
Για το εμβληματικό γκράφικ νόβελ «Αϊβαλί» του Soloup που κυκλοφόρησε ξανά σε νέα έκδοση (εκδ. Διόπτρα).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Το Αϊβαλί του Soloup (Αντώνης Νικολόπουλος) δεν είναι απλώς ένα γκράφικ νόβελ με ιστορικό θέμα· είναι ένα πολυεπίπεδο έργο μνήμης, ένα σύνθετο αφήγημα που επιχειρεί να αναμετρηθεί με ένα από τα πιο τραυματικά κεφάλαια του ελληνικού και μικρασιατικού 20ού αιώνα. Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2014 (εκδ. Κέδρος) και επανεκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Διόπτρα.
Τα τελευταία χρόνια, τα γκράφικ νόβελ έχουν ανέβει στην υπόληψη του ελληνικού αναγνωστικού κοινού και όχι άδικα, καθώς μεταφέρουν με άλλα μέσα μια ιστορία που έχει δομή, σφρίγος, κίνηση και αυθύπαρκτη οντότητα. Σε αυτή την αλλαγή έχουν επιδράσει σαφώς και τα βιβλία του Soloup.
Υπό αμφισβήτηση
Μέσα από τη συνύπαρξη λόγου και εικόνας, το Αϊβαλί δεν αφηγείται μόνο την Ιστορία, αλλά τη διερευνά, τη σχολιάζει και τελικά τη θέτει υπό αμφισβήτηση ως ενιαία αφήγηση. Το αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο που λειτουργεί ταυτόχρονα ως λογοτεχνία, ιστορικό δοκίμιο, μαρτυρία και εικαστικό έργο.
Η αφετηρία στο Αϊβαλί βρίσκεται στα γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής και ειδικότερα στην εκδίωξη του ελληνικού πληθυσμού από τις Κυδωνίες (Αϊβαλί). Ωστόσο, όποιος προσεγγίσει το έργο με την προσδοκία μιας γραμμικής ιστορικής αφήγησης ή μιας «εικονογραφημένης» σχολικής Ιστορίας, θα βρεθεί προ εκπλήξεως.
![]() |
|
|
Ο Soloup αποφεύγει συνειδητά την ευθύγραμμη αφήγηση και επιλέγει μια πολυφωνική, αποσπασματική δομή, που θυμίζει περισσότερο αρχείο μνήμης παρά μυθιστόρημα με αρχή, μέση και τέλος. Κεντρικό αφηγηματικό εργαλείο του έργου είναι η διακειμενικότητα. Ο δημιουργός ενσωματώνει αποσπάσματα από λογοτεχνικά έργα -με προεξάρχοντα τα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου- αλλά και μαρτυρίες, ιστορικά κείμενα και προσωπικές αφηγήσεις. Αυτή η επιλογή δεν λειτουργεί απλώς ως φόρος τιμής στη μικρασιατική λογοτεχνία· μετατρέπει το Αϊβαλί σε έναν διάλογο ανάμεσα σε φωνές διαφορετικών εποχών, εμπειριών και ιδεολογικών φορτίσεων. Η μνήμη εδώ δεν ανήκει σε έναν αφηγητή, αλλά συγκροτείται συλλογικά, μέσα από αντιπαραθέσεις, επαναλήψεις και σιωπές.
Το «εμείς» και ο «άλλος»
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο το έργο διαχειρίζεται την έννοια του «εμείς» και του «άλλου». Παρότι το θέμα αφορά ένα κατεξοχήν τραυματικό γεγονός για τον ελληνισμό, ο Soloup αποφεύγει τον εθνικιστικό τόνο ή τη μονοδιάστατη απόδοση ευθυνών. Αντιθέτως, αναδεικνύει τη βία ως ιστορικό φαινόμενο που διαπερνά κοινότητες, και όχι ως αποκλειστικό χαρακτηριστικό ενός λαού. Η παρουσία του «ανθρώπινου» στοιχείου και στις δύο πλευρές του Αιγαίου δεν αποδυναμώνει το τραύμα· το καθιστά, όμως, πιο σύνθετο και πιο οδυνηρό.
Τα πρόσωπα συχνά μοιάζουν σκιασμένα, ημιτελή, σαν να απεικονίζονται μέσα από τη μνήμη και όχι από τη ζωντανή παρουσία.
Η εικαστική γλώσσα του Αϊβαλί είναι καθοριστική για τη λειτουργία του έργου. Το ασπρόμαυρο σχέδιο, με τις έντονες αντιθέσεις και τις συχνά σκληρές γραμμές, δεν επιχειρεί να «ομορφύνει» το παρελθόν. Αντίθετα, δημιουργεί μια αίσθηση ντοκουμέντου, σαν να ξεφυλλίζει κανείς ένα παλιό, φθαρμένο αρχείο. Τα πρόσωπα συχνά μοιάζουν σκιασμένα, ημιτελή, σαν να απεικονίζονται μέσα από τη μνήμη και όχι από τη ζωντανή παρουσία. Αυτή η αισθητική επιλογή ενισχύει την αίσθηση απώλειας και αποστασιοποίησης που διαπερνά το έργο.
![]() |
|
|
Πεδίο σύγκρουσης
Αξιοσημείωτος είναι και ο τρόπος με τον οποίο ο Soloup χειρίζεται τον χώρο. Το Αϊβαλί δεν παρουσιάζεται απλώς ως τόπος καταγωγής ή χαμένη πατρίδα, αλλά ως πεδίο ιστορικής σύγκρουσης, συνύπαρξης και, τελικά, διάρρηξης. Οι εικόνες της πόλης πριν και μετά την καταστροφή δεν λειτουργούν συγκριτικά με έναν εύκολο συναισθηματισμό· αντίθετα, συνθέτουν μια αίσθηση ιστορικής ασυνέχειας, όπου το «πριν» και το «μετά» δεν συνδέονται ομαλά, αλλά μέσα από ρήγματα.
Το έργο, έτσι, δεν μιλά μόνο για το 1922, αλλά και για το πώς το 1922 συνεχίζει να μας αφορά σήμερα: πώς κληροδοτεί αφηγήσεις, ιδεολογίες, φόβους και σιωπές.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία στο Αϊβαλί είναι η μετα-αφηγηματική του διάσταση. Ο ίδιος ο δημιουργός εμφανίζεται, έμμεσα ή άμεσα, ως ερευνητής της μνήμης, ως κάποιος που προσπαθεί να κατανοήσει το παρελθόν όχι μόνο μέσα από πηγές, αλλά και μέσα από τη δική του θέση στο παρόν. Το έργο, έτσι, δεν μιλά μόνο για το 1922, αλλά και για το πώς το 1922 συνεχίζει να μας αφορά σήμερα: πώς κληροδοτεί αφηγήσεις, ιδεολογίες, φόβους και σιωπές.
Μνήμη και ταυτότητα
Σε αυτό το σημείο, το Αϊβαλί ξεπερνά τα όρια της ιστορικής αναπαράστασης και αγγίζει τον πυρήνα της σύγχρονης συζήτησης γύρω από τη μνήμη και την ταυτότητα. Δεν προτείνει εύκολες απαντήσεις ούτε προσφέρει κάθαρση. Αντίθετα, αφήνει τον αναγνώστη με ερωτήματα: ποια μνήμη επιλέγουμε να διατηρήσουμε; ποια αφήνουμε να χαθεί; Και ποιο είναι το τίμημα αυτών των επιλογών;
Υπάρχουν στιγμές σιωπής -καρέ χωρίς λόγια, βλέμματα χωρίς εξήγηση- που αποδεικνύονται συχνά πιο εύγλωττες από οποιοδήποτε κείμενο.
Παρά τη θεματική του βαρύτητα, το έργο δεν καταφεύγει σε ρητορική υπερβολή. Η συγκίνηση προκύπτει οργανικά, μέσα από τη συσσώρευση λεπτομερειών και όχι μέσα από δραματικές κορυφώσεις. Υπάρχουν στιγμές σιωπής -καρέ χωρίς λόγια, βλέμματα χωρίς εξήγηση- που αποδεικνύονται συχνά πιο εύγλωττες από οποιοδήποτε κείμενο. Εκεί, το graphic novel αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητες του μέσου, αποδεικνύοντας ότι η εικόνα δεν λειτουργεί συμπληρωματικά στον λόγο, αλλά ισότιμα.
![]() |
|
|
Λογοτεχνικές αξιώσεις
Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξει κανείς ότι το Αϊβαλί αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα παραδείγματα ελληνικού graphic novel με λογοτεχνικές αξιώσεις. Όχι μόνο λόγω του θέματος, αλλά κυρίως λόγω του τρόπου με τον οποίο το προσεγγίζει. Ο Soloup δεν επιχειρεί να «εκλαϊκεύσει» την Ιστορία ούτε να την καταστήσει εύπεπτη. Αντίθετα, σέβεται τη δυσκολία της, την πολυπλοκότητά της και τις αντιφάσεις της. Εντέλει, το Αϊβαλί είναι ένα έργο που απαιτεί ενεργό αναγνώστη. Δεν διαβάζεται βιαστικά ούτε προσφέρεται για γρήγορη κατανάλωση. Ζητά χρόνο, προσοχή και διάθεση για αναστοχασμό. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη αξία του: στο ότι μας υπενθυμίζει πως η μνήμη -προσωπική ή συλλογική- δεν είναι ποτέ δεδομένη, αλλά πάντα υπό διαπραγμάτευση.
Και ακριβώς γι’ αυτό, δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αλλά συνομιλεί ουσιαστικά με το παρόν και το μέλλον της συλλογικής μας αυτοκατανόησης.
Σε μια εποχή όπου οι ιστορικές αφηγήσεις συχνά εργαλειοποιούνται ή απλουστεύονται, το Αϊβαλί προτείνει έναν άλλο δρόμο: αυτόν της σύνθεσης, της αμφιβολίας και της ενσυναίσθησης. Και ακριβώς γι’ αυτό, δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αλλά συνομιλεί ουσιαστικά με το παρόν και το μέλλον της συλλογικής μας αυτοκατανόησης.
Για την ιστορία: το Αϊβαλί είχε κυκλοφορήσει πρώτα φορά το 2022 από τις εκδόσεις Κέδρος και είχε αποσπάσει από την αρχή πολύ καλά σχόλια και κριτικές, και τώρα επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις Διόπτρα σε μια επίσης κομψή έκδοση. Όπως του αξίζει, άλλωστε.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον δημιουργό
Ο Soloúp είναι πολιτικός γελοιογράφος (Το Ποντίκι, περιοδικό δρόμου Σχεδία, παλαιότερα Το Βήμα, Goal news, κ.ά.) και δημιουργός κόμικς (Βαβέλ, Γαλέρα, κ.ά.). Έχει σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αιγαίου (Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας) ενώ η μεταδιδακτορική έρευνα στο ίδιο πανεπιστήμιο συνδέεται με την επαναφήγηση της Ιστορίας μέσα από τα κόμικς.
Η εργασία του Τα ελληνικά comics (Τόπος, 2012), έργο αναφοράς για το συγκεκριμένο ερευνητικό πεδίο, μελετά την εξέλιξη της Ένατης Τέχνης στην Ελλάδα από τη Μεταπολίτευση μέχρι και περίπου το 2010. Η πιο πρόσφατη μελέτη Comics & Graphic novels με οδηγό το Αϊβαλί (Διόπτρα, 2025), το οποίο δημιουργήθηκε σε συνεργασία με την Ευαγγελία Μουλά, επικεντρώνεται στη φόρμα των graphic novels αλλά και την αξιοποίηση των κόμικς στην εκπαίδευση. Διδάσκει γελοιογραφία και κόμικς στο πρόγραμμα e-learning του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Συνολικά έχουν κυκλοφορήσει 14 συλλογές με γελοιογραφίες και κόμικς όπως και τα graphic novels Αϊβαλί (Κέδρος, 2014/Διόπτρα 2025) -μέχρι σήμερα έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, τουρκικά και ισπανικά-, Ο Συλλέκτης: Έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο (Ίκαρος, 2018), 21: H μάχη της πλατείας (Ίκαρος, 2021) -το οποίο συνδέθηκε με ένα ευρύτερο πρόγραμμα έρευνας του ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ. σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Αιγαίου και το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο- και Ζορμπάς: Πράσινη πέτρα ωραιοτάτη (Διόπτρα 2023), βασισμένο στο έργο Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, του Ν. Καζαντζάκη.
Με αφορμή τα graphic novels Αϊβαλί και Συλλέκτης έχουν πραγματοποιηθεί δύο μεγάλες εκθέσεις στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς (το 2015 και το 2019, αντίστοιχα), ενώ το graphic novel 21: Η μάχη της πλατείας αποτέλεσε την αφορμή για τη μεγαλύτερη σε χρονική διάρκεια έκθεση κόμικς στην Ελλάδα (2021-2022) και μάλιστα διπλή, στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο (μέγαρο Παλαιάς Βουλής) και, παράλληλα, στο Μουσείο Tériade στη Λέσβο. Δουλειά του έχει παρουσιαστεί στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και τον Καναδά.



























