
Για το θεατρικό κείμενο της Μαρία Θαμπράνο (María Zambrano) «Ο τάφος της Αντιγόνης» (μτφρ. Μαίρη Ι. Γιόση, Χρήστος Σιορίκης, εκδ. Loggia). Κεντρική εικόνα: Η συγγραφέας.
Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου
Οι μύθοι ασκούν μια ιδιαίτερη γοητεία στην τέχνη, καθώς εκφράζουν διαχρονικά τις βαθύτερες αγωνίες του ανθρώπου και προβάλλουν θεμελιώδη υπαρξιακά του ερωτήματα. Οι αρχαίες τραγωδίες αποτελούν αντικείμενο μελέτης όχι μόνο ως μέσο προσέγγισης του αρχαίου κόσμου, αλλά και ως κείμενα επαναδιαπραγμάτευσης και συνισταμένη μιας γενικότερης κοινωνικής και πολιτικής κριτικής. Η Αντιγόνη αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα, αφού στη σύγχρονη εποχή ενέπνευσε συγγραφείς όπως τον Ζαν Ανούιγ και τον Μπέρτολτ Μπρεχτ, οι οποίοι σχολίασαν μέσω αυτής την κοινωνική πραγματικότητα. Ο πρώτος ξαναγράφει μια δική του εκδοχή της Αντιγόνης το 1942 και η κριτική το προσλαμβάνει ως αλληγορικό έργο, με άλλους να ισχυρίζονται πως καταγγέλλει το καθεστώς της συνεργασίας των δοσίλογων του Βισύ με τους κατακτητές, ενώ άλλοι θεωρούν πως αποτελεί μια συγκαλυμμένη απολογία αυτής της συνεργασίας. Ο Μπρεχτ γράφει τη δική του Αντιγόνη το 1947, επικαιροποιώντας τον μύθο τον οποίο συνδέει με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την ώρα της τελικής ήττας του Χίτλερ. Με αυτόν τον τρόπο, η μεταγραφή της Αντιγόνης μετατρέπεται σε πολιτικό και κοινωνικό γεγονός που επηρέασε τις μετέπειτα γενιές συγγραφέων, οι οποίοι επεξεργάστηκαν αρχαίες τραγωδίες από μια σύγχρονη μεταμπρεχτική σκοπιά.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το θεατρικό έργο Ο τάφος της Αντιγόνης, γραμμένο από την Ισπανίδα φιλόσοφο, ποιήτρια και δοκιμιογράφο Μαρία Θαμπράνο Αλαρκόν το 1967. Το έργο έτυχε εξαιρετικής μετάφρασης στη χώρα μας από τους Μαίρη Γιόση και Χρήστο Σιορίκη, καθώς κατάφεραν να κρατήσουν την ποιητικότητα και τον ρυθμό του κειμένου (ποιητές, μεταξύ άλλων, και οι ίδιοι) και κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Loggia.
Είναι το μοναδικό θεατρικό της συγγραφέα, το οποίο συνοδεύεται από εκτεταμένο πρόλογο της ίδιας, που θέτει εξαρχής το επιθυμητό πλαίσιο πρόσληψής του. Το πώς δηλαδή επιθυμεί η ίδια να διαβαστεί και να κατανοηθεί το έργο της. Χωρίς σκηνικές οδηγίες ή άλλες δραματουργικές ενδείξεις, το συγκεκριμένο μονόπρακτο κυριαρχείται από τη φωνή της Αντιγόνης που συνομιλεί με πρόσωπα καθοριστικά για τη ζωή της: τη μητέρα, τον πατέρα και τα αδέρφια της καθώς και την τροφό της, η οποία πάντοτε τη στήριζε έχοντας διακρίνει από νωρίς τη μοίρα της εξόριστης κόρης, που σε κάποια σημεία συγκλίνει με τη δική της. Συνδιαλέγεται επίσης με τον αρραβωνιαστικό της, τον Αίμονα, καθώς και με τον Κρέοντα, ενώ από μπροστά της περνάει η νύχτα, η άρπυια και τέλος δύο άγνωστοι σε αυτήν άνθρωποι. Κυρίως, όμως, συνομιλεί με τον εαυτό της μέσω των μονολόγων της σε μια προσπάθεια να επαναδιαπραγματευτεί το τραύμα της και να το κατανοήσει. Οι συνομιλίες είναι διακριτά χωρισμένες σε δώδεκα κεφάλαια, τα οποία κλείνουν είτε με μια συνειδητοποίηση, είτε με ένα ερώτημα, είτε με μια προτροπή στο εκάστοτε πρόσωπο να την περιμένει.
Από την οπτική της συγγραφέα, εκείνη αποτελεί μια ακόμα κόρη που θυσιάζεται ως μέρος μιας πανάρχαιας τελετουργίας προκειμένου να υπάρξουν οι άλλοι, προϊόν και θύμα ταυτόχρονα της πατριαρχίας
Η ανατροπή του μύθου, πέρα από την ελεύθερη μεταγραφή του και την προσθήκη κι άλλων προσώπων, έγκειται στο ότι η έναρξη τοποθετείται στο σημείο που η Αντιγόνη βρίσκεται κλεισμένη στον τάφο από τον Κρέοντα, ο οποίος, θέλοντας να αποποιηθεί την ευθύνη, δεν τη σκοτώνει αλλά την αφήνει στην κρίση των θεών. Κι ενώ στην τραγωδία του Σοφοκλή η ηρωίδα αυτοκτονεί πριν ο Κρέοντας μετανοήσει και τρέξει να τη σώσει, η Θαμπράνο δε δέχεται αυτή την αυτοκτονία, αφού θεωρεί πως για να βάλει τέλος στη ζωή της η Αντιγόνη θα έπρεπε προηγουμένως να έχει δική της ζωή. Από την οπτική της συγγραφέα, εκείνη αποτελεί μια ακόμα κόρη που θυσιάζεται ως μέρος μιας πανάρχαιας τελετουργίας προκειμένου να υπάρξουν οι άλλοι, προϊόν και θύμα ταυτόχρονα της πατριαρχίας. Άλλωστε οι αντρικές μορφές είναι χαρακτηριστικές. Ένας πατέρας απασχολημένος με τις δικές του υποθέσεις, ανίκανος να επιτελέσει τον ρόλο του απέναντι στην κόρη, δυο αδελφοί που σαν άλλοι Κάιν και Άβελ είχαν τον νου τους στο να αλληλοσπαραχτούν, ένας μέλλων σύζυγος που αυτοκτονεί γιατί δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μια γυναίκα προορισμένη να του ανήκει ολοκληρωτικά κι ένας εξουσιαστής βασιλιάς που στηρίζει την κυριαρχία του στο τσάκισμα των άλλων.

Η Αντιγόνη βρίσκεται σε μια μεταβατική συνθήκη («πέρασμα», το λέει η ίδια) ανάμεσα στους ζωντανούς και τους νεκρούς. Μια σκιά ζωής, θαμμένη πριν την ώρα της, καταδικασμένη στην ανυπαρξία, φυλακισμένη σε μια οικογένεια που ισοδυναμεί με τάφο. Η τραγικότητά της έγκειται στο ότι η ίδια, λόγω της ευφυΐας της, έχει επίγνωση της κατάστασης στην οποία βρίσκεται, και εξαιτίας του ανυπότακτου χαρακτήρα της, που επιδιώκει να ξεπερνά τα επιβεβλημένα όρια, συνειδητοποιεί το αδιέξοδο της ύπαρξής της και πληρώνει το τίμημα: την απομόνωση και κατ’ επέκταση τη μοναξιά. «Ήμουν παρθένα», λέει, «και με έσυραν όχι στη γη αλλά στις πέτρες, ώστε από μένα, ζωντανή ή νεκρή να μη γεννηθεί τίποτα» ‒ φράση που δεν μπορεί να μην μας κάνει να σκεφτούμε τις γυναίκες που δεν δημιούργησαν, γιατί ο ρόλος τους ήταν να θυσιαστούν για τους άλλους.
Η θυσία της Αντιγόνης έγκειται στο να απαρνηθεί τη ζωή της έτσι ώστε να μπορέσουν να υπάρξουν όλοι οι υπόλοιποι. Εγκαταλελειμμένη ακόμα και από τους θεούς, αφότου της χάρισαν τη γνώση, δεν της μένει άλλο παρά να διαβεί τη δική της συμβολική Νέκυια -την κατάβαση στο βάθος της ύπαρξής της- και να συνομιλήσει με το παρελθόν της μέχρι να δει καθαρά τη ζωή της και να μπορέσει να λυτρωθεί. Η «Νέκυια» της Θαμπράνο δεν είναι απλώς μια τελετουργική κατάβαση στον Άδη, αλλά μια υπαρξιακή αναμέτρηση, μια πορεία αυτογνωσίας και ανάκτησης της εσωτερικής της φωνής. Ο φιλοσοφικός στοχασμός που θέτει η Θαμπράνο στον Τάφο της Αντιγόνης μπορεί να διαβαστεί σε συνδυασμό με το πολύ μεταγενέστερο έργο του Τζούντιθ Μπάτλερ Η διεκδίκηση της Αντιγόνης, το οποίο βλέπει την Αντιγόνη ως μορφή που αμφισβητεί τα όρια της γλώσσας και του νόμου, ως υποκείμενο που δεν αναγνωρίζεται από την πολιτεία, αλλά επιμένει να υπάρχει και να αντιστέκεται.
Τελικά, η ιστορία της Αντιγόνης παραμένει ζωντανή επειδή συνεχώς αναδιατυπώνεται και επανενεργοποιείται ανάλογα με το ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο.
Η τελική ανάμνηση του εαυτού της, να συνοδεύει τον εξόριστο, τυφλό πατέρα της, την καθιστά πέρα από μια τραγική φιγούρα, μια συμβολική μορφή του εκτοπισμένου ξένου. Η ίδια η συγγραφέας άλλωστε υπήρξε εξόριστη από τον τόπο της έπειτα από την άνοδο του Φράνκο στην εξουσία, γεγονός που δημιουργεί τη σύνδεση της δικής της βιωμένης εμπειρίας με το συγκεκριμένο έργο. Έτσι Ο τάφος της Αντιγόνης μετασχηματίζει το προσωπικό τραύμα σε συλλογική υπόθεση και συνδέεται με σύγχρονα ζητήματα μετανάστευσης, εκπατρισμού και κοινωνικού αποκλεισμού. Η Αντιγόνη της Θαμπράνο αποτελεί μια αποσυνάγωγη, μια εξόριστη από τον τόπο της, μια μορφή ταύτισης για κάθε έναν που είναι ή νιώθει διαφορετικός.
Το συγκεκριμένο έργο, εντάσσοντας την Αντιγόνη σε αυτό το πλέγμα αναφορών, συμβάλλει σε μια νέα αναγνωστική πρόσληψη του μύθου και σ’ ένα ανανεωμένο ιδεολογικό φορτίο. Τελικά, η ιστορία της Αντιγόνης παραμένει ζωντανή επειδή συνεχώς αναδιατυπώνεται και επανενεργοποιείται ανάλογα με το ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Είναι ένα πεδίο όπου συγκλίνουν οι προβληματισμοί για τη δικαιοσύνη, το φύλο και την ταυτότητα και παραμένει μια αστείρευτη πηγή νοημάτων.
*Η ΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ είναι εκπαιδευτικός, κάτοχος Μεταπτυχιακού στη Δημιουργική Γραφή.
Δυο λόγια για τη συγγραφέα
Η Μαρία Θαμπράνο Αλαρκόν (María Zambrano Alarcón, Βέλεθ-Μάλαγα, 1904 – Μαδρίτη, 1991) ήταν Ισπανίδα φιλόσοφος, ποιήτρια και δοκιμιογράφος. Εγκατέλειψε την Ισπανία το 1939 με την άνοδο του Φράνκο στην εξουσία.

Έζησε εξόριστη στο Μεξικό, την Κούβα και το Πουέρτο Ρίκο πριν επιστρέψει στην Ευρώπη, όπου έμεινε για πολλά χρόνια στο Παρίσι και τη Ρώμη, με τελευταίο σταθμό το La Pièce, στα σύνορα Γαλλίας-Ελβετίας. Στην Ισπανία επέστρεψε το 1984, μετά από σαράντα και πλέον χρόνια εξορίας, διάστημα κατά το οποίο συνέθεσε το μεγαλύτερο μέρος του έργου της. Ο Τάφος της Αντιγόνης (Μεξικό, 1967) είναι το μοναδικό θεατρικό της έργο.























