
Για το ποιητικό βιβλίο του Παντελή Μπουκάλα «Μηλιά μου αμίλητη – Ένας λόγος σε έξι φωνές» (εκδ. Άγρα). Εικόνα: Από την παράσταση «Αμίλητη – Ένα σύγχρονο χορικό», βασισμένη στο κείμενο του Μπουκάλα.
Γράφει ο Παναγιώτης Χριστοδούλου
Νύχτα στο νεκροταφείο. Ο Πάρης, σκυφτός κι αμίλητος, αλλάζει το καντήλι της αγαπημένης του. Εκείνη κείται φαινομενικά νεκρή, λίγο πιο πέρα. Πλησιάζει ο Ρωμαίος· το γράμμα δεν έφτασε ποτέ. Μια σπίθα ζήλιας, η παλιά βεντέτα των οικογενειών, ένα χέρι που πάει μισή στιγμή πιο γρήγορα στο ξίφος. Κι έπειτα σιωπή: ο Πάρης σωριάζεται κι ο Ρωμαίος -βαριά λαβωμένος- γλιστρά πάνω στο κρύο μάρμαρο. Εκεί, σε μια ανάσα διαφορά, αλλάζει η ιστορία. Η Ιουλιέτα ξυπνάει δίπλα του. Ψάχνει στα χείλη το φαρμάκι, μα δεν το βρίσκει. Οι Καπουλέτοι, αναστατωμένοι απ’ τις φωνές, φτάνουν στον τάφο κι αντικρίζουν την κόρη ζωντανή, παραζαλισμένη απ’ το φίλτρο, και τον Μοντέγο ακόμη να αναπνέει.
Χρόνια αργότερα, ο Ρωμαίος είναι νοικοκύρης πια, με γυναίκα και παιδιά, περιουσία και συγχωρεμένη νιότη. Κι η Ιουλιέτα, χρόνια νεκρή, στα αλήθεια τώρα· όχι από το δηλητήριο του φαρμακοποιού αλλά από συγγενικό της χέρι – για την τιμή της οικογένειας. Έτσι, λιγότερο ποιητικά και πολύ πιο οδυνηρά από το σαιξπηρικό φινάλε, τελειώνουν οι περισσότερες πραγματικές ιστορίες ενός μη αποδεκτού έρωτα των περασμένων αιώνων: όχι με δυο σώματα ενωμένα μπρος στον θάνατο, αλλά με μια γυναίκα δολοφονημένη κι έναν άντρα που έμαθε να ζει. Σ’ αυτόν τον τόνο αντηχεί η Μηλιά μου αμίλητη του Παντελή Μπουκάλα (Εκδ. Άγρα, 2019/2022).
Το έργο αυτό δεν είναι ένα μεμονωμένο αφηγηματικό εγχείρημα, αλλά εντάσσεται σε μια μακρά κι επίμονη δουλειά του Μπουκάλα πάνω στο ελληνικό δημοτικό τραγούδι, πάνω στην παράδοση και την ιστορία μας. Η ιστορία της Μηλιάς είναι απλή και ανυπόφορη: στη Μάνη του 19ου αιώνα, μια νεαρή γυναίκα παντρεύεται δίχως τη θέλησή της. Κατά την πρώτη νύχτα του γάμου, ο σύζυγός της ανακαλύπτει ότι είχε «ατιμαστεί». Ο αγαπημένος της ήταν ένας ξένος· είχε προσπαθήσει κάποτε να την πάρει να φύγουν μακριά, δεν τα κατάφερε όμως. Ο σύζυγος καταγγέλλει στην οικογένειά της την «ατίμωση» κι εκείνοι -ο πατέρας και τα πέντε αδέλφια της, με τη σιωπηλή συνενοχή της μάνας- τη θάβουν ζωντανή μέχρι τον λαιμό για να αποκαταστήσουν την τιμή τους.
Ορχήστρα φωνών: από τον μονόλογο στο πολυφωνικό δράμα
Ο Παντελής Μπουκάλας δεν αφηγείται απλώς το γεγονός, το μοιράζει στις έξι πρωταγωνιστικές φωνές του δράματος. Παίρνει μια ιστορία που θα μπορούσε να ειπωθεί κοφτά και μονοφωνικά, και τη μετατρέπει σε πολυφωνική τραγωδία όπου η κάθε φωνή λέει την αλήθεια της και όλες μαζί συνθέτουν έναν κόσμο δίχως κάθαρση. «Αν λοιπόν υπάρχει ποιητική δικαιοσύνη, υπάρχει όταν δίνει φωνή σε όλους, για να τους ακούσει και όλους», γράφει ο Μπουκάλας στην εισαγωγή του βιβλίου του. Το βιβλίο αυτό δίνει φωνή στο «μέσα» των ανθρώπων του: οι ήρωες δεν υπάρχουν μόνο ως πρόσωπα της δράσης, αλλά σαν να σταματούν ανά διαστήματα για να δώσουν μια μικρή συνέντευξη για τη ζωή τους. Ζουν και ταυτόχρονα μιλούν για ό,τι ζουν -ένα ιδιότυπο ριάλιτι επιβίωσης- και πάνω σε αυτή τη διπλή κίνηση ο Μπουκάλας στήνει μια ποιητική, σχεδόν σκηνική, εξομολόγηση. Είναι αυτός ο πλουραλισμός των φωνών που κάνει το δράμα ανυπόφορο, σε βάζει στα παπούτσια όλων και ξεκαθαρίζει ποιοι ρόλοι και ποια ήθη δεν έχουν θέση πια στις μέρες μας.
Στο έργο αυτό, οι έξι φωνές των πρωταγωνιστών ξεχωρίζουν ήδη από τον τρόπο που αφηγούνται την ιστορία. Ο Μπουκάλας το δουλεύει υπόγεια και μας το περνά σχεδόν ασυνείδητα. Στα σημεία που ο λόγος απλώνεται πεζός, ποταμίσιος, ανεμοδούρι και χάος μαζί, υποδηλώνονται άνθρωποι σε άσχημη ψυχική κατάσταση, διαλυμένοι, χαμένοι μέσα στη θολούρα τους. Εκεί όπου ο λόγος κόβεται κοφτός, ποιητικός, σαν διπλή απόσταξη, αναδύεται η άλλη όψη: ένα πρόσωπο με βεβαιότητες κι ένα χέρι σταθερό, έτοιμο να πυροβολήσει. Καθεμία από τις έξι φωνές κρατά και έναν άλλο ρυθμό, μια άλλη ευθύνη μέσα στο δράμα:
Η φωνή της μάνας: Όπως η Ισμήνη
«Δάκρυ μη γίνει ο καημός, κλάμα μη γίνει ο πόνος...»
«Να γίνει δάκρυ ο καημός, κλάμα να γίνει ο πόνος.»
«Δάκρυ μη γίνει ο καημός, κλάμα μη γίνει ο πόνος...»
Η μάνα είναι ίσως η πιο τραγική φιγούρα σε έναν κόσμο όπου η σιωπή κι ο φόβος ντύνουν τον άνθρωπο με δράμα. Γιατί καλές οι Αντιγόνες, θα μου πεις, αλλά σε έναν κόσμο γεμάτο Αντιγόνες ποιος παραμένει ψύχραιμος; Και σαν μια μαριονέτα που δε βλέπει τη μεγάλη εικόνα, συνεχίζει στη σιωπή της. «Ούρλιαζα βουβά να ‘ρθουν να με συντρέξουν άγιοι παλιοί καινούργιοι. Να μου σφραγίσουνε το στόμα σπλαχνικοί. Για να μην μπήξω τις φωνές να ακούσει το χωριό νυχτιάτικα, παραδομένο όλο στη δική του την αμίλητη ζωή. Άγιος δεν ερχόταν. Μόνη μου τα κατάφερνα», λέει η μάνα στο βιβλίο. Αν σε κάτι έχουν μάθει η γυναίκα του παρελθόντος κι ο αδύναμος μες στους αιώνες, είναι να επιμένουνε σκυφτοί, να μη λυγάνε άλλο – κλάρες που ο άνεμος τις παίζει τόσο, ώστε να μη σπάσουν τελικά.
Η μάνα βλέπει με μια ματιά και τη φρίκη και την ευθύνη στον θάνατο της κόρης της
Στη μάνα δεν επιτρέπεται να κλάψει το παιδί της, ούτε σταγόνα δάκρυ. «Και πώς δίχως σταγόνα δάκρυ να γεμίζω το ποτήρι σου, δίπλα στο αναμμένο σου καντήλι να τ’ αφήνω, για να ‘ρχεται η ψυχούλα σου κρυφά, να ξεδιψάει». Και σιωπηλά πονά, μα δε λυγίζει. «Σκοτάδι στο κεφάλι τους\\ κι οι πέντε μου αρσενικοί», λέει σε ένα της σημείο. Η φράση διαβάζεται διπλά, ως γεγονός κι ως κατάρα. Η μάνα βλέπει με μια ματιά και τη φρίκη και την ευθύνη στον θάνατο της κόρης της· το γεγονός και τη σκιά που θα σέρνουν τα αγόρια της σε όλη τη ζωή τους. Βλέπει τον φόβο αντανάκλαση παντού, κι όμως φοβάται ακόμα.
Η φωνή των τεσσάρων μεγαλύτερων αδερφών: Όπως ο Αίας
«Μονάχη να σβήσει η σκύλα»
«Το φτύσιμο μόνη δροσιά της»
«Δάκρυ μη γίνει ο καημός.\\ Κλάμα μη γίνει ο πόνος.»
Η φωνή των αδερφών αποπνέει σιγουριά και μίσος· συνδυασμός όχι σπάνιος, ούτε στις μέρες μας. Εδώ ο λόγος, όπως τον λαξεύει ο Μπουκάλας, μένει ως το τέλος του κοφτός. Κάθε στίχος, τρεις-τέσσερις λέξεις, δίχως στιγμή να μαλακώνει. Είναι οι ζηλωτές που -με την αυθάδεια συχνά της ηλικία- συνεχίζουν στα μέτρα που τους έμαθαν. «Αν εμείς, αν εγώ\\ δεν του θύμιζα [του πατέρα]\\ ποιο το χρέος,\\ η τιμή μας αχνός.\\ Θα χανόταν». Ούτε μια στιγμή αβεβαιότητας λίγο πριν κοιμηθούν τη νύχτα. Είναι αυτοί που, αν μπορούσαν, θα έβαζαν τη φύση να μη βρέχει, για να μη δροσιστεί «η σκύλα». Γιατί η μάνα της «Μηλιάς» γεννάει αιώνες τώρα ζηλωτές που δεν έμαθαν να ακούνε: οικογενειάρχες, τίμιους πολίτες. Κι ας επιμένουμε ότι οι καιροί αλλάζουν.
Η φωνή της Μηλιάς: Όπως η Ιφιγένεια
«Έσβησα μοιρολογώντας τους. Εγώ η νεκρή τους μοιρολόγησα»
Η Μηλιά μιλά απ’ το υπόγειο κι από τον λάκκο που την έχωσαν. Η Μηλιά μιλάει, τελικά, από τον άλλον κόσμο. Κι αυτό της δίνει την απόσταση που πρέπει. Εδώ η φωνή αλλάζει ξανά ύφος. Γίνεται πεζό ποτάμι πόνου, κρίματος και παραπόνων: για τα τέσσερα μεγαλύτερα σκληρά της αδέρφια, μαζί και τον πατέρα της, για τη σιωπή της μάνας, τη λύπηση του μικρότερου αδερφού, του Κωνσταντή, που προσπαθεί να ντυθεί με έναν ρόλο που δεν του πάει. Αυτόν τον ρόλο που δυναμώνει κάθε μάζα: «για να κρυφτεί καθένας τους μέσα στον διπλανό του».
Εδώ ο λόγος γίνεται χείμαρρος, ο λόγος τού λίγο πριν το τέλος, που παρασέρνει πέτρες, σπάει κλάρες, γεμίζει λάκκους: «Αλλιώς αγαπηθήκαμε εγώ κι ο ξένος. Σκληρά. Βουβά. Κοφτά. Και στο σκοτάδι. Λαμπάδιαζαν τα σώματά μας. Έφεγγαν. Και βλέπαμε. Τον πόνο βλέπαμε [...]. Να σέρνει πέτρες ριζιμιές. Του λάκκου μου τις πέτρες».
Η φωνή του μικρότερου αδερφού: Όπως ο Νεοπτόλεμος
«Το φοβισμένο χέρι που κλεφτά τη νύχτα
νερό της πήγε, να ξεδιψάσει ο θάνατος, [...]
του Κωνσταντή της ήταν.»
Ο Κωνσταντής, ο μικρότερος από τους πέντε αδερφούς, δεν έχει ακόμη αποδεχτεί τη σκληράδα του κόσμου. «Αρσενικός χωρίς μαχαίρι» ακόμα. Ο ανένταχτος, ο σημερινός άνθρωπος που, όσο κι αν ανήκει σε μια οικογένεια, σε μια ομάδα, βλέπει καθαρά το σφάλμα των δικών του. Βλέπει το παράλογο να εξελίσσεται: «Και οι εικόνες σιωπηλές απόμειναν. Όπως αυτοί που τις ασπάζονταν». Μα είναι ακόμα άμαθος, αβέβαιος, τρωτός – κι έτσι ακολουθεί. Ακολουθεί το λάθος τους και, στα κρυφά, και τη συνείδησή του. Η φωνή του τρεκλίζει, πάει κι έρχεται, αγγίζει το παραλήρημα του πεζού του λόγου.
Η φωνή του πατέρα: Όπως ο Αγαμέμνονας
«Δεν είναι των αντρών τα μοιρολόγια»
«Κι αν είναι;»
Ο πατέρας είναι ίσως η πιο τραγική φιγούρα σε έναν κόσμο όπου το χρέος ντύνει τον άνθρωπο με δράμα. Γιατί γεμάτος Κρέοντες ο κόσμος, θα μου πεις, κι έτσι γεννάμε δράματα παντού. Και σαν μια μαριονέτα που δε βλέπει τη μεγάλη εικόνα, συνεχίζει στο χρέος που του υπέδειξαν. «Ντρέπομαι να κλάψω.\\ Μα ντρέπομαι και να μην κλάψω», λέει ο πατέρας στο βιβλίο, κι ο τόνος παραμένει ακόμα κοφτός, σαν χρέος. Που όμως σπάει εδώ κι εκεί, ρωγμές μετά το ηφαίστειο και τον σεισμό.
Στον πατέρα δεν επιτρέπεται να κλάψει το παιδί του. Μα εδώ δεν είναι εξωτερικοί παράγοντες που το ορίζουν. Ο πατέρας παίρνει γραμμή άμεσα από τον κώδικα τιμής, το χρέος του. Είναι ο μέσα του εαυτός αυτός που πολεμά. Κι ο πατέρας σιωπηλά πονά, μα δε λυγίζει.
Η φωνή του Ξένου: Όπως ο Θησέας
«Καν λίγο νερό να πάω δεν τόλμησα»
Ο ξένος μού φαίνεται η πιο αμφίθυμη φωνή της ιστορίας. Ενώ δε βρίσκεται στο κέντρο της δράσης και δεν του ζητά κανείς ευθύνες, όσο διαβάζω τον λόγο του νιώθω πως προσπαθεί να γλυκάνει τις τύψεις του. Επικαλείται την αγάπη του στη μαρτυρία του, τη μοιρολογεί, κι όμως η φωνή του μένει σταθερή, κοφτή, χωρίς το ρήγμα άλλων φωνών. Ο τόνος του στέκει κάπου ανάμεσα στο κοφτό των αδερφών και του πατέρα, και στο παραληρηματικό της Μηλιάς, του Κωνσταντή και της μητέρας. Γίνεται ο λόγος του αποτραβηγμένου από τα γεγονότα, του αντικειμενικού παρατηρητή.
Ο ξένος, λοιπόν, είναι σαν τον Ρωμαίο που επέζησε, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά και τώρα αναπολεί. Και από μέσα του, ντροπιασμένος κατά βάθος, παραδέχεται: ευτυχώς που χύθηκε το φαρμάκι τότε κι επέζησα.
Η έβδομη φωνή
Στο τέλος κλείνεις το βιβλίο και πάνω στον ήχο των σελίδων που γυρίζουν, ακούγεται μια έβδομη φωνή. Δεν είναι χαρακτήρας του έργου αυτή. Ξαφνιασμένος κοιτάς τριγύρω: ποιος να μιλάει τώρα; Για μια στιγμή νιώθεις πως είναι το χώμα που σκέπασε τη Μηλιά και η μηλιά, που φύτρωσε από το πτώμα της, σου λέει για το μέλλον. Αλλά γρήγορα συνέρχεσαι από τα μεταφυσικά. Και συνειδητοποιείς πως είναι η δική σου εσωτερική φωνή, που δεν είναι όμως ακριβώς δική σου. Είναι η φωνή που σαν κλωστή έδεσε τόσους και τόσους ανθρώπους πριν από εσένα για να φτάσει ως εδώ. «Ένα εγώ που ήταν πάντοτε των άλλων\\ που ήταν πάντοτε οι άλλοι», όπως λέει ο ίδιος ο Μπουκάλας σε άλλο του βιβλίο (Ρήματα, Άγρα 2009/2018). Και σου ψιθυρίζει στο αφτί: Πρώτο σου μέλημα η καθαρή ματιά. Πρώτο σου μέλημα η ύπαρξη. Πάνω στη ζωή, μέσα στη ζωή, μπροστά απ’ τη ζωή.
Ένα δράμα πολυφωνικό, μια μετεξέλιξη του Σοφοκλή, όπου οι πρωταγωνιστές ηθοποιοί από δυο-τρεις να γίνουν χίλιοι δεκατρείς – χωρίς κομπάρσους και χορούς.
Κι ίσως τελικά ο Σαίξπηρ να είχε άδικο. Γιατί πολλές φορές «ειπώθηκε ιστορία πιο οδυνηρή απ’ της Ιουλιέτας και του Ρωμαίου της». Αρκεί να ξεφυλλίσει κανείς τις ειδήσεις των τελευταίων χρόνων. Και χρέος μας είναι, σε μια ανάσα διαφορά, να αλλάξει η ιστορία και πάλι: ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα να συναντηθούν τυχαία στον δρόμο τριάντα χρόνια αργότερα, να χαρούν ο ένας για τον άλλον, να γελάσουν για το τότε, κι αποχωρώντας να είναι ακόμα χαρούμενοι, ο ένας για τον άλλον. Και οι χαρακτήρες, όπως στο δράμα αυτό, να μείνουν εκεί που τους ταιριάζει: σε μια αρχαία τραγωδία για το θέατρο. Ένα δράμα πολυφωνικό, μια μετεξέλιξη του Σοφοκλή, όπου οι πρωταγωνιστές ηθοποιοί από δυο-τρεις να γίνουν χίλιοι δεκατρείς – χωρίς κομπάρσους και χορούς. Ένας κόσμος όπου η έβδομη φωνή, ως ένα άλλου είδους τι θα πει ο κόσμος, δεν θα επιτρέψει πια να θαφτεί καμία Μηλιά για την τιμή της οικογένειας.
*Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ είναι ποιητής. Πρώτο του βιβλίο, η συλλογή «Η ξένη ιτιά» (εκδ. Ιωλκός).
Λίγα λόγια για τον ποιητή
Ο Παντελής Μπουκάλας γεννήθηκε το 1957 στο Λεσίνι του Μεσολογγίου. Αποφοίτησε από την Οδοντιατρική Σχολή Αθηνών. Δημοσιογραφεί και αρθογραφεί στην εφημερίδα Καθημερινή. Έχει εκδώσει τα βιβλία ποίησης Αλγόρυθμος (1980), Η εκδρομή της ευδοκίας, Ο μέσα πάνθηρας, Σήματα λυγρά, Ο μάντης, Οπόταν πλάτανος, Ρήματα (Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2010) και Μηλιά μου αμίλητη (2019). Επίσης έναν τόμο με βιβλιοκριτικές υπό τον τίτλο Ενδεχομένως –Στάσεις στην ελληνική και ξένη τέχνη του λόγου, δύο τόμους υπό τον τίτλο Υποθέσεις, με επιφυλλίδες του στην Καθημερινή της Κυριακής, και τους τρεις πρώτους τόμους της σειράς «Πιάνω γραφή να γράψω...: Δοκίμια για το δημοτικό τραγούδι» (Όταν το ρήμα γίνεται όνομα: Η αγαπώ και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών, Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου 2017, Το αίμα της αγάπης: Ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίηση και Κόκκιν’ αχείλι εφίλησα: Το ταξίδι του φιλιού και ο έρωτας σαν υπερβολή, 2019) κ.ά.

Έχει μεταφράσει τον Επιτάφιο Αδώνιδος του Βίωνος του Σμυρναίου, τα ποιήματα του τόμου Επιτάφιος λόγος – Αρχαία ελληνικά επιτύμβια επιγράμματα και τα Συμποτικά επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας. Έχει επίσης μεταφράσει τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου (ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου, 2005), τους Αχαρνείς του Αριστοφάνη (Εθνικό Θέατρο, 2005), τις Τρωάδες του Ευριπίδη (Θέατρο του Νέου Κόσμου, 2010), τον Κύκλωπα του Ευριπίδη και το ομότιτλο ειδύλλιο του Θεόκριτου (Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου, 2017), τις Θεσμοφοριάζουσες (Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου, 2018), την Ιφιγένεια την εν Αυλίδι του Ευριπίδη (ΚΘΒΕ, 2019) και την Ελένη του Ευριπίδη (ΚΘΒΕ, 2021). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά (αφιέρωμα του περιοδικού Poesia του Μιλάνου, Νοέμβριος 2014), στα πολωνικά (η μετάφραση των Ρημάτων εκδόθηκε στο Γκντανσκ το 2014), τα αγγλικά, τα αλβανικά, τα αραβικά, τα ισπανικά, τα καταλανικά (στον τόμο La busqueda del Sur, Βαρκελώνη, 2016), τα γαλλικά (στον τόμο Poètes grecs du 21e siècle, Παρίσι, 2017) και τα ρωσικά. Το 2018 έγινε διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου.
Τελευταίο του βιβλίο, η συλλογή Τρεις επί τρία (Άγρα, 2025).
























