρισκόταν αυτό είναι κατά πάσα πιθανότητα το πολύβουο και πολυάσχολο λιμάνι της Μασσαλίας:

«Το ξενοδοχείο, που αγαπώ σαν πατρίδα μου, βρίσκεται σε ένα από τα μεγάλα ευρωπαϊκά λιμάνια και τα βαριά χρυσά γράμματα-αντίκες, με το οποίο είναι γραμμένο το μπανάλ όνομά του (λάμποντας πάνω από τις στέγες των σπιτιών, που ανηφορίζουν μαλακά) είναι στα μάτια μου μεταλλικές σημαίες, υψωμένα μικρά λάβαρα που χαιρετούν αστράφτοντας αντί ν’ ανεμίζουν. Άλλοι άνδρες γυρίζουν στην θαλπωρή των σπιτιών τους, στις γυναίκες και στα παιδιά τους, εγώ γυρίζω στους πολυελαίους του λόμπυ, στην καμαριέρα και στον πορτιέρη – και κατορθώνω πάντα να παίξω αυτό το έργο τόσο τέλεια, ώστε η τυπική διαδικασία της άφιξης στο ξενοδοχείο δεν αρχίζει καν…»

Με λίγες σχετικά εξαιρέσεις, ο Ροτ (1894-1939) έγραψε για αυτές τις αποστολές, περίπου από το 1926 μέχρι τον θάνατό του το 1939, δηλαδή στην τρίτη και τέταρτη δεκαετία της ζωής του. Το 1926 παντρεύτηκε, έχοντας τρία μυθιστορήματα σε εξέλιξη, αλλά δυστυχώς η επόμενη δεκαετία θα αποδειχθεί η εκπληκτικότερη περίοδος της ζωής του, αν και η πιο καταστροφική, τελικά. Περιδιαβαίνοντας μέσα σε μια ραγδαία μεταβαλλόμενη σε ναζιστικό δημιούργημα Ευρώπη, έπρεπε να αντιμετωπίσει από τη μια μεριά μια σχιζοφρενή σύζυγο, και από την άλλη τον προελαύνοντα αλκοολισμό του και μια έκδηλη αδυναμία να χαλιναγωγήσει τις δαπάνες του, τις μετακινήσεις, τα ξενοδοχεία όπου διέμενε και φυσικά τους πιστωτές του. Ενάμιση μήνα μετά την «Άφιξη στο ξενοδοχείο» έγραψε την «Αναχώρηση από το ξενοδοχείο» (24 Φεβρουαρίου 1929), για τη Frankfurter Zeitung:

«Αρκετά έμεινα ετούτη φορά. Αν έμεινα περισσότερο, θα ήμουν ανάξιος της μεγάλης ευλογίας του να είναι κανείς ξένος. Θα υποβάθμιζα το ξενοδοχείο, θα το έκανα σπίτι, αν δεν έφευγα παρά μόνον όταν έπρεπε να το κάνω. Θέλω να νιώθω ευπρόσδεκτος, αλλά όχι να είναι το σπίτι μου. Θέλω να μπορώ να έρχομαι και να φεύγω… Προτιμώ να ξέρω ότι υπάρχει εδώ ένα ξενοδοχείο που με περιμένει. Αντιλαμβάνομαι ότι είναι και αυτός ένας συναισθηματισμός, ότι από το φόβο του γνωστού και παραδοσιακού υποκύπτω σ’ έναν συναισθηματισμό πιο πρωτότυπο. Αλλά έτσι είναι η ανθρώπινη καρδιά».

Τι ήταν λοιπόν εκείνο το κρυφό μυστικό ή το υφέρπον κίνητρο που έκανε τους συγγραφείς στα τέλη του δέκατου ένατου και των αρχών του εικοστού αιώνα να λατρεύουν τόσο πολύ τα γνωστά και κοσμοπολίτικα ξενοδοχεία;

Η γοητεία του Γιόζεφ Ροτ με τα διάφορα ξενοδοχεία, όπως είπαμε, δεν είναι καινούργια. Ατενίζοντας τις συγγραφικές δημιουργίες των περασμένων καιρών, είναι σχεδόν αδύνατο να μη συναντά κάποιος σε ένα βιβλίο ένα ξενοδοχείο που να παίζει κάποιον ρόλο στην όλη υπόθεση. Το Grand Hotel des Bains της Βενετίας, στο οποίο ήδη αναφερθήκαμε, ήταν το ξενοδοχείο όπου ο Τόμας Μαν έγραψε το Θάνατος στη Βενετία, και που χρησιμοποίησε επίσης ο θεμελιωτής και βασικός εκφραστής του ρεύματος του ιταλικού νεορεαλισμού, ο σκηνοθέτης Λουκίνο Βισκόντι, ως την ιδανική τοποθεσία για τη δική του προσαρμογή της νουβέλας του Τόμας Μαν. Τι ήταν λοιπόν εκείνο το κρυφό μυστικό ή το υφέρπον κίνητρο που έκανε τους συγγραφείς στα τέλη του δέκατου ένατου και των αρχών του εικοστού αιώνα να λατρεύουν τόσο πολύ τα γνωστά και κοσμοπολίτικα ξενοδοχεία; Ίσως, όπως γράφει ο Ροτ καταλήγοντας, να μην ήταν τίποτα άλλο παρά θέμα καθημερινών συνήθων διευκολύνσεων, όπως η διαμονή σε καταλύματα που βρίσκονταν σε καλές και ενδιαφέρουσες τοποθεσίες, και οι οποίες διέθεταν ό,τι χρειάζονταν οι συγγραφείς, δηλαδή άνετη διαμονή, χαρτί για να γράφουν, ταχυδρομείο για να στέλνουν και να λαμβάνουν την αλληλογραφία τους και την απαραίτητη γι’ αυτούς καφετέρια.

Αλλά και ίσως κάτι παραπάνω! Σε μερικά μυθιστορήματα αποκαλύπτεται πως η γοητεία του δέκατου ένατου αιώνα με το ξενοδοχείο ήταν έννοια στενά συνδεδεμένη με την επιθυμία να φύγει κάποιος από το αστικό του σπίτι και να εξερευνήσει με ασφάλεια την ατομικότητα και την προσωπικότητά του πέρα ​​από τις περιρρέουσες βικτωριανές νευρώσεις εκείνης της εποχής. Ενώ το «σπίτι», λοιπόν, ήταν η παραδοσιακή έννοια, το ξενοδοχείο ήταν ένας ελκυστικός παράδεισος της νεωτερικότητας, παρέχοντας ένα τέλειο μέσο για τον επιμελή και φιλομαθή παρατηρητή, ώστε να διέρχεται και να ξεγλιστρά μέσω των δύσκαμπτων φραγμών των κοινωνικών τάξεων, των φυλετικών και του φύλου, και έτσι να γίνεται μάρτυρας του διπλανού στο περιβάλλον του. altΤα περισσότερα ξενοδοχεία που ο Ροτ αλλά και άλλοι συγγραφείς απολάμβαναν, σχεδόν όλα έκλεισαν τις πόρτες τους στις μέρες μας ή μετατράπηκαν σε ακριβά συγκροτήματα κατοικιών, όπως επί παραδείγματι το ξενοδοχείο όπου διέμεινε ο Μαν στη Βενετία, με αποτέλεσμα ο εντυπωσιακός τους χαρακτήρας να διασώζεται τώρα μόνο στα μυθιστορήματα που βοήθησαν να δημιουργηθεί μια σειρά υπέροχων κινηματογραφικών ταινιών από τη γνωστή και ως Χρυσή Εποχή του Χόλιγουντ. Περίπου την εποχή που πέθανε ο Ροτ, η σημασία του ξενοδοχείου για τους συγγραφείς είχε σαφώς αλλάξει, έχοντας γίνει λιγότερο ουτοπική και σαφώς περισσότερο καφκική. Στο μυθιστόρημα Καλημέρα, μεσάνυχτα (μτφρ. Αργυρώ Μαντόγλου, εκδ. Μελάνι) που δημοσιεύτηκε το 1939, το έτος δηλαδή του θανάτου του Γιόζεφ Ροτ, η Τζην Ρυς (Jean Rhys, 1894-1979), έγραφε: «Περπατώντας πίσω τη νύχτα. Επιστροφή στο ξενοδοχείο. Πάντα το ίδιο ξενοδοχείο. Πατάς το κουμπί. Η πόρτα ανοίγει. Ανεβαίνεις τις σκάλες. Πάντα τα ίδια σκαλοπάτια, πάντοτε το ίδιο δωμάτιο». Και σαν να μην έφτανε αυτό, μια άλλη πολυβραβευμένη Αμερικανίδα ποιήτρια, η Ελίζαμπεθ Μπίσοπ (Elizabeth Bishop, 1911-1979), στο έργο της In Prison (1938), βρίσκει την ύπαρξη του ξενοδοχείου τόσο αφόρητη που θα μπορούσε να συγκριθεί από πολλές απόψεις με τη ζωή των κρατουμένων στη φυλακή. Κι όλα αυτά μέχρι να έρθουν στην καθημερινότητα και να γίνουν πραγματικότητα οι φιλόδοξες αεροπορικές εταιρείες και οι εύκολες μετακινήσεις των συγγραφέων στα διάφορα γνωστά ξενοδοχεία των μεγάλων εμπορικών αλυσίδων και ονομάτων, όπου γης.

alt

Ο Γιόζεφ Ροτ, από την άλλη πλευρά, μας λέει ότι η γενειάδα του μεγάλωνε γρηγορότερα από το ταξίδι του με το τρένο. Όταν ταξίδεψε με ατμόπλοιο στον Βόλγα, από το Νίζνι Νόβγκοροντ στο Αστραχάν, δεν μπορούσε καν να ελπίζει ότι θα βρει μια εφημερίδα στη μητρική του γλώσσα, εκτός αν συνέβαινε να την είχε φέρει μαζί του, ενώ παράλληλα οι τηλεφωνικές κλήσεις ήταν απαγορευτικά δαπανηρές. Αντ’ αυτού, αναγκάστηκε να αλληλοεπιδράσει με το περιβάλλον του, ειδικά στη τέταρτη θέση, μέσα στο αμπάρι του πλοίου:

«Κατά τη διάρκεια της μέρας αυτό το στριμωγμένο αμπάρι είναι γεμάτο φασαρία και φωνές. Τη νύχτα, όμως, φυσάει εντός του ένας αέρας αξιοπρέπειας, σχεδόν ευλάβειας… Σαστισμένα χέρια προσπαθούν να διώξουν τα οδυνηρά φώτα, σαν να ήταν μύγες ενοχλητικές. Οι άντρες κρύβουν τα κεφάλια τους στα μαλλιά των γυναικών τους, οι γεωργοί αγκαλιάζουν τα δρεπάνια τους, τα παιδιά τις φτηνές τους κούκλες. Οι λάμπες τραμπαλίζονται στο ρυθμό των μηχανών».

«Η χαρά που νιώθει κανείς πριν από ένα ταξίδι είναι πάντα μικρότερη από τον εκνευρισμό που το ταξίδι τελικά προκαλεί», ξεκινάει ο Ροτ στον «Ρομαντισμό του ταξιδιού», τον Ιούνιο του 1926.

Έχει γίνει συνηθισμένο φαινόμενο και πρακτική, ειδικά στις μέρες μας, να επισημαίνουμε κατά κόρον ότι καθώς το ταξίδι έχει γίνει ασφαλέστερο, φθηνότερο, γρηγορότερο και αποτελεσματικότερο, είναι επίσης πιο νωθρό, εσωστρεφές και μερικές φορές λιγότερο ευχάριστο απ’ ό,τι ήταν παλιότερα. Αλλά οι διάφορες αποστολές του Ροτ, με την προσεκτική περιγραφή τους, φέρνουν τις όποιες διαφορές των κοινωνιών στο προσκήνιο και σε απότομη άμβλυνση. «Η χαρά που νιώθει κανείς πριν από ένα ταξίδι είναι πάντα μικρότερη από τον εκνευρισμό που το ταξίδι τελικά προκαλεί», ξεκινάει ο Ροτ στον «Ρομαντισμό του ταξιδιού», τον Ιούνιο του 1926, για τη Frankfurter Zeitung. Αναφέρεται σε έναν λεπτομερή κατάλογο παραπόνων σχετικά με όλους τους κανόνες που σχετίζονται με τα ταξίδια, για παράδειγμα το γεγονός ότι «τα σκυλιά δεν επιτρέπονται στα βαγόνια», αλλά και «για τους φλύαρους επιβάτες, ωστόσο, δεν προβλέπονται φίμωτρα», προτρέποντας τον συντάκτη της εφημερίδας του να επισυνάψει την ακόλουθη δήλωση, πως παρά τα όσα αρνητικά λέει για τον «ρομαντισμό» του ταξιδιού, ο συγγραφέας μας ξοδεύει πολύ λίγο χρόνο στο σπίτι του!

altΓια τον Γιόζεφ Ροτ έχουν γραφτεί πολλά. Το επικό του μυθιστόρημα σχετικά με την παρακμή και κατάρρευση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ (Radetzky marsch, 1932), μια μεγαλειώδης ελεγεία για την Αυστρία των Αψβούργων, αναπτύσσει μια περιγραφική αληθοφάνεια που τείνουμε να τη συσχετίζουμε με μια παλαιότερη εποχή. Η δημοσιογραφία του, από την πλευρά της, παρουσιάζει επίσης όλα τα λειτουργικά χαρακτηριστικά του εισηγητή. Το έργο του απασχολεί τόσο έντονα τον νεωτερισμό, με το πολύπλευρο τραύμα και τις παράπλευρες απώλειες και την αναταραχή που είχε προκαλέσει σε ολόκληρη τη γηραιά ήπειρο, ώστε καμία αναφορά στην πολιτιστική ιστορία της εποχής δεν θα ήταν πλήρης χωρίς να περικλείει ή να αναφέρεται και σ’ αυτό. Τα τελευταία του έργα τον χαρακτήρισαν ως τεχνίτη γραφής στην εποχή του. Η Κρύπτη των Καπουτσίνων (Die Kapuzinergruft, 1938), για παράδειγμα, είναι ένα αρκούντως χαρακτηριστικό κείμενο από το μεγαλοπρεπές έργο του, μέσα στο παρείχε ένα δυσοίωνο στιγμιότυπο μιας Ευρώπης ευρισκόμενης στο χείλος του επερχόμενου κατακλυσμού. Η Κρύπτη των Καπουτσίνων ήταν το μυθιστόρημα που συμπληρώνει το αριστούργημα του Γιόζεφ Ροτ Το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ, και είναι μια μελαγχολική, συγκινητική ελεγεία για τον χαμένο κόσμο της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Σε μια μεταπολεμική Βιέννη πλημμυρισμένη από την οικονομική κρίση, οι παλιές οικογένειες έχουν χάσει όλα τα προνόμιά τους, και ο Ροτ περιγράφει τη σκληρή και περίπλοκη κοινωνική πραγματικότητα της πόλης, καθώς άρχιζαν ήδη να κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα σημάδια της ναζιστικής ωμότητας που κατέφτανε απειλητικά. altΑυτή η διασύνδεση του Παλαιού Κόσμου με τον Νέο είναι και η λογοτεχνική αποστολή του Ροτ. Το βιβλίο ετούτο φιλοξενεί εξήντα τέσσερα κείμενα-επιστολές, μια συλλογή γραμμένη μεταξύ 1919 και 1939, μεταφρασμένη στα αγγλικά για πρώτη φορά από τον Michael Hofmann (2015). Ο Ροτ, από τη σκοπιά του, έβλεπε αυτά τα ένθετα στις εφημερίδες σαν ένα κομμάτι αλληλένδετο με το μυθιστορηματικό του έργο. Σε επιστολή του προς τον Benno Reifenberg, τον εκδότη του στη Frankfurter Zeitung, τον Απρίλιο του 1926, εξέφρασε τις αρετές της συγκεκριμένης φόρμας, υποστηρίζοντας ότι τα ένθετα των εφημερίδων είναι τόσο σημαντικά πράγματα όσο και η πολιτική και πως ο ίδιος δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να ζωγραφίζει και σκιαγραφεί το πορτρέτο της εποχής του.

Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των άρθρων χρονολογείται από τη δεκαετία του 1920 και κάνουν ακριβώς αυτό, δηλαδή να κρατούν έναν καθρέφτη μέσα στον οποίο καθρεφτίζεται η Ευρώπη, η οποία βρίσκεται σε συνεχόμενη ροή, αλλαγή και ρευστότητα, οικονομικά, πολιτικά, και πολιτιστικά. Στο πρώτο κείμενο, «Για σκυλιά και ανθρώπους» (1919), ο Ροτ μάς μιλάει για έναν άνθρωπο που επέστρεψε από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, έναν πωλητή εφημερίδων στην κεντρική οδό Κέρτνερ Στράσε (Kärntner Strasse) της Βιέννης. Είναι ανάπηρος με σπασμένη σπονδυλική στήλη, και ένα σκυλάκι που το εμπιστεύεται κάθεται στην πλάτη του, «ένα έξυπνο, καλά εκπαιδευμένο σκυλί, καβάλα στον αφέντη του, που τον προσέχει, μη χάσει, μην του πάρουν κανένα φύλλο απ’ την πραμάτεια του». Ο Ροτ βλέπει σε αυτή την παράξενη σκηνή την ανατροπή της φυσικής τάξης των πραγμάτων, ένα σύμβολο της δραματικής παλινδρόμησης της ανθρωπότητας, και μας καταγγέλλει ευθέως και κατάμουτρα, πως «κάποτε υπήρχαν τσομπανόσκυλα που βοηθούσαν τους βοσκούς να προσέχουν τα κοπάδια τους, υπήρχαν κυνηγόσκυλα που βοηθούσαν τους κυνηγούς στα κυνήγια τους. Σήμερα υπάρχουν ανθρωπόσκυλα που βοηθούν τους ανάπηρους να φυλαχτούν από τα χειρότερα». Και τελειώνει το εν λόγω κείμενο, με την αποκάλυψη της σκηνής στην οποία ένας σκύλος βρίσκεται καβάλα σε έναν άνθρωπο. «Και ο άνθρωπος να χαίρεται που βασίζεται σε αυτόν τον σκύλο, γιατί θυμάται τι έγινε όταν βασιζόταν σε άλλους ανθρώπους… Καταφέραμε να αφήσουμε πίσω μας αυτόν τον πόλεμο, που σήμανε το τέλος για το Ιππικό σε όλους τους στρατούς, μόνο και μόνο για να δούμε σκυλιά καβάλα στους ανθρώπους»!

Ο Γιόζεφ Ροτ, ένας Εβραίος, έφυγε από τη Γερμανία το 1933, όταν ανέβηκε ο Χίτλερ στην εξουσία, και πέθανε στο Παρίσι το 1939. Λαμβάνοντας υπόψιν, έτσι, αυτές τις σελίδες, αισθανόμαστε ότι ο συγγραφέας τους βρισκόταν σε κατάσταση εξορίας πολύ πριν από το 1933.

Ο Ροτ, ο οποίος γεννήθηκε σε μια πόλη της Ανατολικής Γαλικίας, στη σημερινή δυτική Ουκρανία, είχε μέσα του ενσωματωμένη μια συναισθηματική νοσταλγία για τον πολυεθνικό στιβαρό μονόλιθο που ήταν τότε η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Και όπως ο ίδιος δήλωνε, οι εθνικισμοί που κατέστρεψαν τη διπλή μοναρχία θα διέλυαν σταδιακά και την Ευρώπη – και μάλιστα δύο φορές. Κάποια τμήματα του κειμένου «Άφιξη στο ξενοδοχείο» προσφέρουν μια πολύτιμη απόδειξη της συναισθηματικής έλξης της εθνότητας στον κοσμοπολιτισμό ενός ξενώνα της Μασσαλίας: «Ο πορτιέρης Γάλλος από την Προβηγκία, ο ρεσεψιονίστας από τη Νορμανδία. Ο μετρ ντ’ Οτέλ Βαυαρός. Η καμαριέρα Ελβετίδα. Ο γκρουμ Ολλανδός. Ο διευθυντής Λεβαντίνος… Οι πελάτες είναι απ’ όλα τα μέρη του κόσμου». Ο Ροτ βρίσκει τον εαυτό του να συνδέεται συναισθηματικά με το ξενοδοχείο, λαμβάνοντας υπερβολικό ενδιαφέρον για τα καθημερινά του βήματα: «ενδιαφέρομαι για όλα όσα έχουν σχέση με το ξενοδοχείο, λες και πρόκειται κάποια μέρα να κληρονομήσω μετοχές στην επιχείρηση». Σε αυτό το απίθανο περιβάλλον, αυτόν το πολύβουο ξενώνα με τον παροδικό πληθυσμό του, ο Ροτ φαίνεται να έχει βρει τη φανταστική του κοινότητα. Ο μανιώδης διεθνιστής συγγραφέας μας, εδώ έρχεται σε επαφή με τον εσωτερικό σοβινιστή του, δηλώνοντας και εξωτερικεύοντας τις απόψεις του με ειλικρινή και περισσή ειρωνεία: «Είμαι πολίτης των ξενοδοχείων. Ένας πατριώτης των ξενοδοχείων». Αργότερα, στην «Αναχώρηση από το ξενοδοχείο», η ταραχή του ρομαντισμού έχει περάσει, η γοητεία δείχνει να έχει ραγίσει και το κτίριο είναι απλώς ένας λειτουργικός χώρος και πάλι: «Όταν φύγει η βαλίτσα μου, θα έρθουν άλλες. Όταν μαζέψω το σαπούνι μου, άλλο θα μπει στον νιπτήρα. Κι όταν πάψω να στέκομαι μπροστά σ’ αυτό το παράθυρο, κάποιος άλλος θα πάρει τη θέση μου. Αυτό το δωμάτιο δεν δημιουργεί ψευδαισθήσεις ούτε στον εαυτό του, ούτε σε μένα ούτε σ’ εσένα ούτε σε κανέναν». Η περίφημη διακήρυξη του διάσημου Ελβετού αρχιτέκτονα Λε Κορμπυζιέ (Le Corbusier, 1887-1965) ότι ένα σπίτι είναι απλώς και μόνον μια μηχανή για να ζει κανείς, πουθενά δεν είναι πιο αληθινή από ότι στην περίπτωση του ξενοδοχείου του Ροτ, εν προκειμένω. Υπάρχει μια αίσθηση μελαγχολίας εδώ που υπερβαίνει τη συνήθη τουριστική αποχώρηση και απομάκρυνση. Οι ξένοι ανταποκριτές πρέπει, αναγκαστικά, να μετακινηθούν πολύ, αλλά η αποξένωση του Ροτ ήταν ανεξάρτητη ​​από αυτό, αφού ήταν ιστορικά εξαρτημένη. Ο Γιόζεφ Ροτ, ένας Εβραίος, έφυγε από τη Γερμανία το 1933, όταν ανέβηκε ο Χίτλερ στην εξουσία, και πέθανε στο Παρίσι το 1939. Λαμβάνοντας υπόψιν, έτσι, αυτές τις σελίδες, αισθανόμαστε ότι ο συγγραφέας τους βρισκόταν σε κατάσταση εξορίας πολύ πριν από το 1933. Γράφοντας στη δεκαετία του 1920, είδε, τόσο καθαρά όσο οτιδήποτε άλλο, να έρχεται γοργά το φάντασμα του Εθνικοσοσιαλισμού, κάτι που εμφανίζεται σαν μια σειρά τραγικών τρεμουλιαστών παιχνιδιών που αναβοσβήνουν συνεχόμενα, μέσα στα Χρόνια των ξενοδοχείων. altΔιαβάζοντας το «Ταξίδι στη Βαλτική» (1924), παρατηρούμε σε ένα φαινομενικά αβλαβές κομμάτι ταξιδιού για το νησί Ρύγκεν, ότι «διαθέτει ηλεκτρικό ρεύμα, φωταέριο, νερό τρεχούμενο, τηλέφωνο, κουρεία, λουτρά… είκοσι ξενοδοχεία και διακόσιες πανσιόν, δυο χιλιόμετρα προμενάντ δίπλα στη θάλασσα, κι είναι γεμάτο φτιασίδια και πούδρα, ατροπίνη, ρακέτες του τένις και παντελόνια με τσάκιση, μπαράκι και ποτά, και κόσμο κεφάτο. Έχει ξενοδοχεία με αίθουσες χορού, όπου μπορεί κανείς να διασκεδάσει φορώντας φράκο ή βραδυνή τουαλέτα, έχει ακόμα και σημαίες με σβάστικα». Διαβάζεται, βλέπουμε, σαν γυαλιστερό ενημερωτικό φυλλάδιο μέχρις ότου ο ανυποψίαστος αναγνώστης φτάσει αιφνιδίως σε αυτές τις τελευταίες λέξεις. Ο φασισμός εμφανίζεται εδώ, δυσάρεστα, ως φυσική συνοδεία σε όλα όσα είναι κοσμοπολίτικα και καινούργια. «Μα και στα άλλα μέρη οι κάτοικοι δεν είναι παρασυρμένοι από τη σβάστικα. Η μόνη εθνικιστική προπαγάνδα που ακούγεται εδώ, είναι αυτή που φέρουν μαζί τους οι ίδιοι οι παραθεριστές».

Το απόσπασμα αυτό αποτελεί παράδειγμα της προφητικής αβεβαιότητας προς τον νεωτερισμό που βρίσκεται στην καρδιά μεγάλου μέρους της γραφής του Γιόζεφ Ροτ. Οι μικρότερες αλλαγές στην καθημερινότητα του τοπίου δρουν ως τρομερές προφητείες και προάγγελοι γεγονότων στον υποψιασμένο συγγραφέα. Στο «Ταξίδι στον γερμανικό χειμώνα» (1923) ο Ροτ περιγράφει έναν νεκροθάφτη στη Λειψία που κινείται όχι με αυτοκίνητο ή με άμαξα, αλλά με ποδήλατο. Ο τρόπος μεταφοράς αυτού του ανθρώπου, είναι αφοπλιστικός από κάθε πλευρά. «Γύρω του λυσσομανούσαν οι ριπές της απέραντης αιωνιότητας», κι αυτός «δεν οδηγούσε μαύρη νεκροφόρα, δεν πήγαινε στη δουλειά του με το τραμ. Δεν πήγαινε καν με τα πόδια. Αυτός ο μεγαλόπρεπος θάνατος καβαλούσε… δίτροχο. Ήταν ποδηλάτης. Ποδηλατούσε από το νεκροταφείο προς το νεκροταφείο». Με παρόμοιο τρόπο, βλέπει έναν ελεγκτή τραίνων στον σταθμό του Χέμνιτς να τρώει πραλίνες που ξεχάστηκαν σε ένα κάθισμα από κάποιον επιβάτη φεύγοντας. «Σήμερα τρώει, γιατί πεινάει. Τα σοκολατάκια που για τον επιβάτη ήταν μια πολυτέλεια, γι’ αυτόν τον ελεγκτή ήταν ανάγκη. Εκεί έχουν φτάσει τα πράγματα στη Γερμανία». Ο λόγος; Μα φυσικά η πείνα! Η Γερμανία ως έθνος ήταν άρρωστη και «όποιος έχει παρασταθεί σε βαριά άρρωστο άνθρωπο, ξέρει πως δεν είναι όλες οι ώρες αγωνία και πόνος. Ο άρρωστος λέει ένα σωρό ανοησίες… διότι χάνει τον έλεγχο της σκέψης και της συνείδησής του». Και κλείνοντας το κεφάλαιο ο Ροτ, καταλήγει στο συμπέρασμα: «Αυτό ακριβώς έχουμε χάσει στη Γερμανία, τον έλεγχο της σκέψης και της συνείδησης»!

Στο «Κατεβαίνοντας τον Βόλγα ως το Αστραχάν» (1926), υπενθυμίζει, χωρίς πολλή περίσκεψη, ότι δεν απορεί που οι πόλεις αυτές είναι όμορφες μόνο από ψηλά και από μακριά.

Ο Γιόζεφ Ροτ έχει ένα καθαρό και κοφτερό μάτι για την υπόθεση της φτώχειας, το χαοτικό πάθος που χωρίζει τα πράγματα. Αναφέροντας τις φτωχές πόλεις της νοτιοανατολικής ΕΣΣΔ, στο «Κατεβαίνοντας τον Βόλγα ως το Αστραχάν» (1926), υπενθυμίζει, χωρίς πολλή περίσκεψη, ότι δεν απορεί που οι πόλεις αυτές είναι όμορφες μόνο από ψηλά και από μακριά. «Που ένας τράγος στη Σαμάρα μου έκλεινε το δρόμο και δεν με άφηνε να μπω στο ξενοδοχείο. Στο Στάλινγκραντ, όπου μια ξαφνική μπόρα μ’ έκανε μούσκεμα μέσα στο δωμάτιό μου. Που οι χαρτοπετσέτες είναι από χρωματιστό χαρτί περιτυλίγματος. Μακάρι να μπορούσα να κάνω τον περίπατό μου πάνω στις όμορφες σκεπές, κι όχι στα σκαμμένα σχεδόν λιθόστρωτα». Τέτοιες παρανοήσεις και παραλογισμοί μαρτυρούν έναν κόσμο που βρισκόταν σε έντονη και ύπουλη αναταραχή. Σε αυτά τα χρόνια, η γηραιά ήπειρος στο σύνολό της έχανε τη ρυθμιστική της συνείδηση, καθώς ολόκληροι πληθυσμοί και κοινωνίες υποβαθμίστηκαν ηθικά και ριζοσπαστικοποιήθηκαν πολιτικά, και οδηγήθηκαν σε απύθμενο οικονομικό αδιέξοδο και βάλτο. Ο λαός του Αμβούργου, όπως παρατηρεί, παραδοσιακά δεν είχε ούτε διέθετε χρόνο για τα πολιτικά δόγματα, είτε αριστερής είτε δεξιάς απόκλισης, αλλά το 1924 γέμισαν οι πολιτικές αίθουσες, αφού πρώτα δελεάστηκαν στις πολιτικές συναντήσεις με δωρεάν φαγητό και ποτά. Ήταν εκείνες τις αίθουσες συγκέντρωσης, όπου οι πολίτες πήγαιναν και έβλεπαν «σβάστικες και σοβιετικά αστέρια στους ρυπαρούς τοίχους». Πολλές από αυτές τις επιστολές και τα κείμενα του Γιόζεφ Ροτ, αναφέρονται στα απροσδόκητες και οπισθοδρομικές τάσεις της Ευρώπης.

alt

Επιστρέφοντας στην πατρίδα του, την περιοχή της Γαλικίας («Ταξίδι στη Γαλικία: Άνθρωποι και τόπος», 1924), βρίσκει τον τόπο του φαινομενικά αμετάβλητο από τις ημέρες του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ. Οι αγρότες εξακολουθούν να είναι θεοσεβούμενοι, δεισιδαίμονες, φοβισμένοι και οι θρησκευτικές εικόνες εξακολουθούν να υφίστανται. Μόνο οι στολές, οι επωμίδες και τα διακριτικά στα μανίκια των αξιωματικών έχουν αλλάξει. Είναι ένα μέρος όπου τα πράγματα δεν μεγαλώνουν. Υποστρέφουν και παραμορφώνονται. Το μυστήριο και ο τρόμος είναι πολύ ζωντανές παράμετροι. Ωστόσο, η αίσθηση της απομόνωσης είναι παραπλανητική, αφού παρά τη θλιβερή γοητεία του τόπου που περιφρονείται, υπάρχουν βιβλιοπωλεία που διαθέτουν τους τελευταίους λογοτεχνικούς τίτλους και κυκλοφορίες από τη Γαλλία και την Αγγλία, συνδέοντας αυτή την περιφερειακή περιφέρεια με την πολιτιστική μητρόπολη και, κατ’ επέκταση, με το μέλλον.

Στον Αλβανό Πρόεδρο στον οποίο απευθύνθηκε για συνέντευξη ως επίσημος απεσταλμένος γερμανικής εφημερίδας, αναφέρει πως δεν είχε ερωτήσεις να του κάνει, αφού μπορούσε στην ουσία να τις απαντήσει όλες μόνος του.

Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται σε μια σειρά κειμένων από την Αλβανία. Αυτό είναι, λέει, ένα «Ανατολικό κράτος», και να το κρίνουμε βάσει των κριτηρίων μιας δυτικής δημοκρατίας, θα ήταν τόσο ανόητο όπως η καύση μαγισσών κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Στον Αλβανό Πρόεδρο στον οποίο απευθύνθηκε για συνέντευξη ως επίσημος απεσταλμένος γερμανικής εφημερίδας, αναφέρει πως δεν είχε ερωτήσεις να του κάνει, αφού μπορούσε στην ουσία να τις απαντήσει όλες μόνος του. Και αμέσως μετά εξομολογείται στους αναγνώστες του: «Οι συνεντεύξεις είναι το άλλοθι του δημοσιογράφου που δεν έχει ιδέες και προσπαθεί να δικαιολογήσει την έλλειψη φαντασίας». Ερωτηθείς από τους συντάκτες του να αναφερθεί στο φαινόμενο της βεντέτας, το έθιμο της διαμάχης του αίματος, που ήταν συνεχώς ζωντανό στην Αλβανία, μια πηγή τρομακτικής γοητείας για τους δυτικούς Ευρωπαίους αναγνώστες, ο Ροτ διαπιστώνει ότι, ακόμη και στα ανθυγιεινά Τίρανα, ο φυλετισμός δίνει τη θέση του στον αστικό πολιτισμό: «πίσω από τον πάγκο του μπαρ του έχουν αρχίσει κιόλας να έρχονται τα πρώτα χελιδόνια του πολιτισμού: μεταλλικό νερό Giesshubler, ουίσκυ, βερμούτ, Fernet-Branca. Μαζί με τα χρυσά δόντια και την νεοϋορκέζικη αργκό, τα λίγα λειψά γράμματα και τα μαντολίνα αυτών που γύρισαν από την Αμερική, μαζί με τις Φορντ που θυμίζουν σαραβαλιασμένες λατέρνες χτίζουν τη γέφυρα από τη λεγόμενη “εθνική παράδοση” προς την πρόοδο της “κρατικής αυτονομίας”».

Και εκεί βρίσκεται το παράδοξο. Ακριβώς δηλαδή στη διαδικασία μεταμόρφωσης σε ένα σύγχρονο κράτος, ένα κράτος στο οποίο η πραγματική εθνική κουλτούρα μένει λίγο στα μετόπισθεν, χάνεται, ή μάλλον υποτάσσεται στο νέο. Από την πλευρά του, όμως, ο Ροτ είναι χαρακτηριστικά αβέβαιος και διφορούμενος. Μια στιγμή ειρωνεύεται με ήπιο φυσικά τρόπο ως ψευδή και παιδαριώδη εθνική υπερηφάνεια την παρατήρηση του Αλβανού στρατηγού ότι αξίζει το γεγονός ότι υπήρξαν αιώνες καταπίεσης στα χέρια των Τούρκων αφού αυτοί συνέβαλαν στην επιβίωση της αλβανικής γλώσσας, και από την άλλη μεριά αναγνωρίζει κάποια συντελούμενη εθνική πρόοδο. Στην εμπροσθοφυλακή της, στις πόλεις οι οποίες κατά τα τρία τέταρτα είναι ευρωπαϊκές, βρίσκεται μια μάζα υλικών, όπως «κολλαριστοί γιακάδες, γραβάτες, κάρτ ποστάλ, ξυράφια για το ξύρισμα, χρυσά δόντια, αυτοκίνητα Φορντ και δικηγόροι», δηλαδή η καπιταλιστική δημοκρατία, με λίγα λόγια. Η περίεργη πολιτισμική ανομοιογένεια φυσικά είναι πανταχού παρούσα, αν και κάποιες φορές τεχνηέντως συγκεκαλυμμένη.

Στη σύγχρονη Γερμανία, για παράδειγμα, αναγνωρίζεται ευρέως ότι ο τοπικισμός και η περιφερειακή υπερηφάνεια ασκούν πολύ μεγαλύτερη έλξη από την εθνική αίσθηση, και αυτό συμβαίνει μάλλον επειδή είναι η χώρα στην οποία επενδύουν περισσότερο τα έργα και τα σχέδια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η συνάφεια μεταξύ του επαρχιακού και του κοσμοπολίτικου αποτελεί κεντρικό θέμα στο συγγραφικό έργο του Γιόζεφ Ροτ. Η δράση στο βιβλίο του Το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ τοποθετείται σε μια σκοτεινή προφυλακή της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, ώστε να αποτυπωθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο η γεωπολιτική υστέρηση μεταξύ των κινητήριων δυνάμεων της Ιστορίας και των βαθύτερων συνεπειών της στη ζωή των απλών ανθρώπων και σιωπηρά, η ιστορική ιδιαιτερότητα και η έννοια της εθνότητας. Περίπου εβδομήντα χρόνια ειρήνης δεν έχουν καταργήσει εντελώς αυτή την ανησυχία, αφού ακόμα και σήμερα παραμένει στην Ευρώπη μια βαθιά αμφιθυμία και πολλά ερωτηματικά για το έθνος-κράτος. Στη σύγχρονη Γερμανία, για παράδειγμα, αναγνωρίζεται ευρέως ότι ο τοπικισμός και η περιφερειακή υπερηφάνεια ασκούν πολύ μεγαλύτερη έλξη από την εθνική αίσθηση, και αυτό συμβαίνει μάλλον επειδή είναι η χώρα στην οποία επενδύουν περισσότερο τα έργα και τα σχέδια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχει, με άλλα λόγια, μια συγκεκριμένη συγγένεια για τις υπερεθνικές οντότητες που συνδέουν τη νοσταλγία των Αψβούργων του Ροτ με τον φιλοευρωπαϊσμό του 21ου αιώνα, υπογραμμίζοντας με συναινετικό τρόπο ότι το πείραμα του σύγχρονου εθνικού κράτους δεν εξυπηρετούσε τους ανθρώπους τόσο καλά.

Μπορεί ο Γιόζεφ Ροτ να έπινε μανιωδώς αλκοόλ, που τον οδήγησε τελικά σύντομα στον τάφο, κουρασμένο και απογοητευμένο, το 1939, αλλά σίγουρα θα ήταν τρανό λάθος ο μεγάλος αυτός συγγραφέας και δημοσιογράφος να μείνει στην ιστορία ως διαλυμένη ψυχολογικά προσωπικότητα. Η φωνή του υπήρξε η ατρόμητη συνείδηση ​​και ο ακαταμάχητος ανθρωπισμός ενάντια στη γιγαντιαία αφροσύνη της εποχής του. Η εστίαση του Ροτ στους απλούς ανθρώπους ήταν τόσο ιστορικά επείγουσα όσο και παράλληλα προοδευτική σε πολλούς τομείς. Στο τμήμα «Κοιτάζοντας το Μαγδεμβούργο» (1931) αντικατοπτρίζει τα προβλήματα της ενθυλάκωσης της τυπικής γερμανικής ύπαρξης μέσα σε μια ευθεία γραμμική αφήγηση. Ο Ροτ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η περιγραφή των ιδιαίτερων στιγμών κι ανθρώπων μέσα από το γενικότερο χάος είναι ίσως η μικρότερη δυνατή προδοσία, η μικρότερη δυνατή απομάκρυνση από την αλήθεια. altΚαι η τυχαία επιλογή, που ξεμπλέκει μια μόνο μικρή κλωστή από το μεγάλο κουβάρι, είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος να μπει λίγη τάξη». Ήταν αυτό το τεχνικό επίτευγμα που τον έκανε, αν όχι αρκετά μοντέρνο, σε κάθε περίπτωση βασικά και αυθεντικά σύγχρονο σε ιδέες και απόψεις.

Ο Ροτ έμεινε στην ιστορία ως δημοσιογράφος, μυθιστοριογράφος και περιπλανώμενος συγγραφέας στα χρόνια του Μεσοπολέμου, έχοντας αποκτήσει την κατάρα του μοναχικού συγγραφέα που έγραφε στα γερμανικά. Η ανάγνωση της μυθιστοριογραφίας του παρομοιάζεται ωσάν την είσοδο του αναγνώστη σε ένα αποκαλυπτικό, φανταστικό όνειρο. Ο Ροτ έγραψε τα κείμενά του με σύντομες, αποκομμένες και συχνά εκθαμβωτικές προτάσεις. Γεννημένος σε μια αυστηρή εβραϊκή οικογένεια στο βόρειο περιθώριο της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, μια γη, όπως έγραψε αργότερα, σε άγρια ​​απομόνωση, τα κείμενά του που αναφέρονται στη Γερμανία φέρουν τη σφραγίδα τόσο της αδελφοσύνης όσο και, παράλληλα, της αποξένωσης. Όταν γράφει για την άνοδο του Ράιχ, ο τόνος της γραφής του είναι επώδυνος, γεμάτος δυσμενή προαισθήματα για το μέλλον. Ήξερε πολύ καλά ότι η Γερμανία ήταν βαριά άρρωστη ως κοινωνία. Σε ένα δοκίμιο του 1924 σχετικά με την κυκλοφορία στο Βερολίνο, το τραμ με τους μνησίκακους και επιθετικούς επιβάτες του, φαίνεται ξεκάθαρα ότι η κατάσταση μοιάζει περισσότερο με εκκολαπτήριο του εθνικοσοσιαλισμού. Και βέβαια αυτό δεν ήταν το μόνο με παρεμφερή αναφορά. Στην «Άνοιξη», μια άλλη υπέροχη μικρή ιστορία και ανταπόκριση, διαβάζουμε: «Το πρωί ξυπνάω ακούγοντας χαλιά που τα τινάζουν από πάνω. Οι πνιχτοί κρότοι, οι τυλιγμένοι στο μπαμπάκι, κεντρίζουν το καναρίνι της γειτόνισσάς μου, που κελαηδάει, τιτιβίζει, κάνει τρίλιες, σαν μίμος όλων των πετούμενων. Στην αυλή ένα παράθυρο ανοίγει, δεύτερο, τρίτο: Το κτίριο ολόκληρο πετάει τα παντζούρια από πάνω του… Μια λατέρνα ακούγεται από την αυλή. Τα κύματα της μελωδίας της σπάνε, λιώνουν, απελευθερώνονται». Το συναισθηματικό μητρώο αυτού του χωρίου προσεγγίζει το ραψωδικό, αντανακλώντας τον κυρίαρχο τόνο και άλλων κειμένων του Ροτ.

Ο Γιόζεφ Ροτ ενδιαφέρθηκε περισσότερο για αυτές τις ζωντανές ιδιαιτερότητες, την εντύπωση του ματιού και του αυτιού, απ’ ό,τι για τις γενικότητες που μπορούσαν να αντληθούν από αυτές. «Πότε πότε, μου περνά από το μυαλό η ιδέα να περιγράψω τον “Γερμανό άνθρωπο”, ή να ορίσω με πετυχημένες ακριβείς περιγραφές τον “τύπο” του.

Τώρα που ένα μεγάλο μέρος του συγγραφικού έργου του Γιόζεφ Ροτ έχει μεταφραστεί σε πολλές άλλες γλώσσες, όπως και στη δική μας, φαίνεται σωστό να αναρωτηθεί κανείς αν υπάρχει πιο ζωηρός και ελκυστικός συγγραφέας αφηγηματικής μυθοπλασίας στη λογοτεχνική παράδοση απ’ αυτόν. Η τοποθέτησή του δίπλα σε γνωστούς άλλους, όπως ο Ντίκενς, ο Τουέιν, ο Σταντάλ, ο Θερβάντες, από μεγάλο αριθμό κριτικών της λογοτεχνίας είναι δεδομένη, και όπως αναφέρει ο Hofmann στις εισαγωγικές του σημειώσεις στο βιβλίο, συμφωνώντας και με τη γνώμη του Γιόζεφ Μπρόντσκι, σε «κάθε σελίδα του Ροτ υπάρχει ένα ποίημα». Αντί να επιβάλει μια δική του ποιητική ρητορική στον κόσμο, όμως, είδε την ίδια την ποίηση μέσα στον κόσμο. Ταξιδεύοντας στη Γαλικία, «τα μάτια μου» περιγράφει «αφήνουν τις εκφραστικές φυσιογνωμίες των συνεπιβατών μου και στρέφονται στην απεραντοσύνη των μελαγχολικού επίπεδου κόσμου, στο βουβό πένθος της γης, που είδε ανάμεσα στα χωράφια της να ξεφυτρώνουν πεδία μαχών», κι ακόμα στα σοβιετικά χωριά όπου «τα σπίτια τους είναι χτισμένα από ξύλο και λάσπη, οι στέγες τους από σανίδια και άχυρα», δίπλα από τρούλους εκκλησιών. Ο Γιόζεφ Ροτ ενδιαφέρθηκε περισσότερο για αυτές τις ζωντανές ιδιαιτερότητες, την εντύπωση του ματιού και του αυτιού, απ’ ό,τι για τις γενικότητες που μπορούσαν να αντληθούν από αυτές. «Πότε πότε, μου περνά από το μυαλό η ιδέα να περιγράψω τον “Γερμανό άνθρωπο”, ή να ορίσω με πετυχημένες ακριβείς περιγραφές τον “τύπο” του. Μάλλον δεν είναι δυνατόν» γράφει στο «Κοιτάζοντας το Μαγδεμβούργο» (1931), ένα δοκίμιο από το γερμανικό τμήμα του βιβλίου. Και συνεχίζει: «όσο κι αν νιώθω την ύπαρξη αυτού του τύπου, δεν είμαι σε θέση να τον περιγράψω ή να τον ορίσω».

Το αποτέλεσμα, σε ένα συγγραφέα με τις σπάνιες λογοτεχνικές ικανότητες του Ροτ και της τρεμάμενης ευαισθησίας του, είναι αναμφίβολα η πρωτοτυπία. Πρόκειται για ένα ιδιοσυγκρασιακό μείγμα αφηγήσεων-μαρτυριών, ρεπορτάζ, λυρισμού, νοσταλγίας, κωμωδίας, θυμού και απελπισίας, που αναδεικνύουν το περίοπτο έργο αυτού του περιπατητικού, αριστερών πολιτικών πεποιθήσεων, αλκοολικού δημοσιογράφου, ο οποίος εν προκειμένω ασχολήθηκε με ένα είδος που συχνά θεωρείται ως υποδεέστερο, εκείνο της δημοσιογραφίας και ειδικά της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας. Η αναφορά για την «Είσοδο στην Αλβανία», σε μία από τις πέντε αναφορές που γράφτηκαν για αυτόν τον χαμένο βαλκανικό και μεσογειακό κόσμο για τη Frankfurter Zeitung το 1927, είναι μια ταξιδιωτική ιστορία γραμμένη από έναν δάσκαλο της ποιητικής συντομίας: «Η θάλασσα είναι ήρεμη, τα σύννεφα κρέμονται στον ουρανό σαν καδράκια στον τοίχο, στην ακύμαντη επιφάνεια του νερού πλέει ένα καΐκι-φάντασμα, λες και το τραβάει ένα αόρατο σκοινί, πλησιάζει το πλοίο να με παραλάβει. Μόνο δύο από τους επιβάτες του πλοίου κατεβαίνουν εδώ, στην Αλβανία: ένας άντρας ο οποίος στη χώρα των γενειοφόρων ελπίζει να πουλήσει ξυράφια της Gillette κι εγώ».

«Εδώ και δεκαεφτά μήνες, έχουμε πια συνηθίσει το γεγονός ότι στη Γερμανία χύνεται περισσότερο αίμα απ’ όσο μελάνι χρειάζονταν οι εφημερίδες για να αναφέρουν και να σχολιάσουν το αίμα αυτό» ξεκινάει. Και συνεχίζει «ο υπουργός Γκέμπελς έχει περισσότερους νεκρούς στη συνείδησή του, αν βέβαια έχει συνείδηση, απ’ ό,τι δημοσιογράφους στη διάθεση και στη δούλεψή του, που στόχο και σκοπό έχουν να αποσιωπηθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι απ’ αυτούς τους θανάτους».

Όπως οι περισσότεροι απαισιόδοξοι, ο Γιόζεφ Ροτ ήταν πραγματικά ένας ρομαντικός συγγραφέας και άνθρωπος, του οποίου η αισιόδοξη συνιστώσα είχε άσχημα σημαδευτεί από τον κόσμο που θέλησε και αναγκάστηκε να προσπαθήσει ν’ αλλάξει, με όποιον τρόπο φυσικά μπορούσε, τουτέστιν με το πολυδύναμο συγγραφικό του έργο. Είδε τα πράγματα, όπως ειπώθηκε, με τη γλυκύτητα και τη μανία ενός εκδικητικού αγγέλου, αλλά, σαν καλός δημοσιογράφος που ήταν, τους είδε όλους αληθινούς, όπως ήταν δηλαδή στην πραγματικότητα. Σχεδόν έναν αιώνα πριν από τη γνωστή προσφυγική κρίση του 2015-16, την οποία ακόμα βιώνουμε, ο Ροτ παρακολουθούσε ένα κύμα εξόριστων που μετακινούταν στην Ευρώπη από την Ανατολή. Άντρες, γυναίκες με παιδιά, ταλαιπωρημένοι, εξαντλημένοι, με τη χιλιετή θλίψη ζωγραφισμένη στα μάτια τους. Τα λόγια του είναι λόγια δυστυχώς προφητικά, πλημμυρισμένα από φόβο για τα επερχόμενα γεγονότα. Με την άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ, το 1933, ο Γιόζεφ Ροτ εξορίστηκε. Ένα χρόνο μετά την επιστολή του από το Παρίσι στον «αληθινό φίλο» του και «αντίπαλό» του, συγχρόνως, τον Στέφαν Τσβάιχ, προειδοποιώντας για τον επικείμενο πόλεμο, έγραψε ένα θορυβώδες κείμενο με τίτλο «Το Τρίτο Ράιχ, η θυγατρική της Κόλασης στη Γη», που περιλαμβάνεται σε τούτο το βιβλίο-ανθολογία. «Εδώ και δεκαεφτά μήνες, έχουμε πια συνηθίσει το γεγονός ότι στη Γερμανία χύνεται περισσότερο αίμα απ’ όσο μελάνι χρειάζονταν οι εφημερίδες για να αναφέρουν και να σχολιάσουν το αίμα αυτό» ξεκινάει. Και συνεχίζει «ο υπουργός Γκέμπελς έχει περισσότερους νεκρούς στη συνείδησή του, αν βέβαια έχει συνείδηση, απ’ ό,τι δημοσιογράφους στη διάθεση και στη δούλεψή του, που στόχο και σκοπό έχουν να αποσιωπηθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι απ’ αυτούς τους θανάτους. Διότι είναι γνωστό ότι η αποστολή του γερμανικού Τύπου είναι ετούτη ακριβώς: να μη δημοσιοποιεί μόνο, αλλά να αποκρύπτει τα γεγονότα, να μη διαδίδει απλώς, αλλά να προτείνει τα ψέματα, και να μην περιορίζεται στην παραπλάνηση του κόσμου, του κακόμοιρου υπόλοιπου κόσμου που έχει ακόμα κοινή γνώμη, αλλά να τον μπουκώνει πλαστές και ψεύτικες ειδήσεις με εκπληκτική αφέλεια». Εδώ ο Ροτ, ο οποίος μερικές φορές υποτίθεται ότι είναι απλώς κομμουνιστής για μια περίοδο, αποκαλύπτει πόσο βαθιά αφοσιωμένος και υποψιασμένος ήταν, για τις γνώσεις του γύρω από τα μέσα ενημέρωσης που βρίσκονταν κάτω από την εποπτεία του Τρίτου Ράιχ, προβλέποντας έτσι μια μακρά, επίμονη και ολοκληρωτική παράδοση στον επερχόμενο τρόμο. Ακόμη και τότε που ο Γιόζεφ Ροτ έγραφε για δημοσίευση (Pariser Tageblatt, 6 Ιουλίου 1934) με αυτό το πνεύμα εξοργιστικής διαύγειας, οι τροχοί της πορείας της προσωπικής του ζωής είχαν ήδη αρχίσει να εκτροχιάζονται από τις ράγες ανεπιστρεπτί. Ο Στέφαν Τσβάιχ του γράφει λίγο μετά, επίσης τον Ιούλιο του 1934: «Θα είμαι ειλικρινής μαζί σου για πρώτη φορά, φοβάμαι πραγματικά για σένα. Είσαι υπερβολικός, μήπως φταίει το αλκοόλ ή είναι κάτι άλλο;» Και τελειώνει: «Ηρέμησε. Μείνε στο κρεβάτι, αν θέλεις, αλλά μην πίνεις!» Ο Ροτ (1894-1939) πέθανε στο Παρίσι από τη δυσμενή επίδραση και ως αποτέλεσμα της χρόνιας και επίμονης κατανάλωσης αλκοόλ. Ο Στέφαν Τσβάιχ (1881-1942) τον ακολούθησε στον τάφο τρία χρόνια αργότερα, μετά από εσκεμμένη υπερβολική λήψη βαρβιτουρικών, απελπισμένος για το μέλλον της Γηραιάς Ηπείρου και του πολιτισμού της, εξαιτίας της ανόδου στα πράγματα του Αδόλφου Χίτλερ και του Τρίτου Ράιχ. Το βιβλίο Τα χρόνια των ξενοδοχείων του Γιόζεφ Ροτ είναι ένα απαραίτητο βιβλίο για τον σύγχρονο αναγνώστη, δίπλα στα άλλα γνωστά του, με το προφητικό του περιεχόμενο και το διεισδυτικό πνεύμα του Αυστροεβραίου συγγραφέα, ο οποίος εδώ μας ξεδιπλώνει με μαεστρία και απλότητα, συγχρόνως, και τη δημοσιογραφική του ιδιότητα, παράλληλα με την ευρύτερα γνωστή, δηλαδή τη λογοτεχνική του.

* Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ν. ΣΧΟΡΕΤΣΑΝΙΤΗΣ είναι Διευθυντής Χειρουργικής στο Παν/κό Νοσ/μείο Ηρακλείου και συγγραφέας.
Τελευταίο του βιβλίο, η ανθολογία κριτικών του κειμένων «Μπροστά σε αλλότριες προκλήσεις» (εκδ. Οδός Πανός).


altΤα χρόνια των ξενοδοχείων
Περιπλανώμενος στην Ευρώπη ανάμεσα στους πολέμους
Joseph Roth
Μτφρ. Μαρία Αγγελίδου
Εισαγωγή-Ανθολόγηση κειμένων: Michael Hofmann
Άγρα 2019
Σελ. 378, τιμή εκδότη €17,90

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ JOSEPH ROTH

 


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Άουσβιτς: η φωνή των Εβραίων, τύψεις των Γερμανών

Άουσβιτς: η φωνή των Εβραίων, τύψεις των Γερμανών

Με αφορμή τα μυθιστορήματα των Antonio G. Iturbe «Η βιβλιοθηκάριος του Άουσβιτς» (μτφρ. Αγγελική Βασιλάκου, εκδ. Κλειδάριθμος) και Annette Hess «Η διερμηνέας» (μτφρ. Αλεξάνδρα Παύλου, εκδ. Ψυχογιός), για το πώς η εμπειρία των στρατοπέδων επιστρέφει διαρκώς στη λογοτεχνίας.

Του&...

Δόξα, του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ

Δόξα, του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ

Έργο αισθηματικής αγωγής της «ρωσικής περιόδου» του Ναμπόκοφ - Για το μυθιστόρημα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ «Δόξα» (μτφρ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, εκδ. Ελληνικά Γράμματα).

Του Φώτη Καραμπεσίνη

...
Τα εξαφανισμένα κορίτσια του Παρισιού, της Παμ Τζένοφ

Τα εξαφανισμένα κορίτσια του Παρισιού, της Παμ Τζένοφ

Οι αφανείς ηρωίδες της SOE - Για το μυθιστόρημα της Παμ Τζένοφ «Τα εξαφανισμένα κορίτσια του Παρισιού» (μτφρ. Αναστασία Δεληγιάννη, εκδ. Μίνωας).

Της Χριστίνας Μουκούλη

Βρισκόμαστε στην Αμερική του 1946. Ο Β΄ Παγκόσμιος Π...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Το Jojo Rabbit, του Τάικα Γουαϊτίτι, ανανεώνει το βλέμμα μας για τη ναζιστική θηριωδία

Το Jojo Rabbit, του Τάικα Γουαϊτίτι, ανανεώνει το βλέμμα μας για τη ναζιστική θηριωδία

Σκέψεις με αφορμή την ταινία του Jojo Rabbit (2019) του Νεοζηλανδού Taika Waititi (Τάικα Γουαϊτίτι), παράλληλα με μυθιστορήματα που πραγματεύονται με φρέσκο τρόπο τη ναζιστική θηριωδία. 

Του Κ.Β. Κατσουλάρη

Η ταινία Jojo Rabbi...

«Μίλησε, μνήμη» με τις λέξεις της Χίλντας Παπαδημητρίου

«Μίλησε, μνήμη» με τις λέξεις της Χίλντας Παπαδημητρίου

Ζητήσαμε από πεζογράφους, ποιητές, μεταφραστές και επιμελητές να μας στείλουν μια καλοκαιρινή φωτογραφία από το προσωπικό τους αρχείο και να την πλαισιώσουν με μια ανάμνηση. Σήμερα, η Χίλντα Παπαδημητρίου.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Εικονογράφ...

Το Jojo Rabbit, του Τάικα Γουαϊτίτι, ανανεώνει το βλέμμα μας για τη ναζιστική θηριωδία

Το Jojo Rabbit, του Τάικα Γουαϊτίτι, ανανεώνει το βλέμμα μας για τη ναζιστική θηριωδία

Σκέψεις με αφορμή την ταινία του Jojo Rabbit (2019) του Νεοζηλανδού Taika Waititi (Τάικα Γουαϊτίτι), παράλληλα με μυθιστορήματα που πραγματεύονται με φρέσκο τρόπο τη ναζιστική θηριωδία. 

Του Κ.Β. Κατσουλάρη

Η ταινία Jojo Rabbi...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Emmanuel Levinas: «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο»

Emmanuel Levinas: «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Emmanuel Levinas «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο» σε μετάφραση και επίμετρο του Θωμά Συμεωνίδη, το οποίο κυκλοφορεί το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Θάνος M. Βερέμης: «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21»

Θάνος M. Βερέμης: «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Θάνου M. Βερέμη «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ...

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Αζαριάδη «Παραπλάνηση», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Μια Σκιά

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

17 Ιουλίου 2020 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

50 καλά βιβλία για το καλοκαίρι και για πάντα

Πενήντα καλά βιβλία από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή τα οποία ξεχωρίσαμε ανάμεσα σε πολλά ακόμη καλά βιβλία. Ελληνική και μεταφρασμένη πεζογραφία, ποίηση, δοκίμια ιστ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

17 Ιουλίου 2020 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

50 καλά βιβλία για το καλοκαίρι και για πάντα

Πενήντα καλά βιβλία από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή τα οποία ξεχωρίσαμε ανάμεσα σε πολλά ακόμη καλά βιβλία. Ελληνική και μεταφρασμένη πεζογραφία, ποίηση, δοκίμια ιστ

ΦΑΚΕΛΟΙ

ΞΕΧΩΡΙΣΑΜΕ

ΝΑ ΑΛΛΟ ΕΝΑ