
Για την ποιητική συλλογή του Γιώργου Ζησιμόπουλου «Καύση τελεία και παύλα» (εκδ. Νίκας). Εικόνα: Ο πίνακας του Χάινριχ Φούγκερ «Ο Προμηθέας φέρνει την φωτιά στην ανθρωπότητα».
Γράφει ο Γιώργος Βέης
«Ποια χέρια σφίγγουν το τιμόνι;/ Δεν είναι τα δικά μου./ Είναι τα χέρια των νεκρών /που μ’ αποχαιρετάνε» (βλ. «Εκκίνηση», σελ. 12). Διαβάζω τα σαράντα έξι οιονεί αναπτυγμένα χάικου και τάνκα της «Αλήθειας πρώτης», του πρώτου μέρους της ένατης ποιητικής συλλογής του Γιώργου Ζησιμόπουλου (γενν. Πάτρα, 1961) Καύση τελεία και παύλα, ως να ήταν τα σαφώς αυτόνομα τμήματα ενός ευρύτερου σημασιολογικού κορμού.
Η ομάδα των εκφορών του λόγου δεν καταλήγει ποτέ σε μια κατάσταση μη υλική, που να μην υιοθετεί τη μορφή βατών σημείων. Πρόκειται για τον τόπο μιας ποίησης βιωματικής, στην οποία εμφιλοχωρεί, εξ ορισμού μάλιστα, η ομολογούμενη αγωνία του εαυτού να αποκωδικοποιήσει τις σημασίες των δεδομένων, πολλαπλών συμβόλων της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Είναι διακριτή η διαλογική μορφή της αισθητικής συνείδησης. Γι’ αυτό ο δημιουργικός διπολισμός γράφουσας ύπαρξης / άλλου διαρκεί από φράση σε φράση.
Η γλωσσολογική αναβάθμιση είναι επίσης ευκρινής: από την περιγραφή του συμβάντος, ο στίχος περνάει σ’ έναν τρόπο οριακής αποσαφήνισης. Διακρίνω, επίσης, για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής, την εξής αφοριστική, ιδιαίτερα κρίσιμη κατακλείδα με τις σαφείς ηρακλείτειες αντηχήσεις: «Η λήθη με καταβάλλει/ η δράση με νικά/ τίποτα / δεν είμαι,/ από το κάθε τι/ γεννιέμαι./Ώριμος καρπός ο χρόνος / άπιωτος χυμός η κάθε μέρα» (βλ. «Από τον Άδη φως», σελ. 42). Οι διάσπαρτες εναντιωματικές δηλώσεις ενός εμφανώς αναστοχαστικού ποιητικού υποκειμένου, οι δραστικοί διασκελισμοί του προβεβλημένου νοήματος, οι ακριβόλογες, λεπτολόγες αποδόσεις των κρίσιμων πτυχών του συγκεκριμένου χωροχρόνου, οι αμφίσημες συνδηλώσεις, οι οποίες διευρύνουν το πλαίσιο του μηνύματος στην εγγύτερη, αλλά και απώτερη πλευρά της λεγόμενης κοιλάδας των δακρύων, οι διαλεκτικές συνιζήσεις των αναφορών και των αυτοαναφορών, οι αναγκαίες συνυπάρξεις των καταρχάς αντικρουόμενων συλλογιστικών όρων, οι λακωνικές αποτιμήσεις ενός καθόλα πολύπειρου βίου, ο τονισμός ιδίως της αμφιθυμίας ως να ήταν το πλέον αποκαλυπτικό συναίσθημα και οι συνειδητοί ενοφθαλμισμοί του εγώ στον ιστό του εξωτερικού κόσμου διακρίνουν, συν τοις άλλοις, τη στιχική πολιτική του προαναφερόμενου έργου.
Το σώμα διατηρεί αλώβητο το προνόμιό του να παραμένει η κυρίαρχη έδρα της ανεξαρτησίας, αλλά και της παρεπόμενης ταυτοχρόνως διασύνδεσης με τον εκάστοτε άλλον. Κι ό,τι αυτό θα μπορούσε να συνεπάγεται.
Η καταγωγή των ρηματικών εκφάνσεων είναι εξ ίσου ετερογενής και ενιαία. Οι δε γραμματικές εικόνες υποστηρίζουν σταθερά την κατάθεση της κύριας εννοίας και των απαραίτητων συμφραζομένων της. Από την ενίοτε εισαγωγική κρυπτική του έκφραση, ο λόγος περνάει επιτυχώς στην τελική του καταύγαση. Η κύρια αφορμή του στίχου, ήτοι η ενόραση, σπεύδει να ολοκληρώσει ό,τι η κοινή αίσθηση, ως εκ των πραγμάτων, δεν μπορεί. Το σώμα διατηρεί αλώβητο το προνόμιό του να παραμένει η κυρίαρχη έδρα της ανεξαρτησίας, αλλά και της παρεπόμενης ταυτοχρόνως διασύνδεσης με τον εκάστοτε άλλον. Κι ό,τι αυτό θα μπορούσε να συνεπάγεται. Παραθέτω το εξής αντιπροσωπευτικό ποίημα, όπου το σώμα ενεργεί ως αποκλειστικός οργανισμός ικανοποίησης της Επιθυμίας της προβλεπόμενης ετερότητας: «Αρκεί ένα μισό χαμόγελο/ να σβήσει ο τρόμος./ Αρκεί ένας έρωτας μισός/ ν’ ανάψει./ Ποτέ δεν γλυτώνεις/ τη συνέχεια» (βλ. «ΜΙ ελαττωμένη» σελ. 16). Οι τυχόν περαιτέρω διευκρινήσεις απορρίπτονται. Το εννοιολογικό περιεχόμενο των πράξεων συσχετίζεται άμεσα με το ακουστικό σύνθεμα.
Ο εξορκισμός του θανάτου
Παρατηρώ ότι το ποιητικό συνειδέναι δεν αποκλείει το ενδεχόμενο μιας σειράς από μεταφυσικές εμπειρίες. Αντίστοιχα, οι τριγμοί από την ευρύτερη επικράτεια του συλλογικού ασύνειδου δεν αφήνουν αδιάφορη την εν λόγω γραφή. Συγκρατώ, επίσης, ότι ο εξορκισμός του θανάτου συνιστά κύριο μέλημα των λεκτικών συνταγμάτων. Η διαλεκτική της ποίησης στην προκειμένη περίπτωση είναι η διαλεκτική του πολυπλάνητου νόστου στην πολυπόθητη επικράτεια της καταλλαγής των παθών. Παραθέτω το εξής ενδεικτικό παράδειγμα: «Όλοι τον έχουν συναντήσει./ Κανείς δεν τον θυμάται./ Βαθύτερος απ’ όλα τα ναυάγια/ κανέναν δεν τρομάζει./ Αθώοι ένοχοι/ απαρηγόρητος κανείς./ Όλα τα στόματα στεγνά/ κανένας έρωτας δεν κατεβαίνει./ Ο λήθαργος, μια έμπνευση/ αργό προσπέρασμα θανάτου» (βλ. «Λήθαργος», σελ. 33). Αλλά και λίγες σελίδες μετά η μαρτυρία αιφνιδιάζει αναλόγως τον δέκτη της: «Ήσυχος καιρός. Διπλομανταλωμένος. / Πώς μπήκες μέσα δεν κατάλαβα. / Πώς έφυγες δεν είδα. / Πάντα ανησυχούσα με τους ερχομούς. / Εσένα δεν σε γνώρισα ποτέ. / Ήσουν η σημασία»(βλ. «In memoriam», σελ. 42).
Από την «Αλήθεια δεύτερη», το τελευταίο μέρος της συλλογής με τα δεκατρία πεζόμορφα κομμάτια, διακρίνω το εξής πόρισμα που αφορά στη λαβυρινθώδη σχέση ατομικής δράσης, ενίοτε ιαματικής γλωσσικής εφαρμογής και κατ’ ουσίαν αναγκαίας επικοινωνίας – ευκταίας συναντίληψης. Οι ετυμηγορίες, αν και δείχνουν ότι είναι μάλλον παράδοξες, στο επιλογικό μέρος τους αφήνουν να φανεί η αδήριτη ποιητική αλήθεια τους: «Από στίχο σε στίχο, όση οικονομία να κάνεις, θα φτάσεις κάποτε στον τελευταίο. Μετά την έκρηξη, ό,τι μείνει ζωντανό, θα το ξανασυναντήσει ο πρώτος στίχος του επόμενου ποιήματος. Δεν συμβαίνει ποτέ. Δεν υπάρχει συνέχεια. Όλα τα ποιήματα είναι αποσπάσματα θανάτου. Ποτέ δεν τη γλιτώνεις» (βλ. «Επί τόπου» σελ. 71).
Το ποιητικό υποκείμενο φαίνεται λοιπόν ότι έχει προ πολλού μάθει να αντιλαμβάνεται τι ακριβώς συνιστά την ουσιώδη ερμηνεία των φαινομένων του κύκλου της ζωής.
Οι εμπειρίες εντός του απώτερου ψυχικού πλαισίου, εφ’ όσον είναι όντως κατανοητές, δηλαδή προσπελάσιμες, προσφέρονται ασφαλώς για περαιτέρω αμιγώς ρηματική αξιοποίηση. Το ποιητικό υποκείμενο φαίνεται λοιπόν ότι έχει προ πολλού μάθει να αντιλαμβάνεται τι ακριβώς συνιστά την ουσιώδη ερμηνεία των φαινομένων του κύκλου της ζωής. Εξ ου και η χαρακτηριστική εξομολόγηση από την ίδια ενότητα: «Έρχονταν κι άλλοι καιροί. Εκείνος ακαταμάχητος. Τον έτρεφαν οι ήττες. Τις νίκες του τις έπνιγε κρυφά το βράδυ. Ποτέ δεν τον έπιαναν στον ύπνο. Ξημέρωνε πάντα ηττημένος. Θρεφτάρι έγινες, του φώναζε η ζωή, μα εκείνος δεν της έδινε σημασία. Την περίμενε κάθε φορά στο χάραμα. Και κάθε χάραμα έκλεινε ένα ράμμα. Να μην λυθεί ποτέ το αίνιγμα, να μην ανοίξει κι άλλο η πληγή του λόγου της ζωής και του θανάτου»(βλ. «Λόγος», σελ. 59). Το απροκάλυπτο νόημα πείθει άλλη μια φορά για το κύρος του. Διατηρεί, άλλωστε, ως την τελευταία συλλαβή του τον κραδασμό από τους συσχετισμούς και τις αντιπαραθέσεις των καθόλα έντονων ιδιοσυγκρασιακών ροπών και των αναπόφευκτων παντοειδών περιβαλλοντικών κρούσεων ή πιέσεων. Κοντολογίς, η θεματογραφική αναπαράσταση της συμπεριφοράς της ύπαρξης κατά τη διάρκεια μάλιστα των σημαδιακών φάσεων της αυτοπραγμάτωσής της αποδίδει αναγνωρίσιμους καρπούς καλλιτεχνικής πληρότητας.
*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ είναι πρέσβης επί τιμή και ποιητής. Πρόσφατα κυκλοφόρησε η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του «Ποιήματα 1974-2023» (εκδ. Ύψιλον).
Λίγα λόγια για τον ποιητή
Ο Γιώργος Ζησιμόπουλος γεννήθηκε το 1961 στην Πάτρα. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Απόπειρα νεκροψίας (1981), Ο Ευαγγελισμός των Αισθήσεων (1986), Φωτοπαγίδες (1994), Αφήλιον ήμαρ (1998), Χρονογραφίες (2000), Δήλος (2016), Ανοιχτά του Απρίλη (2018), Οξυγόνο δύο (2022) και το δοκίμιο Το υποκειμενικό άλγος και η αντικειμενική αναλγησία ή μανιφέστο για την ανέγερση νέων ερειπίων (1986).

Ποιήματά του και κριτικά σημειώματα έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, σε λογοτεχνικά περιοδικά, στη Νέα Εστία, στην Ποιητική, στον Απόπλου, στα Ποιητικά, στον Περίπλου κ.ά.
























