
Για την ποιητική συλλογή της Ματούλας Λιμνιώτη «Η ωραιότητα μας πάει στο μακρινό» (εκδ. ΑΩ). Εικόνα: Σχέδιο του Ogata Gekkō.
Γράφει ο Γιώργος Βέης
Όσα στους προβλεπόμενους εκείνους ορισμούς, τους λεξικογραφικούς εννοώ, των λέξεων «καμέλια», «ατέλεια» και «αθωότητα» δεν συνιστούν παρά τυποποιημένες, κοινά αποδεκτές σημασιολογικές ιδιότητες, ανανεώνονται ποιοτικά, διευρύνονται εμφανώς εννοιολογικά, προεκτείνονται στο πεδίο του αμιγώς φαντασιακού, καθώς αναβαθμίζονται αισθητά στο πλαίσιο των προλογικών δηλώσεων της, τρίτης κατά σειρά, ποιητικής συλλογής της Ματούλας Λιμνιώτη Η ωραιότητα μας πάει στο μακρινό.
Οι ιδιότητες των νοημάτων συνάδουν με ό,τι λειτουργεί στη χώρα των συμβόλων. Παραθέτω, για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής, αυτούσια τα εξής: «Αλλά υπάρχει ο κήπος / με τα βλαστάρια των πεύκων / και την καμέλια / την ερωτευμένη με τον άνεμο. / Τα άνθη είναι ανώτερα. / Έχουν μιαν άλλη αθωότητα. / Δίνονται ανύποπτα / δίχως αντιπάθεια / στο χέρι που τα έκοψε. / Ίδωμεν, σου είπα. / Όσο φθάνει η όραση. / Μυστήριο θα μείνει / το ιδίωμα του ανθρώπου. / Φύλλο φαγωμένο· / απάνω του η δροσιά μας. / Όλες οι ατέλειες θέλουν περιποίηση: / μία μία βγαίνουν, αν τις υπομείνεις, / οι κάμπιες απ’ το χώμα» (βλ. σελ. 11). Στους αντίποδες των στερεοτυπικών προτύπων ονοματολογίας, ενεργεί άλλη μια φορά η διερευνητική γραφή. Μάλιστα, με τη δέουσα αρωγή των παραγωγικών μεταφορών, η αποκρυστάλλωση του αισθητικού προϊόντος ολοκληρώνεται ευχερώς.
Το σώμα-τραύμα παρίσταται βεβαίως ως το αναμενόμενο τοπίο των εξ ορισμού κρισίμων σχέσεων ταυτοχρονίας του εγώ και του (αναγκαίου εν τέλει) άλλου. Η διαλογική φύση του εαυτού επιμαρτυρεί, μεταξύ άλλων, τα αίτια και τα αιτιατά της αναμενόμενης συμπεριφοράς του ποιητικού υποκειμένου, αλλά και της ριζικής ανατροπής της. Επιχειρείται, επίσης, μια απόδραση από το δεδομένο, το εμφανώς δεσμευτικό, περιοριστικό κατά κανόνα γλωσσικό περιβάλλον, δηλαδή το διαχρονικά διαρθρωμένο από τις συνήθειες, τις έξεις και τις προκαταλήψεις των κοινωνικών συνόλων. Παρατηρώ ότι το στοιχείο της αλληγορίας αξιοποιείται σε πλείστες των περιπτώσεων. Τα δε κατά τα φαινόμενα σαφώς εξωλογικά πορίσματα και αξιώματα επαληθεύουν στη γλωσσική πράξη, συν τοις άλλοις, τη θητεία και στις τάξεις του υπερρεαλισμού. Οι δε διαδοχικοί, πρόσφοροι διασκελισμοί προοικονομούν το εν λόγω αναγνωστικό ενδιαφέρον.
Η οικονομία στη διαχείριση του γλωσσικού φορτίου παραμένει, το τονίζω αυτό, σταθερή κειμενική πολιτική σε όλη την έκταση της συλλογής.
Απομονώνω ένα από τα επιλογικά κομμάτια της παρούσας συλλογής. Φέρει τον τίτλο «Από τη θεωρία του χάους». Η προκύπτουσα κειμενική παράσταση κατοχυρώνει και σ’ αυτή την περίπτωση με σαφήνεια και τακτ την αξιακή της κλίμακα. Η επιμελής διεκπεραίωση της ακριβολογίας διασφαλίζει και τις όποιες απαραίτητες συνδηλώσεις της. Η σχολαστική ετοιμότητα των στίχων θυμίζει την επίμονη επεξεργασία των χάικου και των τάνκα. Αντιγράφω κατά λέξη τα εξής συναφή: «Μ’ αγκαλιάζεις / με τον τρόπο που γέρνουν τα στάχυα/ μ’ ανεπαίσθητο άνεμο / Ιούλιο μήνα. / Μια πεταλούδα είναι η αφή σου. / Τα χέρια σου μιλούν χιλιάδες γλώσσες / που πια δε διασώζονται./ Μια κίνηση είν’ η τύχη που έρχεται στο μέρος μου. / Περνάς από τους κάλυκες στου καιρού το γύρισμα. / Είσαι το φτεροκόπημα ανάμεσα στους στίχους» (βλ. σελ. 40). Η αντιστικτική προαίρεση είναι δεδηλωμένη. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα συνδηλώνει κυρίως την αποδοχή του αυτοκαθορισμού του ατόμου, το οποίο ξέρει ήδη να ξεχωρίζει τις συγκεκριμένες ποιότητες ενός επαρκώς ασκημένου ποιητικού οράν. Επιπροσθέτως, η παράμετρος των οντολογικών επισημάνσεων προκαθορίζει, όπως θα περίμενε κανείς, την όλη δομή του ποιητικού λόγου.
Επισημαίνω ότι η διεσταλμένη ποιητική συνείδηση επιτρέπει, μεταξύ άλλων, την πραγμάτωση ενός κειμενικού ενοφθαλμισμού, εμφανώς δημιουργικού. Της παρατεταμένης, δηλαδή, εισδοχής της ρεαλιστικής απόκλισης στον ειδικότερο ιστό του οραματικού παράγοντα-δείκτη. Έτσι π. χ. διαβάζω τις «Συνωμοσίες»: «Όλη η φύση – μια αέναη διδαχή, / μια κρυφή συνωμοσία. / Τούτο το μυρμήγκι, / σαν μικρό ξεμούδιασμα, / κάνει την πλοήγηση· / ζαλισμένο έντομο, / τώρα το πρωί, / πνίγεται στην κούπα μου. /Κι ύστερα – / μέγα αμφιθέατρο / μας τυλίγει η νύχτα. / Πόση αυταπάτη να κοιτάζεις / τ’ άστρα – / είδωλα που κρέμονται / στην ουρά του χρόνου / αλλά / δεν το ξέρεις» (βλ. σελ. 20). Η τακτική των εσωτερικών ρυθμών διαμορφώνει, από την πλευρά της, τους όρους της άμεσης πρόσληψης. Διαπιστώνω ότι η μορφολογία της όλης σύνθεσης επιβεβαιώνει τη μελέτη ορισμένων προτύπων γραφής, όπως είναι φέρ’ ειπείν το έργο της Αμερικανίδας νομπελίστας ποιήτριας Λουίζ Γκλικ (βλ. ιδίως το ποίημα που φέρει τον τίτλο «Συνταγές», σελ. 18).
Ανάμεσα στο πραγματικό και το φαντασιακό
Η ηθική των λεκτικών συνταγμάτων καθιερώνει τους κανόνες των κειμενικών ωσμώσεων. Οι δε εξομολογήσεις του ποιητικού υποκειμένου διακρίνονται, εκτός των άλλων, για την αυστηρή συμπύκνωση του τελικού μηνύματος. Η οικονομία στη διαχείριση του γλωσσικού φορτίου παραμένει, το τονίζω αυτό, σταθερή κειμενική πολιτική σε όλη την έκταση της συλλογής. Έστω το εξής αντιπροσωπευτικό παράδειγμα: «Στα παιδικά τετράδια /επιστρέφω / τα βράδια και καθαρίζω τ’ αστέρια / από τις θλίψεις της μνήμης. / Γέρνω επάνω σου. / Λουλούδι ανοιχτό / δε σκέφτεται τίποτα / το κορμί / διαθέτει τη φιλοσοφία / του μίσχου» (βλ. σελ. 13). Συγκρατώ ότι η αμιγής οικολογική παράμετρος ανιχνεύεται σε πλείστα σημεία της εκφοράς του λόγου.
Η εξ αντικειμένου πραγματικότητα και το πλαίσιο του φαντασιακού δεν τελούν κατά συνέπεια σε καθεστώς μιας δεινής αντιπαλότητας. Συνυπάρχουν σε ένα ορατό πλέγμα διαλεκτικών εναλλαγών υφολογικών τρόπων.
Η ποιήτρια, απόφοιτος του τμήματος Χημείας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, δείχνει επίσης να γνωρίζει ότι: α) η όρασή μας θα είναι καθαρή μόνο αν κοιτάξουμε μέσα στην καρδιά μας, β) όποιος στρέφει το βλέμμα του έξω από τον εαυτό του ονειρεύεται και γ) όποιος το στρέφει μέσα του, αφυπνίζεται. Πρόκειται για σημαίνοντα διδάγματα του Καρλ Γιουνγκ, τον οποίο φαίνεται πως η ίδια μελετά ήδη από καιρό. Εξ ου και οι συχνές πυκνές διαμεσολαβήσεις του ποιητικού ρήματος στα αντίστοιχα πεδία της συναισθηματικής δράσης. Αντιγράφω το ποίημα με τίτλο «Η εσωτερική μου σκάλα»: «Έχω κι εγώ στο σώμα μου / την εσωτερική μου σκάλα, τους μυστικούς φεγγίτες μου. / Έχω τους λαβυρίνθους μου, τα πριονίδια μου. / Τα πρώτα σχέδιά μου – αντίλαλοι στο βάθος είναι, / που τώρα καμπυλώνουν./ Στην αυλόπορτα το κλειδί, / το μυστρί, / τα χαλίκια./ Φθαρμένα τα παράθυρα, στραμμένα προς τη θάλασσα. /Έχω τα υλικά μου συναγμένα. Μένει η άτακτη φυγή. / Βάζω το λουκέτο για τον γυρισμό. / Στον ουρανό, μεγαλουργεί η Κασσιόπη»(βλ. σελ. 22).
Η εξ αντικειμένου πραγματικότητα και το πλαίσιο του φαντασιακού δεν τελούν κατά συνέπεια σε καθεστώς μιας δεινής αντιπαλότητας. Συνυπάρχουν σε ένα ορατό πλέγμα διαλεκτικών εναλλαγών υφολογικών τρόπων. Η στιχική πρόνοια, διορθώνοντας ορισμένες αντιλήψεις για τον κόσμο, οι οποίες είναι μάλλον παραπλανητικές, συμβάλλει αποφασιστικά σε μιαν εκ νέου θεώρηση του προκαθορισμένου χωροχρόνου. Κοντολογίς, η εν λόγω συλλογή συνιστά μιαν άρτια, φρονώ, συγκλήρωση καταστατικών στοιχείων μιας αναστοχαστικής, αναδημιουργικής ποιητικής φύσης.
*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ είναι πρέσβης επί τιμή και ποιητής. Πρόσφατα κυκλοφόρησε η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του «Ποιήματα 1974-2023» (εκδ. Ύψιλον).
Λίγα λόγια για την ποιήτρια
Η Ματούλα Λιμνιώτη ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Χημείας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου. Η συλλογή Η ωραιότητα μάς πάει στο μακρινό είναι η τρίτη ποιητική συλλογή της. Προηγήθηκαν το Κιρκάδιον, Όστρια, 2019, και Οι μοίρες των πραγμάτων, Εκάτη, 2021.

Ποιήματα και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά.
























