alt

Για το βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη «Για το σχολείο» (εκδ. Πόλις).

Της Σοφίας Ιακωβίδου

Είναι φοβερό να μην μπορεί κανείς έστω να θέσει τα αυτονόητα ως προς την παιδεία, ιδίως μάλιστα αν αποτελεί μέρος της, αν ανήκει στο διδακτικό ή και το διοικητικό της προσωπικό, επί σειρά ετών. Δεν είναι απλώς ότι μπορεί να φαίνεται πως την ξεμπροστιάζει ή την πυροβολεί εκ των έσω, είναι ότι θίγει σύγχρονα θέσφατα, ανοίγει την ντουλάπα του μοντέρνου προοδευτικού σχολείου και αφήνει σε κοινή θέα ό,τι ακριβώς αντιστέκεται στην ορατότητα, την παραδοχή εν προκειμένω όσων έχουν καταστεί μπούμερανγκ για την εκπαιδευτική διαδικασία.

Ο Ζουμπουλάκης τολμά, με καθαρή σκέψη και λόγο, εμφανώς μικτό προϊόν μιας ηθικής της μετάδοσης που προσδίδει η βαθιά αγωγή αλλά και της πολύπειρης τριβής με εκπαιδευτικά και πνευματικά πρόσωπα και πράγματα. Σαν σύγχρονος άνθρωπος του Διαφωτισμού δείχνει τα υπερώριμα φρούτα της ύστερης νεωτερικότητας που χάλασαν γιατί δεν κόπηκαν όταν έπρεπε από το δέντρο και κρέμονται ετοιμόρροπα ή έχουν πέσει προ πολλού στο έδαφος.

Έχει φτάσει να πλεονάζει ο κακός εννοούμενος παιδαγωγισμός σε τέτοιο βαθμό, όπως και ο φιλονεϊσμός (η αγάπη προς τους νέους και οτιδήποτε νέο ευρύτερα στη σύγχρονη κουλτούρα, στην εκπαίδευση έχει μεταφραστεί σε μια κακώς εννοούμενη επιείκεια, σε ανοχή προς οτιδήποτε προέρχεται από νέους ή «παιδιά»), ώστε να είναι απαγορευτικός και ο λόγος ακόμη για ορισμένα κεντρικά ζητήματα, πόσο μάλλον η πράξη, οι πρακτικές, θεσμοθετημένες και μη, γύρω από αυτά. Ποιoς τολμά να πει ότι τα «παιδιά», όπως αποκαλούμε οι διδάσκοντες, όχι μόνο στην Πρωτοβάθμια και τη Δευτεροβάθμια (που αποτελεί το πεδίο που εξετάζει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης), αλλά ακόμη και στην Τριτοβάθμια, όχι μόνο τους μαθητές αλλά συχνότατα και τους φοιτητές, δεν έχουν μόνο δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις; Όσο κι αν μοιάζει καταχρηστική μια τέτοια δήλωση, στην πράξη, δηλαδή σε ό,τι de facto κανοναρχεί την εκπαίδευση, έχουν γίνει καθεστώς μια σειρά από ευρέως αναγνωρίσιμα πράγματα: οι διαρκείς καταλήψεις (γιατί να χάνεται σωρεία διδακτικών ωρών για να εκφράσουν οι μαθητές τα δημοκρατικά τους δικαιώματα/αντιρρήσεις;), η έλλειψη αξιολόγησης των διδασκόντων (γιατί αυτοί μόνο να αξιολογούν και να μην αξιολογούνται;), το να πρέπει να καταστεί θελκτικό οποιοδήποτε αντικείμενο με κάθε σύγχρονο μέσο (μπορεί να αποδοθεί ο Όμηρος με κόμιξ όχι όμως και η Γραμματική των Αρχαίων), το να δεχόμαστε –γονείς και παιδιά– πως η προσπάθεια και η πειθαρχία είναι απαραίτητες για να μάθει κανείς μια ξένη γλώσσα, ένα μουσικό όργανο ή να τα πάει καλά σε ένα άθλημα, αλλά να αντιδρούμε σε αυτές όταν πρόκειται για μαθήματα του σχολικού προγράμματος, και δη θεωρητικά. Κι εδώ φτάνουμε, όπως δείχνει ο Ζουμπουλάκης, στον πυρήνα αυτής της δυσανεξίας απέναντι στην προσπάθεια: τι χρειάζονται τόσες ώρες για μαθήματα θεωρητικής παιδείας και οι κουραστικές για ένα παιδί απαιτήσεις τους; Σε τι μπορεί να χρησιμεύσουν τα Αρχαία, τα Λατινικά, η λογοτεχνία σε έναν νέο άνθρωπο στον σύγχρονο κόσμο; Στα σύγχρονα curricula η ίδια η έννοια της επιστημονικής πειθαρχίας (discipline), της συστηματικής ενότητας ενός αντικειμένου, έχει καταστεί σχεδόν αναχρονιστική. Αυτό που διαρκώς προκρίνεται είναι η διαθεματικότητα. Όπως και η χρησιμότητα, η ανάπτυξη δεξιοτήτων, όχι ακριβώς γνώσεων (ακόμη και αν δύσκολα θα τολμούσε να προφέρει κανείς το δεύτερο).

Ο Ζουμπουλάκης τολμά, με καθαρή σκέψη και λόγο, εμφανώς μικτό προϊόν μιας ηθικής της μετάδοσης που προσδίδει η βαθιά αγωγή αλλά και της πολύπειρης τριβής με εκπαιδευτικά και πνευματικά πρόσωπα και πράγματα. Σαν σύγχρονος άνθρωπος του Διαφωτισμού δείχνει τα υπερώριμα φρούτα της ύστερης νεωτερικότητας που χάλασαν γιατί δεν κόπηκαν όταν έπρεπε από το δέντρο και κρέμονται ετοιμόρροπα ή έχουν πέσει προ πολλού στο έδαφος. Δεν βλέπει αναγκαστικά σε αυτά το λίπασμα για την ανάδοχη κατάσταση, δεν κλείνει τις διαπιστώσεις του με αισιόδοξα επιμύθια. Όταν όμως κάποια σημεία όσων θέτει έχουν κατά τόπους διορθωθεί στο εντωμεταξύ, μια και από τις χρονολογίες δημοσίευσης των εκάστοτε κειμένων/παρεμβάσεων που περιέχονται στον τόμο Για το σχολείο έχουν τροποποιηθεί μερικά σήμερα, τότε το επισημαίνει. Αν και συχνότερα το τοπίο παραμένει το αυτό.

Αντιστέκεται έτσι στην τυραννία της αισιοδοξίας, έστω κι αν μιλά για την παραδοσιακή πηγή «ελπίδας για το μέλλον» που είθισται να αποτελούν οι νέοι, τα παιδιά. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό το μέλλον έχει εξοβελίσει την παράδοση, κι ας εξακολουθεί να ονομάζεται σοφά από τα Ελληνικά και τους ομιλητές τους «παράδοση» (μαθήματος) αυτό που κάνει ο δάσκαλος μέσα στην τάξη. Η γλώσσα αναδεικνύει κρυφές συστοιχίες που επιμένουμε να αγνοούμε. Ο Ζουμπουλάκης τις επαναφέρει στο κέντρο της συζήτησης, έστω κι αν γνωρίζει ότι ουσιαστική συζήτηση περί τέτοιων ζητημάτων δεν γίνεται – με φίνο όμως τρόπο μας καλεί να σκεφτούμε ότι ίσως και η ουτοπία να μην είναι παρά μια πρόωρη αλήθεια, όπως το έθετε ο Λαμαρτίν.

alt
Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης

Η μη γνώση ή η ελλιπής επαφή με την Αρχαία στερεί από τους Έλληνες και την ικανότητα πρόσβασης σε κορυφαία λογοτεχνικά κείμενα του 19ου αιώνα, κι αυτό δεν είναι απλώς μια παράπλευρη απώλεια.

Ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα η εξελικτική ψυχολογία του ξεχασμένου σήμερα Κλαπαρέντ (Édward Claparéde) [1] και του περισσότερο γνωστού μαθητή του Πιαζέ τροχοδρόμησε την εκπαίδευση σύμφωνα με την ψυχολογική εξέλιξη του παιδιού και τις εκάστοτε ηλικιακές του ανάγκες και ενδιαφέροντα. Έτσι το μάθημα έγινε μια ανταπόκριση ως προς αυτά και ο δάσκαλος αυτός που όφειλε να τα κινητοποιήσει. Αυτό δεν άργησε να τον μεταβάλει σε εμψυχωτή περισσότερο παρά σε φορέα μιας γνώσης που ορίζεται με άλλα, πέραν των ενδιαφερόντων του παιδιού, προαπαιτούμενα, καθώς στα μαθητοκεντρικά μοντέλα που επικράτησαν δεν έμενε πολύς χώρος για ό,τι δεν αναγνωρίζει, δεν κεντρίζει ένα παιδί, ή με ό,τι αυτό δεν επικοινωνεί. Κοντολογίς με το παρελθόν, με σωρεία κειμένων του γραπτού μας πολιτισμού, κι ας είναι το σχολείο ένας θεσμός ακριβώς αυτού, του γραπτού και όχι του προφορικού, του παρόντος ή της τρέχουσας και μόνο κουλτούρας. Χύνεται εξακολουθητικά μελάνη για το αν, πώς και κατά πόσο πρέπει να διδάσκονται τα Αρχαία, τη στιγμή που η διδασκαλία τους σε διεθνές επίπεδο, ακόμη και σε χώρες με ισχυρή φιλολογική παράδοση όπως η Γερμανία ή η Γαλλία, έχει συρρικνωθεί. Ο Ζουμπουλάκης επισημαίνει ωστόσο όχι μόνο το γεγονός ότι αποσυνδέονται όλο και περισσότερο από τη θεμελιακή τους σχέση με την ευρωπαϊκή ταυτότητα, αλλά και ότι δεν είναι της ίδιας βαρύτητας η διδασκαλία τους σε άλλες χώρες σε σχέση με την Ελλάδα, καθώς μιλούμε μια υστερότερη φάση της ίδιας γλώσσας. Η μη γνώση ή η ελλιπής επαφή με την Αρχαία στερεί από τους Έλληνες και την ικανότητα πρόσβασης σε κορυφαία λογοτεχνικά κείμενα του 19ου αιώνα, κι αυτό δεν είναι απλώς μια παράπλευρη απώλεια. Η διδασκαλία της λογοτεχνίας τραυματίζεται από την έλλειψη απτής αίσθησης της γλωσσικής συνέχειας, καθώς οι μαθητές –φοβάμαι και οι φοιτητές, καθώς δεν είναι παρά η ακόλουθη εκδοχή της ίδιας κρίσιμης μάζας– δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να έρθουν σε επαφή με κείμενα του Βιζυηνού, του Παπαδιαμάντη ή του Ροΐδη. Γίνεται όμως ο Έλληνας να μην έρχεται ή να αδυνατεί σχεδόν να έρθει σε επαφή με τον Παπαδιαμάντη ή ο Γάλλος με τον Ρακίνα; Το πρόβλημα όμως με τη νεοελληνική λογοτεχνία είναι βαθύτερο, καθώς μαστίζεται κι εκείνη από μια κρίση νομιμοποίησης (τουτέστιν τι είναι λογοτεχνία και τι όχι, είναι διδακτή, είναι διδακτέα), αν όχι «χρησιμότητας», για να επανέλθουμε σε μια «κακόζηλη» λέξη όπως την έχει αποκαλέσει ο Ζουμπουλάκης σε πρόσφατη συνομιλία του με τον Γ. Γιατρομανωλάκη [2] – αν και η λέξη ή το ζήτημα που πλαγιοβολείται μέσω αυτής έρχεται στην επιφάνεια διαρκώς από μόνο του. Ακόμη περισσότερο: η νεοελληνική λογοτεχνία δεν διαθέτει το βάρος ή την παγκοσμιότητα της αρχαίας γραμματείας, με άλλον τρόπο πέρα από τον συστατικό της, ως λογοτεχνία δηλαδή, και από αυτήν την άποψη είναι κάπως δημοκρατικότερες οι συνθήκες αφού το ίδιο ισχύει για τη δανέζικη ή την κορεατική. Κι όσο ετεροβαρή κι αν είναι τα πράγματα άπαξ και μιλάμε για την αγγλόφωνη, την ισπανόφωνη ή τη γαλλόφωνη λογοτεχνία, ακόμη κι εκείνες είναι «υπόλογες» ως προς την όποια χρεία τους.

Στο “σε τι χρειάζονται όλα αυτά” ένα περήφανο σχολείο θα έπρεπε να απαντήσει θαρρετά “σε τίποτα”, τολμά και πάλι να πει ο Ζουμπουλάκης, αποφεύγοντας έναν άλλο κοινό τόπο, μια ακόμη εύκολη απάντηση που θα ήταν η περίφημη “ενσυναίσθηση”. Η λογοτεχνία δεν μας κάνει καλύτερους ανθρώπους, δηλώνει ευθαρσώς, μας βοηθά όμως να αναγνωρίσουμε και να ονοματίσουμε τα πάθη μας, αλλά και να συναντηθούμε με άλλους ανθρώπους και άλλες εποχές, φεύγοντας για λίγο από τον εαυτό και το μικρόκοσμό του.

Στο «σε τι χρειάζονται όλα αυτά» ένα περήφανο σχολείο θα έπρεπε να απαντήσει θαρρετά «σε τίποτα», τολμά και πάλι να πει ο Ζουμπουλάκης, αποφεύγοντας έναν άλλο κοινό τόπο, μια ακόμη εύκολη απάντηση που θα ήταν η περίφημη «ενσυναίσθηση». Η λογοτεχνία δεν μας κάνει καλύτερους ανθρώπους, δηλώνει ευθαρσώς, μας βοηθά όμως να αναγνωρίσουμε και να ονοματίσουμε τα πάθη μας, αλλά και να συναντηθούμε με άλλους ανθρώπους και άλλες εποχές, φεύγοντας για λίγο από τον εαυτό και το μικρόκοσμό του. Το πολύ σημαντικό είναι ότι ο νέος αποσπάται από αυτά σε ένα πλαίσιο όπου δεν διακινδυνεύει να νιώσει ο ίδιος στέρηση, σύγκρουση ή ματαίωση. Αυτό μάλιστα γίνεται με μια γλώσσα απλή, μη τεχνική. Εδώ βέβαια έγκειται και η δυσκολία της διδασκαλίας της λογοτεχνίας, άπαξ και δεν προϋποθέτει κάποιο τεχνικό λεξιλόγιο, άρα ο δάσκαλος δεν έχει να δαπανήσει χρόνο για κάτι τέτοιο – είναι βέβαια χρήσιμα ιστορικά, βιογραφικά κ.ά. στοιχεία που οφείλει να γνωρίζει και να πει αλλά δεν είναι αυτά που θα καταφέρουν να εγείρουν στον μαθητή την απόλαυση ή τη συγκίνηση που αξιώνει ένα λογοτεχνικό έργο. Αν δεν έχει διαβάσει σε ικανό βαθμό, κατανοήσει και κινηθεί εσωτερικά ο ίδιος ο δάσκαλος από τις λογοτεχνικές του αναγνώσεις, δεν θα καταφέρει να μεταδώσει/εγείρει στον μαθητή τέτοιoυ τύπου δονήσεις. Αληθινά μεταδώσιμο δεν είναι ούτε το αισθητικό κριτήριο. Οι μακροσκελείς αισθητικές αναλύσεις περισσότερο το horror vacui του καθηγητή εξυπηρετούν παρά ωφελούν τον μαθητή, καθώς η ουσιαστική ανάγνωση είναι βαθιά προσωπική ιστορία, δεν μπορούμε να την αναμένουμε και αυτήν από το σχολείο. Είναι ήδη πολύτιμο το να έχει καταφέρει αυτό να δώσει εναύσματα προς μια τέτοια κατεύθυνση.

Δύο εντούτοις μελανά σημεία εμμένουν: δεν περιλαμβάνεται καθόλου στο αναλυτικό πρόγραμμα το μόνο λογοτεχνικό είδος που θα υπήρχε πιθανότητα οι μαθητές να έχουν διαβάσει ή να δοκιμάσουν να το κάνουν, το μυθιστόρημα, ενώ η μεγάλη Άλλη, εκείνη που δεν φέρει το εμπόδιο του μήκους αλλά φέρνει σε αμηχανία τους δασκάλους, πόσω μάλλον τους μαθητές, είναι η ποίηση. Στην περίπτωση του μυθιστορήματος ο Ζουμπουλάκης προτείνει τις ομάδες ανάγνωσης, αν όχι το να διαβάσει κάποιο μυθιστόρημα επιλογής της όλη μαζί η τάξη εκτός διδακτικών ωρών. Στην περίπτωση της ποίησης, προτείνει την ανάγνωση και άλλων ποιημάτων του ίδιου δημιουργού, ώστε να φωτιστεί προφανώς η ποιητική του ιδιοπροσωπία. Εδώ βέβαια προσκρούουμε στη δυσανεξία των μαθητών απέναντι σε οτιδήποτε δεν είναι ρεαλισμός ή δεν ανακαλεί έστω ένα ορισμένο νόημα: μπορεί ο δάσκαλος κάλλιστα να διαβάσει άλλα ποιήματα του Καβάφη, είναι όμως ισχυρά απίθανο να διατηρήσει οποιοδήποτε ενδιαφέρον στην τάξη αν δοκιμάσει να κάνει το ίδιο με τον Εγγονόπουλο. Αυτή είναι μία από τις ελάχιστες ενστάσεις που θα είχε κανείς απέναντι στις προτάσεις και εν γένει τις θέσεις του. Μια άλλη θα ήταν ότι το σήμερα ή το παρόν ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί την κυρίαρχη ντιρεκτίβα στην εκπαιδευτική διαδικασία (ως τεχνολογικά μέσα ή εύκολα αναγνωρίσιμος μιντιακός λόγος για παράδειγμα), αλλά δεν υπάρχει λόγος να μη γίνεται κατάλληλη επιλογή και σύγχρονων συγγραφέων ή θεμάτων αιχμής/επικαιρότητας, σε συγκριτικές για παράδειγμα αναγνώσεις παλιότερων και σύγχρονων κειμένων Ελλήνων ή και κάποιων ξένων. Αλλά αυτά που θα θεωρούσε συζητήσιμα κανείς στο βιβλίο είναι συντριπτικά λίγα σε σχέση με εκείνα που θα ευχόταν να συμμερίζονται ενθουσιωδώς ή έστω με ανακούφιση πολύ περισσότεροι από την εκπαιδευτική κοινότητα και όχι μόνο. Θα ήταν όμως δύσκολο, σε οποιαδήποτε μεριά κι αν ανήκει κανείς, να μην αναγνωρίσει στο βιβλίο αυτό, ένα πραγματικό σχολείο από μόνο του: καθιστά απολύτως διαυγείς, καθαρές, ιδέες διόλου απλές, είναι όμως τέτοια η απλότητα του ύφους, η οικονομία του λόγου, τόσο καίρια τα παραθέματα ή οι αναφορές σε άλλους διανοητές, απουσιάζει τόσο οποιοδήποτε «ίχνος γλωσσικού πληθωρισμού ή ρητορείας» για να το πούμε με τα λόγια του Σεφέρη για τον Ερωτόκριτο, ώστε κλείνοντας κανείς το Για το σχολείο, να έχει κάνει το δικό του πέρασμα από ένα σχολείο ιδεών και λόγου.

* Η ΣΟΦΙΑ ΙΑΚΩΒΙΔΟΥ είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.


[1] Ελβετός γιατρός (1873-1940), διευθυντής του Εργαστηρίου Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου της Γενεύης και καθηγητής στην έδρα Ψυχολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου. Σημαντικότερο έργο του το Psychologie de l’enfant et dagogie experimentale (1905), που μέχρι τα μέσα του 20ού αι. θα σημειώσει πολλές επανεκδόσεις.
[2] Γιώργης Γιατρωμανωλάκης, «Σταύρος Ζουμπουλάκης: Θέλουμε να δημιουργήσουμε περισσότερους αναγνώστες» στο
http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=866962
altΓια το σχολείο
Σταύρος Ζουμπουλάκης
Πόλις 2017
Σελ. 192, τιμή εκδότη €12,00

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ

 


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Κράτα το φιλί, του Μάσσιμο Ρεκαλκάτι

Κράτα το φιλί, του Μάσσιμο Ρεκαλκάτι

Για το βιβλίο του Μάσσιμο Ρεκαλκάτι «Κράτα το φιλί – Σύντομα μαθήματα για τον έρωτα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέλευθος στη σειρά Μικρή βιβλιοθήκη, σε μετάφραση του Χρήστου Πονηρού. Στην κεντρική φωτογραφία, ο Αντέρως, θεός του ώριμου έρωτα, αδερφός του Έρωτα, όπως αναπαρίσταται στην κορυφή συντριβανιού ...

Ο Σελίν φαιοχίτωνας, του Χανς-Έριχ Καμίνσκι

Ο Σελίν φαιοχίτωνας, του Χανς-Έριχ Καμίνσκι

Για το βιβλίο του Hanns-Erich Kaminski «Ο Σελίν φαιοχίτωνας» (μτφρ. Χαράλαμπος Μαγουλάς, εκδ. Μάγμα).

Του Μύρωνα Ζαχαράκη

Το πρόβλημα της ανάμειξης των διανοουμένων στην πολιτική, καθώς και των (όχι πάντα θετικών)...

Έξω απ' τα δόντια: Δοκίμια 1937-1975, του Άρη Αλεξάνδρου

Έξω απ' τα δόντια: Δοκίμια 1937-1975, του Άρη Αλεξάνδρου

Για τον συγκεντρωτικό τόμο του Άρη Αλεξάνδρου «Έξω απ' τα δόντια: Δοκίμια 1937-1975» (εκδ. Πατάκη).

Του Διονύση Μαρίνου

Μακριά από το αγριεμένο πλήθος, μόνος, κατάμονος, ένας μονήρης μάρτυρας μπρος σε ιδεολογικά δόρατα που τρυπούσαν, βία που γεννούσε α...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Δε μ’ αρέσει η βροχή, της Τασούλας Τσιλιμένη (κριτική)

Δε μ’ αρέσει η βροχή, της Τασούλας Τσιλιμένη (κριτική)

Για το εικονογραφημένο βιβλίο της Τασούλας Τσιλιμένη «Δε μ’ αρέσει η βροχή!» (εικονογράφηση Βασίλης Παπατσαρούχας, εκδ. Διάπλους).

Του Ανδρέα Καρακίτσιου

Η Τασούλα Τσιλιμένη είναι καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, όπου διδάσκει τις κλασικές θεματι...

Ανακοινώθηκαν τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας Κύπρου 2020

Ανακοινώθηκαν τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας Κύπρου 2020

Στην Λουΐζα Παπαλοΐζου για το μυθιστόρημά της «Το Βουνί» (εκδ. Το Ροδακιό) και τον Ρήσο Χαρίση για την ποιητική συλλογή του «Θάλασσα εσωτερικού χώρου» (εκδ. Κίχλη) απονέμονται τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας Κύπρου για την βιβλιοπαραγωγή του 2020. Όλα τα βραβεία σε όλες τις κατηγορίες.

Επιμέλεια: Book...

Λάσα Μπουγάτζε: «Συγχωρούν το ψέμα, την αλήθεια ποτέ»

Λάσα Μπουγάτζε: «Συγχωρούν το ψέμα, την αλήθεια ποτέ»

Επιβιβαζόμαστε με τον Lasha Bugadze στο «Λογοτεχνία Εξπρές». Μια συζήτηση με τον Γεωργιανό συγγραφέα με αφορμή την πρώτη έκδοση βιβλίου του στα ελληνικά.

Της Αγγελικής Δημοπούλου

Τι νομίζετε ότι μπορεί να συμβεί όταν Γερμανοί συγκεντρώνουν 100 αλλόγλωσ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Πώς η Σιμόν έγινε η Μποβουάρ: Μια ολόκληρη ζωή, της Κέιτ Κερκπάτρικ (προδημοσίευση)

Πώς η Σιμόν έγινε η Μποβουάρ: Μια ολόκληρη ζωή, της Κέιτ Κερκπάτρικ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη βιογραφία της Simone de Beauvoir «Πώς η Σιμόν έγινε η Μποβουάρ: Μια ολόκληρη ζωή» (μτφρ. Στέλλα Κάσδαγλη), της Kate Kirkpatrick που θα κυκλοφορήσει στις 27 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. 

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Για τη...

Χωρίς πυξίδα, της Χριστίνας Πουλίδου (προδημοσίευση)

Χωρίς πυξίδα, της Χριστίνας Πουλίδου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Χριστίνας Πουλίδου «Χωρίς πυξίδα», που θα κυκλοφορήσει στις 27 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2025

«Βρομοκατάσταση» συνόψισε ο Μορ...

Λενάκι: Δυο φωτιές και δυο κατάρες, του Δημήτρη Ινδαρέ (προδημοσίευση)

Λενάκι: Δυο φωτιές και δυο κατάρες, του Δημήτρη Ινδαρέ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Δημήτρη Ινδαρέ «Λενάκι: Δυο φωτιές και δυο κατάρες. Με αφορμή ένα δημοτικό τραγούδι του Μοριά», το οποίο κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Εστία.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ι. ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΡΙΖΕΣ

...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

11η Σεπτεμβρίου, 20 χρόνια μετά: 20 βιβλία που μας βοήθησαν να κατανοήσουμε

11η Σεπτεμβρίου, 20 χρόνια μετά: 20 βιβλία που μας βοήθησαν να κατανοήσουμε

Είκοσι χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τα γεγονότα που μας εισήγαγαν στον 21ο αιώνα. Ήταν η μεγαλύτερη και πιο σοκαριστική αλληλουχία τρομοκρατικών ενεργειών που έγινε ποτέ, με μερικά λεπτά διαφορά: οι επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους στη Νέα Υόρκη, και στο Πεντάγωνο στην Ουάσιγκτον, την 11η Σεπτεμβρίου του 2001. Α...

Τα ώριμα βιβλία του Αυγούστου: 26 πρόσφατες εκδόσεις

Τα ώριμα βιβλία του Αυγούστου: 26 πρόσφατες εκδόσεις

Οι περισσότεροι από τα τίτλους που παρουσιάζονται εδώ έφτασαν στα χέρια μας πολύ πρόσφατα. Πρόκειται για ενδιαφέροντα βιβλία που στην πλειονότητά τους πέρασαν «κάτω από τα ραντάρ» των βιβλιοπροτάσεων για το καλοκαίρι. Ιδού μερικά από τα καλύτερα. 

Ε...

Έντεκα καλά βιβλία, πρόσκληση για σκέψη

Έντεκα καλά βιβλία, πρόσκληση για σκέψη

Έντεκα βιβλία ιστορίας, εθνολογίας, σύγχρονων οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων για τους εναπομείναντες στην πόλη αλλά και για όσους ακόμη αναζητούν βιβλία για τις διακοπές τους που να αξίζουν το βάρος τους.

Του Γιώργου Σιακαντάρη

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

20 Οκτωβρίου 2021 ΕΛΛΗΝΕΣ

Το Φανταστικό στην Ελλάδα: Ο λόγος στους εκδότες του

«Η Άγνωστη Καντάθ», «Αίολος», «Οξύ», «Φανταστικός Κόσμος», «Anubis», «Sελίνι»: Έξι εκδοτικοί οίκοι που αγαπούν την Επιστημονική Φαντασία, το Fantasy και τον Τρόμο τοποθ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

11 Δεκεμβρίου 2020 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2020

Να επιλέξεις τα «καλύτερα» λογοτεχνικά βιβλία από μια χρονιά τόσο πλούσια σε καλούς τίτλους όπως η χρονιά που κλείνει δεν είναι εύκολη υπόθεση. Το αποτολμήσαμε, όπως άλ

ΦΑΚΕΛΟΙ