alt

Για το βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη «Για το σχολείο» (εκδ. Πόλις).

Της Σοφίας Ιακωβίδου

Είναι φοβερό να μην μπορεί κανείς έστω να θέσει τα αυτονόητα ως προς την παιδεία, ιδίως μάλιστα αν αποτελεί μέρος της, αν ανήκει στο διδακτικό ή και το διοικητικό της προσωπικό, επί σειρά ετών. Δεν είναι απλώς ότι μπορεί να φαίνεται πως την ξεμπροστιάζει ή την πυροβολεί εκ των έσω, είναι ότι θίγει σύγχρονα θέσφατα, ανοίγει την ντουλάπα του μοντέρνου προοδευτικού σχολείου και αφήνει σε κοινή θέα ό,τι ακριβώς αντιστέκεται στην ορατότητα, την παραδοχή εν προκειμένω όσων έχουν καταστεί μπούμερανγκ για την εκπαιδευτική διαδικασία.

Ο Ζουμπουλάκης τολμά, με καθαρή σκέψη και λόγο, εμφανώς μικτό προϊόν μιας ηθικής της μετάδοσης που προσδίδει η βαθιά αγωγή αλλά και της πολύπειρης τριβής με εκπαιδευτικά και πνευματικά πρόσωπα και πράγματα. Σαν σύγχρονος άνθρωπος του Διαφωτισμού δείχνει τα υπερώριμα φρούτα της ύστερης νεωτερικότητας που χάλασαν γιατί δεν κόπηκαν όταν έπρεπε από το δέντρο και κρέμονται ετοιμόρροπα ή έχουν πέσει προ πολλού στο έδαφος.

Έχει φτάσει να πλεονάζει ο κακός εννοούμενος παιδαγωγισμός σε τέτοιο βαθμό, όπως και ο φιλονεϊσμός (η αγάπη προς τους νέους και οτιδήποτε νέο ευρύτερα στη σύγχρονη κουλτούρα, στην εκπαίδευση έχει μεταφραστεί σε μια κακώς εννοούμενη επιείκεια, σε ανοχή προς οτιδήποτε προέρχεται από νέους ή «παιδιά»), ώστε να είναι απαγορευτικός και ο λόγος ακόμη για ορισμένα κεντρικά ζητήματα, πόσο μάλλον η πράξη, οι πρακτικές, θεσμοθετημένες και μη, γύρω από αυτά. Ποιoς τολμά να πει ότι τα «παιδιά», όπως αποκαλούμε οι διδάσκοντες, όχι μόνο στην Πρωτοβάθμια και τη Δευτεροβάθμια (που αποτελεί το πεδίο που εξετάζει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης), αλλά ακόμη και στην Τριτοβάθμια, όχι μόνο τους μαθητές αλλά συχνότατα και τους φοιτητές, δεν έχουν μόνο δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις; Όσο κι αν μοιάζει καταχρηστική μια τέτοια δήλωση, στην πράξη, δηλαδή σε ό,τι de facto κανοναρχεί την εκπαίδευση, έχουν γίνει καθεστώς μια σειρά από ευρέως αναγνωρίσιμα πράγματα: οι διαρκείς καταλήψεις (γιατί να χάνεται σωρεία διδακτικών ωρών για να εκφράσουν οι μαθητές τα δημοκρατικά τους δικαιώματα/αντιρρήσεις;), η έλλειψη αξιολόγησης των διδασκόντων (γιατί αυτοί μόνο να αξιολογούν και να μην αξιολογούνται;), το να πρέπει να καταστεί θελκτικό οποιοδήποτε αντικείμενο με κάθε σύγχρονο μέσο (μπορεί να αποδοθεί ο Όμηρος με κόμιξ όχι όμως και η Γραμματική των Αρχαίων), το να δεχόμαστε –γονείς και παιδιά– πως η προσπάθεια και η πειθαρχία είναι απαραίτητες για να μάθει κανείς μια ξένη γλώσσα, ένα μουσικό όργανο ή να τα πάει καλά σε ένα άθλημα, αλλά να αντιδρούμε σε αυτές όταν πρόκειται για μαθήματα του σχολικού προγράμματος, και δη θεωρητικά. Κι εδώ φτάνουμε, όπως δείχνει ο Ζουμπουλάκης, στον πυρήνα αυτής της δυσανεξίας απέναντι στην προσπάθεια: τι χρειάζονται τόσες ώρες για μαθήματα θεωρητικής παιδείας και οι κουραστικές για ένα παιδί απαιτήσεις τους; Σε τι μπορεί να χρησιμεύσουν τα Αρχαία, τα Λατινικά, η λογοτεχνία σε έναν νέο άνθρωπο στον σύγχρονο κόσμο; Στα σύγχρονα curricula η ίδια η έννοια της επιστημονικής πειθαρχίας (discipline), της συστηματικής ενότητας ενός αντικειμένου, έχει καταστεί σχεδόν αναχρονιστική. Αυτό που διαρκώς προκρίνεται είναι η διαθεματικότητα. Όπως και η χρησιμότητα, η ανάπτυξη δεξιοτήτων, όχι ακριβώς γνώσεων (ακόμη και αν δύσκολα θα τολμούσε να προφέρει κανείς το δεύτερο).

Ο Ζουμπουλάκης τολμά, με καθαρή σκέψη και λόγο, εμφανώς μικτό προϊόν μιας ηθικής της μετάδοσης που προσδίδει η βαθιά αγωγή αλλά και της πολύπειρης τριβής με εκπαιδευτικά και πνευματικά πρόσωπα και πράγματα. Σαν σύγχρονος άνθρωπος του Διαφωτισμού δείχνει τα υπερώριμα φρούτα της ύστερης νεωτερικότητας που χάλασαν γιατί δεν κόπηκαν όταν έπρεπε από το δέντρο και κρέμονται ετοιμόρροπα ή έχουν πέσει προ πολλού στο έδαφος. Δεν βλέπει αναγκαστικά σε αυτά το λίπασμα για την ανάδοχη κατάσταση, δεν κλείνει τις διαπιστώσεις του με αισιόδοξα επιμύθια. Όταν όμως κάποια σημεία όσων θέτει έχουν κατά τόπους διορθωθεί στο εντωμεταξύ, μια και από τις χρονολογίες δημοσίευσης των εκάστοτε κειμένων/παρεμβάσεων που περιέχονται στον τόμο Για το σχολείο έχουν τροποποιηθεί μερικά σήμερα, τότε το επισημαίνει. Αν και συχνότερα το τοπίο παραμένει το αυτό.

Αντιστέκεται έτσι στην τυραννία της αισιοδοξίας, έστω κι αν μιλά για την παραδοσιακή πηγή «ελπίδας για το μέλλον» που είθισται να αποτελούν οι νέοι, τα παιδιά. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό το μέλλον έχει εξοβελίσει την παράδοση, κι ας εξακολουθεί να ονομάζεται σοφά από τα Ελληνικά και τους ομιλητές τους «παράδοση» (μαθήματος) αυτό που κάνει ο δάσκαλος μέσα στην τάξη. Η γλώσσα αναδεικνύει κρυφές συστοιχίες που επιμένουμε να αγνοούμε. Ο Ζουμπουλάκης τις επαναφέρει στο κέντρο της συζήτησης, έστω κι αν γνωρίζει ότι ουσιαστική συζήτηση περί τέτοιων ζητημάτων δεν γίνεται – με φίνο όμως τρόπο μας καλεί να σκεφτούμε ότι ίσως και η ουτοπία να μην είναι παρά μια πρόωρη αλήθεια, όπως το έθετε ο Λαμαρτίν.

alt
Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης

Η μη γνώση ή η ελλιπής επαφή με την Αρχαία στερεί από τους Έλληνες και την ικανότητα πρόσβασης σε κορυφαία λογοτεχνικά κείμενα του 19ου αιώνα, κι αυτό δεν είναι απλώς μια παράπλευρη απώλεια.

Ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα η εξελικτική ψυχολογία του ξεχασμένου σήμερα Κλαπαρέντ (Édward Claparéde) [1] και του περισσότερο γνωστού μαθητή του Πιαζέ τροχοδρόμησε την εκπαίδευση σύμφωνα με την ψυχολογική εξέλιξη του παιδιού και τις εκάστοτε ηλικιακές του ανάγκες και ενδιαφέροντα. Έτσι το μάθημα έγινε μια ανταπόκριση ως προς αυτά και ο δάσκαλος αυτός που όφειλε να τα κινητοποιήσει. Αυτό δεν άργησε να τον μεταβάλει σε εμψυχωτή περισσότερο παρά σε φορέα μιας γνώσης που ορίζεται με άλλα, πέραν των ενδιαφερόντων του παιδιού, προαπαιτούμενα, καθώς στα μαθητοκεντρικά μοντέλα που επικράτησαν δεν έμενε πολύς χώρος για ό,τι δεν αναγνωρίζει, δεν κεντρίζει ένα παιδί, ή με ό,τι αυτό δεν επικοινωνεί. Κοντολογίς με το παρελθόν, με σωρεία κειμένων του γραπτού μας πολιτισμού, κι ας είναι το σχολείο ένας θεσμός ακριβώς αυτού, του γραπτού και όχι του προφορικού, του παρόντος ή της τρέχουσας και μόνο κουλτούρας. Χύνεται εξακολουθητικά μελάνη για το αν, πώς και κατά πόσο πρέπει να διδάσκονται τα Αρχαία, τη στιγμή που η διδασκαλία τους σε διεθνές επίπεδο, ακόμη και σε χώρες με ισχυρή φιλολογική παράδοση όπως η Γερμανία ή η Γαλλία, έχει συρρικνωθεί. Ο Ζουμπουλάκης επισημαίνει ωστόσο όχι μόνο το γεγονός ότι αποσυνδέονται όλο και περισσότερο από τη θεμελιακή τους σχέση με την ευρωπαϊκή ταυτότητα, αλλά και ότι δεν είναι της ίδιας βαρύτητας η διδασκαλία τους σε άλλες χώρες σε σχέση με την Ελλάδα, καθώς μιλούμε μια υστερότερη φάση της ίδιας γλώσσας. Η μη γνώση ή η ελλιπής επαφή με την Αρχαία στερεί από τους Έλληνες και την ικανότητα πρόσβασης σε κορυφαία λογοτεχνικά κείμενα του 19ου αιώνα, κι αυτό δεν είναι απλώς μια παράπλευρη απώλεια. Η διδασκαλία της λογοτεχνίας τραυματίζεται από την έλλειψη απτής αίσθησης της γλωσσικής συνέχειας, καθώς οι μαθητές –φοβάμαι και οι φοιτητές, καθώς δεν είναι παρά η ακόλουθη εκδοχή της ίδιας κρίσιμης μάζας– δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να έρθουν σε επαφή με κείμενα του Βιζυηνού, του Παπαδιαμάντη ή του Ροΐδη. Γίνεται όμως ο Έλληνας να μην έρχεται ή να αδυνατεί σχεδόν να έρθει σε επαφή με τον Παπαδιαμάντη ή ο Γάλλος με τον Ρακίνα; Το πρόβλημα όμως με τη νεοελληνική λογοτεχνία είναι βαθύτερο, καθώς μαστίζεται κι εκείνη από μια κρίση νομιμοποίησης (τουτέστιν τι είναι λογοτεχνία και τι όχι, είναι διδακτή, είναι διδακτέα), αν όχι «χρησιμότητας», για να επανέλθουμε σε μια «κακόζηλη» λέξη όπως την έχει αποκαλέσει ο Ζουμπουλάκης σε πρόσφατη συνομιλία του με τον Γ. Γιατρομανωλάκη [2] – αν και η λέξη ή το ζήτημα που πλαγιοβολείται μέσω αυτής έρχεται στην επιφάνεια διαρκώς από μόνο του. Ακόμη περισσότερο: η νεοελληνική λογοτεχνία δεν διαθέτει το βάρος ή την παγκοσμιότητα της αρχαίας γραμματείας, με άλλον τρόπο πέρα από τον συστατικό της, ως λογοτεχνία δηλαδή, και από αυτήν την άποψη είναι κάπως δημοκρατικότερες οι συνθήκες αφού το ίδιο ισχύει για τη δανέζικη ή την κορεατική. Κι όσο ετεροβαρή κι αν είναι τα πράγματα άπαξ και μιλάμε για την αγγλόφωνη, την ισπανόφωνη ή τη γαλλόφωνη λογοτεχνία, ακόμη κι εκείνες είναι «υπόλογες» ως προς την όποια χρεία τους.

Στο “σε τι χρειάζονται όλα αυτά” ένα περήφανο σχολείο θα έπρεπε να απαντήσει θαρρετά “σε τίποτα”, τολμά και πάλι να πει ο Ζουμπουλάκης, αποφεύγοντας έναν άλλο κοινό τόπο, μια ακόμη εύκολη απάντηση που θα ήταν η περίφημη “ενσυναίσθηση”. Η λογοτεχνία δεν μας κάνει καλύτερους ανθρώπους, δηλώνει ευθαρσώς, μας βοηθά όμως να αναγνωρίσουμε και να ονοματίσουμε τα πάθη μας, αλλά και να συναντηθούμε με άλλους ανθρώπους και άλλες εποχές, φεύγοντας για λίγο από τον εαυτό και το μικρόκοσμό του.

Στο «σε τι χρειάζονται όλα αυτά» ένα περήφανο σχολείο θα έπρεπε να απαντήσει θαρρετά «σε τίποτα», τολμά και πάλι να πει ο Ζουμπουλάκης, αποφεύγοντας έναν άλλο κοινό τόπο, μια ακόμη εύκολη απάντηση που θα ήταν η περίφημη «ενσυναίσθηση». Η λογοτεχνία δεν μας κάνει καλύτερους ανθρώπους, δηλώνει ευθαρσώς, μας βοηθά όμως να αναγνωρίσουμε και να ονοματίσουμε τα πάθη μας, αλλά και να συναντηθούμε με άλλους ανθρώπους και άλλες εποχές, φεύγοντας για λίγο από τον εαυτό και το μικρόκοσμό του. Το πολύ σημαντικό είναι ότι ο νέος αποσπάται από αυτά σε ένα πλαίσιο όπου δεν διακινδυνεύει να νιώσει ο ίδιος στέρηση, σύγκρουση ή ματαίωση. Αυτό μάλιστα γίνεται με μια γλώσσα απλή, μη τεχνική. Εδώ βέβαια έγκειται και η δυσκολία της διδασκαλίας της λογοτεχνίας, άπαξ και δεν προϋποθέτει κάποιο τεχνικό λεξιλόγιο, άρα ο δάσκαλος δεν έχει να δαπανήσει χρόνο για κάτι τέτοιο – είναι βέβαια χρήσιμα ιστορικά, βιογραφικά κ.ά. στοιχεία που οφείλει να γνωρίζει και να πει αλλά δεν είναι αυτά που θα καταφέρουν να εγείρουν στον μαθητή την απόλαυση ή τη συγκίνηση που αξιώνει ένα λογοτεχνικό έργο. Αν δεν έχει διαβάσει σε ικανό βαθμό, κατανοήσει και κινηθεί εσωτερικά ο ίδιος ο δάσκαλος από τις λογοτεχνικές του αναγνώσεις, δεν θα καταφέρει να μεταδώσει/εγείρει στον μαθητή τέτοιoυ τύπου δονήσεις. Αληθινά μεταδώσιμο δεν είναι ούτε το αισθητικό κριτήριο. Οι μακροσκελείς αισθητικές αναλύσεις περισσότερο το horror vacui του καθηγητή εξυπηρετούν παρά ωφελούν τον μαθητή, καθώς η ουσιαστική ανάγνωση είναι βαθιά προσωπική ιστορία, δεν μπορούμε να την αναμένουμε και αυτήν από το σχολείο. Είναι ήδη πολύτιμο το να έχει καταφέρει αυτό να δώσει εναύσματα προς μια τέτοια κατεύθυνση.

Δύο εντούτοις μελανά σημεία εμμένουν: δεν περιλαμβάνεται καθόλου στο αναλυτικό πρόγραμμα το μόνο λογοτεχνικό είδος που θα υπήρχε πιθανότητα οι μαθητές να έχουν διαβάσει ή να δοκιμάσουν να το κάνουν, το μυθιστόρημα, ενώ η μεγάλη Άλλη, εκείνη που δεν φέρει το εμπόδιο του μήκους αλλά φέρνει σε αμηχανία τους δασκάλους, πόσω μάλλον τους μαθητές, είναι η ποίηση. Στην περίπτωση του μυθιστορήματος ο Ζουμπουλάκης προτείνει τις ομάδες ανάγνωσης, αν όχι το να διαβάσει κάποιο μυθιστόρημα επιλογής της όλη μαζί η τάξη εκτός διδακτικών ωρών. Στην περίπτωση της ποίησης, προτείνει την ανάγνωση και άλλων ποιημάτων του ίδιου δημιουργού, ώστε να φωτιστεί προφανώς η ποιητική του ιδιοπροσωπία. Εδώ βέβαια προσκρούουμε στη δυσανεξία των μαθητών απέναντι σε οτιδήποτε δεν είναι ρεαλισμός ή δεν ανακαλεί έστω ένα ορισμένο νόημα: μπορεί ο δάσκαλος κάλλιστα να διαβάσει άλλα ποιήματα του Καβάφη, είναι όμως ισχυρά απίθανο να διατηρήσει οποιοδήποτε ενδιαφέρον στην τάξη αν δοκιμάσει να κάνει το ίδιο με τον Εγγονόπουλο. Αυτή είναι μία από τις ελάχιστες ενστάσεις που θα είχε κανείς απέναντι στις προτάσεις και εν γένει τις θέσεις του. Μια άλλη θα ήταν ότι το σήμερα ή το παρόν ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί την κυρίαρχη ντιρεκτίβα στην εκπαιδευτική διαδικασία (ως τεχνολογικά μέσα ή εύκολα αναγνωρίσιμος μιντιακός λόγος για παράδειγμα), αλλά δεν υπάρχει λόγος να μη γίνεται κατάλληλη επιλογή και σύγχρονων συγγραφέων ή θεμάτων αιχμής/επικαιρότητας, σε συγκριτικές για παράδειγμα αναγνώσεις παλιότερων και σύγχρονων κειμένων Ελλήνων ή και κάποιων ξένων. Αλλά αυτά που θα θεωρούσε συζητήσιμα κανείς στο βιβλίο είναι συντριπτικά λίγα σε σχέση με εκείνα που θα ευχόταν να συμμερίζονται ενθουσιωδώς ή έστω με ανακούφιση πολύ περισσότεροι από την εκπαιδευτική κοινότητα και όχι μόνο. Θα ήταν όμως δύσκολο, σε οποιαδήποτε μεριά κι αν ανήκει κανείς, να μην αναγνωρίσει στο βιβλίο αυτό, ένα πραγματικό σχολείο από μόνο του: καθιστά απολύτως διαυγείς, καθαρές, ιδέες διόλου απλές, είναι όμως τέτοια η απλότητα του ύφους, η οικονομία του λόγου, τόσο καίρια τα παραθέματα ή οι αναφορές σε άλλους διανοητές, απουσιάζει τόσο οποιοδήποτε «ίχνος γλωσσικού πληθωρισμού ή ρητορείας» για να το πούμε με τα λόγια του Σεφέρη για τον Ερωτόκριτο, ώστε κλείνοντας κανείς το Για το σχολείο, να έχει κάνει το δικό του πέρασμα από ένα σχολείο ιδεών και λόγου.

* Η ΣΟΦΙΑ ΙΑΚΩΒΙΔΟΥ είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.


[1] Ελβετός γιατρός (1873-1940), διευθυντής του Εργαστηρίου Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου της Γενεύης και καθηγητής στην έδρα Ψυχολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου. Σημαντικότερο έργο του το Psychologie de l’enfant et pédagogie experimentale (1905), που μέχρι τα μέσα του 20ού αι. θα σημειώσει πολλές επανεκδόσεις.
[2] Γιώργης Γιατρωμανωλάκης, «Σταύρος Ζουμπουλάκης: Θέλουμε να δημιουργήσουμε περισσότερους αναγνώστες» στο
http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=866962
altΓια το σχολείο
Σταύρος Ζουμπουλάκης
Πόλις 2017
Σελ. 192, τιμή εκδότη €12,00

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ

 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Το αντικείμενο της ψυχανάλυσης» (μελέτη) – Το αντικείμενο που διαφεύγει και ο αναλυτής που δημιουργεί

«Το αντικείμενο της ψυχανάλυσης» (μελέτη) – Το αντικείμενο που διαφεύγει και ο αναλυτής που δημιουργεί

Για τον συλλογικό τόμο «Το αντικείμενο της ψυχανάλυσης» (επιμέλεια: Θανάσης Χατζόπουλος, εκδ. Αρμός). Εικόνα: Ο Ντόναλντ Γουίνικοτ © Winnicott Trust

Γράφει ο Γρηγόρης Μανιαδάκης

Το βιβλίο αυτό αποτελεί καταγραφή των πεπραγμ...

«Η περιπέτεια των ιδεών» του Κώστα Καραβίδα (κριτική) – Από τη λογοτεχνία στην κουλτούρα

«Η περιπέτεια των ιδεών» του Κώστα Καραβίδα (κριτική) – Από τη λογοτεχνία στην κουλτούρα

Για τη μελέτη «Η περιπέτεια των ιδεών: Διανόηση, λογοτεχνική κριτική και δημόσια σφαίρα στη σύγχρονη Ελλάδα» (εκδ. Πόλις) του Κώστα Καραβίδα.

Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης

Χρειαζόμαστε τέτοια βιβλία. Χρειαζόμαστε μελέτες...

«Ο μύθος του Άρη και της Αφροδίτης» της Ντέμπορα Κάμερον (μελέτη) – Όταν η έρευνα διαλύει σεξιστικές πλάνες και πατριαρχικούς μύθους

«Ο μύθος του Άρη και της Αφροδίτης» της Ντέμπορα Κάμερον (μελέτη) – Όταν η έρευνα διαλύει σεξιστικές πλάνες και πατριαρχικούς μύθους

Για το βιβλίο της Ντέμπορα Κάμερον [Deborah Cameron] «Ο μύθος του Άρη και της Αφροδίτης – Μιλούν πραγματικά διαφορετική γλώσσα οι άνδρες και οι γυναίκες;» (μτφρ. Κωστούλα Σκλαβενίτη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Εικόνα: Από την ταινία «Ο χειρότερος άνθρωπος στον κόσμο» (2021) του Γιοακίμ Τρίερ.

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Διεθνές Βραβείο Médicis στην Καταλανή Εύα Μπαλταζάρ

Διεθνές Βραβείο Médicis στην Καταλανή Εύα Μπαλταζάρ

Εγκαινιάζοντας τη σεζόν των γαλλικών λογοτεχνικών βραβείων, η κριτική επιτροπή του βραβείου Médicis ανακοίνωσε τους βραβευθέντες στις τρεις κατηγορίες: πεζογραφίας, μεταφρασμένης πεζογραφίας και δοκιμίου, καθώς και το μεγάλο βραβείο. 

Επιμέλεια: Book Press

...
«Το φευγιό»: Εκδήλωση για το μυθιστόρημα της Μαρίας Θεοδοσάκη στη Στέγη Βιτσέντζος Κορνάρος

«Το φευγιό»: Εκδήλωση για το μυθιστόρημα της Μαρίας Θεοδοσάκη στη Στέγη Βιτσέντζος Κορνάρος

Εκδήλωση για το μυθιστόρημα της Μαρίας Θεοδοσάκη «Το φευγιό» (εκδ. Αρμός) στη Στέγη Βιτσέντζος Κορνάρος στη Σητεία.

Επιμέλεια: Book Press

Την Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2026, στις 20:30, οι εκδόσεις Αρμός διοργανώνουν εκδήλωση γ...

Η Λατινική Αμερική, το ποδόσφαιρο, οι γυναίκες: Μεγάλη εκδήλωση για το έργο του Εδουάρδο Γκαλεάνο στον Πολυχώρο Μεταίχμιο

Η Λατινική Αμερική, το ποδόσφαιρο, οι γυναίκες: Μεγάλη εκδήλωση για το έργο του Εδουάρδο Γκαλεάνο στον Πολυχώρο Μεταίχμιο

Την Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2026, στις 7 μ.μ., οι εκδόσεις Μεταίχμιο και η διαδικτυακή πύλη για το βιβλίο Book Press διοργανώνουν εκδήλωση αφιερωμένη στον σπουδαίο συγγραφέα Εδουάρδο Γκαλεάνο στον Πολυχώρο Μεταίχμιο. © Mariela De Marchi Moyano / Flickr

Επιμέλεια: Book Press ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Πατρότητα» του Μιχάλη Σπέγγου (προδημοσίευση)

«Πατρότητα» του Μιχάλη Σπέγγου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μιχάλη Σπέγγου «Πατρότητα», το οποίο θα κυκλοφορήσει το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Επίμετρο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Είμαι ο Αχιλλέας Χάριγκτον. Γεννήθηκα και ζω στην Κέρκυρα, αλλά έζησα ένα ...

«Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;» του Ζακ Λε Γκοφ (προδημοσίευση)

«Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;» του Ζακ Λε Γκοφ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Ζακ Λε Γκοφ [Jacques Le Goff] «Η Ευρώπη γεννήθηκε τον Μεσαίωνα;» (μτφρ. Ελευθερία Ζέη), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 4 Νοεμβρίου, από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Πόλη και δημοκρατία;

...
«αλλά|ΖΩ» του Κωνσταντίνου Χαραντινιώτη (προδημοσίευση)

«αλλά|ΖΩ» του Κωνσταντίνου Χαραντινιώτη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Χαραντινιώτη «αλλά|ΖΩ – από την λέξη στην πράξη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 29 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Key Books.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Πόσες φορές έχεις πει στον εαυτό σου ότι θέλε...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τι διαβάζουμε τώρα; Βιβλία φεμινιστικής και κουίρ θεωρίας

Τι διαβάζουμε τώρα; Βιβλία φεμινιστικής και κουίρ θεωρίας

Σημαντικά βιβλία που διευρύνουν τη συζήτηση για τον φεμινισμό, τη σχέση της γλώσσας με το φύλο και τη σεξουαλικότητα αλλά και το πόσο [δεν θα έπρεπε να] μας αλλάζει το γήρας.

Επιλογή-παρουσίαση: Φανή Χατζή

...

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Φαντάσματα, μπαμπούλες και βρικόλακες της ελληνικής επαρχίας: Πέντε καλά λογοτεχνικά βιβλία λαογραφικού τρόμου που κυκλοφόρησαν πρόσφατα. Εικόνα: Από τη συλλογή «Η χτυπημένη και άλλες ιστορίες με φαντάσματα» (εκδ. Ροές), παραλλαγή της κεντρικής εικόνας.

Επιλογή-παρουσίαση: ...

Η διαρκής γοητεία του Έντγκαρ Άλαν Πόε: Γιατί τον διαβάζουμε σήμερα, ποιους συγγραφείς επηρέασε – 3 πρόσφατες εκδόσεις

Η διαρκής γοητεία του Έντγκαρ Άλαν Πόε: Γιατί τον διαβάζουμε σήμερα, ποιους συγγραφείς επηρέασε – 3 πρόσφατες εκδόσεις

Μια ημέρα σαν σήμερα, στις 7 Οκτωβρίου 1849, πέθανε στη Βαλτιμόρη ο Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe). Γιατί, περισσότερα από εκατόν εβδομήντα χρόνια μετά, συνεχίζουμε να διαβάζουμε το έργο του και τρία καλά βιβλία του που κυκλοφόρησαν πρόσφατα.

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωρ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΦΑΚΕΛΟΙ