
Για το δοκίμιο της Κάρολ Τζ. Άνταμς (Carol J. Adams) «Σώματα προς κατανάλωση. Σκέψεις πάνω στον φεμινισμό και τη χορτοφαγία» (μτφρ. Βαγγέλης Τσίρμπας, εκδ. Oposito). Εικόνα: Έργο της Twyla Francois.
Γράφει ο Παναγιώτης Τσιαμούρας
«Ζούμε σε έναν πολιτισμό που έχει θεσμοθετήσει την καταπίεση των ζώων σε δυο τουλάχιστον επίπεδα: σε δομές όπως τα σφαγεία, οι κρεαταγορές, οι ζωολογικοί κήποι, τα εργαστήρια πειραμάτων και τα τσίρκα· και μέσω της γλώσσας μας. Το γεγονός ότι μιλάμε για κρεατοφαγία και όχι για πτωματοφαγία συνιστά ένα κεντρικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η γλώσσα μας διαιωνίζει την αποδοχή της κυρίαρχης κουλτούρας αυτής της δραστηριότητας…»
Carol J. Adams, «Così la nostra cultura ha istituzionalizzato l’oppressione degli animali», Corriere della Sera, 4 Μαρτίου 2020
«Πώς θα γκρεμίσουμε την πατριαρχική εξουσία όσο καταναλώνουμε τους συμβολισμούς της; Μία αυτόνομη, αντιπατριαρχική ύπαρξη πρέπει να είναι ξεκάθαρα βίγκαν. Για να αποσταθεροποιήσουμε την πατριαρχική κατανάλωση, πρέπει να βάλουμε τέλος στα πατριαρχικά γεύματα με κρέας και στη θηλυκοποιημένη πρωτεΐνη […] Φάτε ρύζι και έχετε πίστη στις γυναίκες. Οι διατροφικές επιλογές μας αντανακλούν και ενισχύουν την κοσμοθεώρηση και την πολιτική στάση μας. Με άλλα λόγια, “τρώγοντας ρύζι, πιστεύουμε στις γυναίκες”».
Carol J. Adams, Σώματα προς κατανάλωση, σσ. 68 & 73
Ήταν το 1990 όταν δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στις Ηνωμένες Πολιτείες το έργο της Αμερικανίδας συγγράφισσας, φεμινίστριας και ακτιβίστριας Carol J. Adams, The Sexual Politics of Meat: A Feminist-Vegetarian Critical Theory, το δεύτερο κεφάλαιο του οποίου «The Rape of Animals, the Butchering of Women» μεταφράζεται στα ελληνικά με τον τίτλο «Ο βιασμός των ζώων, η σφαγή των γυναικών», και περιλαμβάνεται, μαζί με τον επίλογο του βιβλίου, «Destabilizing Patriarchal Consumption», «Προς τη διασάλευση της πατριαρχικής κατανάλωσης», στο Σώματα προς κατανάλωση. Σκέψεις πάνω στον φεμινισμό και τη χορτοφαγία, στη σειρά minimal theory των εκδόσεων Oposito, σε μετάφραση του Βαγγέλη Τσίρμπα και πρόλογο της Σίσσυ Δουτσίου.
Όπως θα επισημάνει η Άνταμς, τα όσα πραγματεύεται στο βιβλίο αποτελούν αποτέλεσμα πολυετούς επεξεργασίας, καθώς «είχα την ιδέα το 1974, όταν μελετούσα τη φεμινιστική θεωρία και μόλις είχα γίνει χορτοφάγος [σ.τ.σ. σήμερα είναι βίγκαν]. Ενώ περπατούσα προς την Πλατεία Χάρβαρντ στο Κέιμπριτζ, συνειδητοποίησα ότι η κρεατοφαγία αποτελεί μέρος μιας πατριαρχικής κουλτούρας, ότι ο φεμινισμός πρόσφερε μια θεωρητική προσέγγιση για να κατανοήσουμε σε ποιο βαθμό οι φυτικές πρωτεΐνες είναι περισσότερο υγιεινές, λιγότερο καταστροφικές για το περιβάλλον και για τα ζώα». Ωστόσο χρειάστηκε να περάσουν δεκαέξι χρόνια μέχρι να εκτιμήσει ότι το βιβλίο θα μπορούσε να εκδοθεί: «Χρειάστηκε να ξεδιαλύνω τις σκέψεις μου, να καταλάβω τι θα μπορούσα να πω, πώς να το πω, καθώς και τον τόνο με τον οποίο θα διατύπωνα τις ιδέες μου. Γιατί δεν αρκούσε να αναγνωρίσω τη σύνδεση μεταξύ φεμινισμού και βιγκανισμού, αλλά ήταν απαραίτητο να αναπτύξω μια θεωρία σχετικά με τους λόγους για τους οποίους αυτή η σύνδεση ήταν υπαρκτή. Γνώριζα ότι είχα μόνο μία ευκαιρία να την παρουσιάσω, και δεν ήθελα να τη σπαταλήσω».
Ενδεικτικό της επίδρασης που άσκησε το The Sexual Politics of Meat στις δεκαετίες που ακολούθησαν είναι το γεγονός ότι οι The New York Times το αποκάλεσαν «η βίβλος της βίγκαν κοινότητας». Θα πει σχετικά η Άνταμς: «Ένας σημαντικός χαρακτηρισμός που επιβάλλει σε όλους μας να σκεφτούμε ότι όποιος ενδιαφέρεται για την κοινωνική δικαιοσύνη οφείλει να αναμετρηθεί με το ζήτημα του βιγκανισμού. Ο στόχος μου υπήρξε πάντοτε να δείξω πώς η φεμινιστική θεωρία μάς βοηθά να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα της κατανάλωσης ζώων και της τροφής που προέρχεται από ζωντανά θηλυκά ζώα. [Όσον αφορά τις φεμινίστριες] δεν φτάνω στο σημείο να πω ότι θα “όφειλαν” να είναι βίγκαν, ωστόσο τις προτρέπω να διαβάσουν την εργασία μου και να ανακαλύψουν πώς λειτουργεί η φεμινιστική συνείδηση και να προβληματιστούν πάνω στους λόγους για τους οποίους στην κουλτούρα μας τα ζώα είναι βρώσιμα. Πιστεύω ότι η εξάρτησή μας από τα ζώα για τη διατροφή μας αντιβαίνει στη φεμινιστική ηθική…» Η Άνταμς παρότρυνε τις γυναίκες να αντιστέκονται στην πατριαρχία αρνούμενες να τρώνε κρέας, επιχειρώντας να αποδείξει ότι ιστορικά υφίσταται μια στενή σύνδεση μεταξύ των φεμινιστριών και των ανθρώπων που επιλέγουν να είναι βίγκαν.
Ένα ριζοσπαστικό βιβλίο
Όταν πρωτοεκδόθηκε το βιβλίο της Άνταμς, το Library Journal το χαρακτήρισε «σημαντικό και προκλητικό έργο» και προέβλεψε ότι θα «εμπνεύσει και θα εξοργίσει αναγνώστες σε όλο το πολιτικό φάσμα». Κάτι που επιβεβαιώθηκε. Πολλοί δεν μπορούσαν να ξεπεράσουν τον τίτλο: «Ο πιο αλλόκοτος τίτλος της χρονιάς» έγραψε η London Sunday Express. Το βιβλίο προτάθηκε και για το «Diagram Prize», ένα βραβείο που απονέμεται κάθε χρόνο στον πιο ασυνήθιστο ή παράξενο τίτλο βιβλίου. Το Publishers Weekly σημείωσε ότι «το πρωτότυπο και προκλητικό βιβλίο της Κάρολ Τζ. Άνταμς αποτελεί σημαντική συμβολή στη συζήτηση για τα δικαιώματα των ζώων». Το έργο χαιρετίστηκε από το Choice ως «η “βίβλος” για φεμινίστριες και προοδευτικούς ακτιβιστές για τα δικαιώματα των ζώων», ενώ ταυτόχρονα επικρίθηκε έντονα από συντηρητικούς σχολιαστές, όπως ο ακροδεξιός δημοσιογράφος Ρας Λίμπο. Το Kirkus Reviews τόνισε ότι πρόκειται για «ένα ευφυές έργο πολεμικής... οι παρατηρήσεις της Άνταμς είναι εύστοχες και συχνά εντυπωσιακά διατυπωμένες... το επιχείρημα είναι στοχαστικό και προκαλεί σκέψη».
Όπως εύστοχα σημειώνει στον πρόλογό της η Σίσσυ Δουτσίου, «η καταπίεση των ζώων δεν δύναται να αναλυθεί αποκομμένη από την πατριαρχία, η οποία με τη σειρά της δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ανεξάρτητα από τον καπιταλισμό, την αποικιοκρατία, τον ρατσισμό και την περιβαλλοντική καταστροφή».
Η ελληνική μετάφραση του κεντρικής σημασίας κεφαλαίου -καθώς εδώ δίδεται ξεχωριστή σημασία σε μια έννοια που κατέχει θεμελιώδη ρόλο στην πραγμάτευση του ζητήματος: «το απόν σημαινόμενο»- προσφέρει την ευκαιρία να αντιληφθούμε για ποιο λόγο το συγκεκριμένο έργο θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα φιλοσοφικά κείμενα των τελευταίων δεκαετιών: ένα κείμενο που σημάδεψε βαθιά την εξέλιξη του φεμινιστικού και βίγκαν/χορτοφαγικού κινήματος, ανέδειξε τις συνδέσεις μεταξύ φεμινισμού και χορτοφαγίας, καθώς και μεταξύ πατριαρχίας και κατανάλωσης κρέατος, τους τρόπους με τους οποίους στα οπτικά και λεκτικά μηνύματά μας, στην κοινωνία μας και στη λαϊκή κουλτούρα, η κατανάλωση κρέατος συνδέεται με την αρρενωπότητα, ξεσκέπασε με μοναδικό τρόπο τις σχέσεις αλληλεξάρτησης, τόσο θεωρητικές όσο και πρακτικές, αντίστασης και πολιτικού αγώνα, όχι μόνο μεταξύ των δύο αυτών μορφών, αλλά και μεταξύ των ποικίλων μορφών αλλοποίησης που χαρακτηρίζουν τις κοινωνίες μας (σεξισμός, ρατσισμός, ειδισμός), και κατά συνέπεια μεταξύ των πολιτικών αναγνώρισης της ετερότητας που οφείλουμε να οικοδομήσουμε (αντισεξισμός, αντιρατσισμός, αντιειδισμός).
Γιατί δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο αυτό το σημείο: το γεγονός ότι θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε την επιχειρηματολογία που εδώ ξετυλίγει η Άνταμς, προκειμένου να επεκτείνουμε τον προβληματισμό της πέρα από τη σχέση φεμινισμού-χορτοφαγίας/βιγκανισμού· κάτι εξάλλου που, όπως θα δούμε, και η ίδια επιχειρεί, σε μια απόπειρα διερεύνησης των ποικίλων μορφών αλλοποίησης. Όπως εύστοχα σημειώνει στον πρόλογό της η Σίσσυ Δουτσίου, «η καταπίεση των ζώων δεν δύναται να αναλυθεί αποκομμένη από την πατριαρχία, η οποία με τη σειρά της δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ανεξάρτητα από τον καπιταλισμό, την αποικιοκρατία, τον ρατσισμό και την περιβαλλοντική καταστροφή. Παρότι οι μορφές καταπίεσης δεν είναι ταυτόσημες, μοιράζονται κοινές δομές και τροφοδοτούνται από την ίδια λογική εξουσίας. Τίποτα δεν είναι αυθύπαρκτο· όλα τα φαινόμενα αλληλοεπηρεάζονται και αλληλοενισχύονται. Οι αντιστάσεις οφείλουν να είναι διαθεματικές και συλλογικές, ξεπερνώντας τα όρια φύλου, είδους και τάξης. Χρειαζόμαστε μια πολιτική της σύνθεσης, να αναγνωρίζει τις συνδέσεις, να δημιουργεί νέες συλλογικότητες, να ξεπερνά τα όρια είδους, φύλου, φυλής. Η κοινωνική αλλαγή, συνεπώς, δεν αποτελεί τελικό στόχο, αλλά μια συνεχή διαδικασία ανασύνθεσης ταυτοτήτων, σχέσεων, συλλογικοτήτων» (σ. 14). (Ενδεχομένως, σε ένα πιο φιλοσοφικό και αποδομιστικό επίπεδο, αν θα θέλαμε να συνοψίσουμε σε μία έννοια όλα τα παραπάνω, θα λέγαμε ότι ο νεολογισμός «σαρκοφαλλογοκεντρισμός» [carnophallogocentrisme] του Ζακ Ντεριντά εμπεριέχει τα τρία βασικά χαρακτηριστικά της «δυτικής» κουλτούρας: την κρεατοφαγία, την αρρενωπότητα [τον φαλλό] και τον Λόγο [τον οποίο θεωρούμε αποκλειστικό ανθρώπινο προνόμιο, πασχίζοντας με κάθε τρόπο να τον αφαιρέσουμε από τα άλλα ζώα]. Και από την άποψη αυτή συνιστά ένα καλό σημείο εκκίνησης για την κατανόηση των μηχανισμών αλλοποίησης.)
Το κρέας ως σύμβολο της ανδρικής κυριαρχίας
Στο έργο της η Άνταμς παραλληλίζει το πατριαρχικό σύστημα με τη σχέση μεταξύ ανθρώπων και ζώων. Οι ανδρικοί συμβολισμοί που συνδέονται με την κατανάλωση κρέατος δεν αναδεικνύουν μόνο την ανισότητα μεταξύ ειδών, αλλά καθορίζουν και διακριτούς ρόλους φύλου, καθώς το κρέας συμβολίζει την ανδρική κυριαρχία πάνω στις γυναίκες. Έτσι το κοινωνικό πλαίσιο της γυναικείας καταπίεσης και της σεξουαλικής βίας συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που οι άνθρωποι κακομεταχειρίζονται τα άλλα είδη. Οι άνθρωποι τείνουν να θεωρούν τα ζώα κατώτερα είδη και με αυτόν τον τρόπο δικαιολογούν τις πρακτικές εκμετάλλευσής τους· οι άνδρες αντιμετωπίζουν τις γυναίκες με παρόμοιο τρόπο.
Στο πλαίσιο του σύγχρονου ειδισμού, τα άτομα χρησιμοποιούν τα μη ανθρώπινα ζώα για παραγωγή, π.χ. αγελάδες για γάλα, όρνιθες για αυγά ή θηλυκά σκυλιά για αναπαραγωγή: οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα ζώα ως καθαρά σωματικές οντότητες, όπως ακριβώς ορισμένοι άνδρες εκμεταλλεύονται το γυναικείο σώμα για ευχαρίστηση.
Αυτή η αίσθηση «δικαιώματος» πάνω στα ζώα μεταφέρεται στις ανθρώπινες σχέσεις, οδηγώντας τους άνδρες να χαρακτηρίζουν τις γυναίκες επίσης ως κατώτερες και «διαθέσιμες για κακοποίηση». Ο κυρίαρχος λόγος μετατοπίζεται από μια αρνητική εικόνα για τα μη ανθρώπινα ζώα σε μια σεξιστική αναπαράσταση των γυναικών. Συχνά οι άνδρες αναφέρονται στις γυναίκες με όρους όπως «σκυλί», «κοτοπουλάκι», «κουνελάκι», που υποδηλώνουν τη χρήση των γυναικών ως απλών μέσων. Στο πλαίσιο του σύγχρονου ειδισμού, τα άτομα χρησιμοποιούν τα μη ανθρώπινα ζώα για παραγωγή, π.χ. αγελάδες για γάλα, όρνιθες για αυγά ή θηλυκά σκυλιά για αναπαραγωγή: οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα ζώα ως καθαρά σωματικές οντότητες, όπως ακριβώς ορισμένοι άνδρες εκμεταλλεύονται το γυναικείο σώμα για ευχαρίστηση.
Αυτή η υποβάθμιση ενός ατόμου ή μιας ομάδας στην κατάσταση του ζώου, αποτελεί ένα από τα απαραίτητα σημεία, προκειμένου να δικαιολογηθεί και να καταστεί εφικτή η εκμετάλλευσή τους ή η ακόμη και η εξολόθρευσή τους. Με άλλα λόγια ο δυτικός άνθρωπος/άνδρας, θέτοντας σε ασταμάτητη εφαρμογή έναν εννοιολογικό και κοινωνικό μηχανισμό που αρέσκεται στη δημιουργία ιεραρχιών άμεσα συνδεδεμένων με λογικές κυριαρχίας σε βάρος του άλλου, του διαφορετικού από τον ίδιο (είτε πρόκειται για τη φύση, είτε πρόκειται για «αγρίους» ή για τις λεγόμενες «υποτελείς τάξεις»), ορίζεται εκκινώντας από την απώθηση του ζωικού και της ζωότητας. Πρόκειται για ένα μανιχαϊσμό που αποανθρωποποιεί τον άλλον (ανεξάρτητα από φύλο, φυλή ή/και είδος), τον ζωοποιεί. Ο κυρίαρχος, όταν θέλει να περιγράψει τον «υποτελή» και να βρει την κατάλληλη λέξη για κάτι τέτοιο, καταφεύγει πάντα στο ζωολόγιο.
Κάθε φορά που τρώμε κρέας, γιατί το θεωρούμε αντικείμενο, ξεχνάμε την αρχική κατάστασή του, εκείνη που δεν είναι φορτωμένη με συμβολικές σημασίες: το γεγονός ότι είναι το σώμα κάποιου.
Η Άνταμς στέκεται ιδιαίτερα στις διαδικασίες με τις οποίες η κουλτούρα μας μετατρέπει τα μη ανθρώπινα ζώα σε πηγή κατανάλωσης, διασπώντας την ατομικότητά τους, αποκαλύπτοντας τα συμβολικά και πολιτισμικά νοήματα που το κρέας προσέλαβε και μέχρι σήμερα διατηρεί στην πατριαρχική κρεατοφαγική προοπτική. Κάθε φορά που τρώμε κρέας, γιατί το θεωρούμε αντικείμενο, ξεχνάμε την αρχική κατάστασή του, εκείνη που δεν είναι φορτωμένη με συμβολικές σημασίες: το γεγονός ότι είναι το σώμα κάποιου. Και αυτή ακριβώς η παράβλεψη είναι ο σκοπός που επιδιώκουν να πετύχουν οι τεμαχισμοί, οι προσθήκες καρυκευμάτων και οι όμορφες συσκευασίες· στο να καταστήσουν αόρατο το υποκείμενο που ήταν εκείνο το κομμάτι κρέατος, να ξεχάσουμε ότι πίσω από κάθε γεύμα με κρέας υπάρχει μια απουσία, ο θάνατος ενός έμβιου πλάσματος που αντικαθίσταται από το κρέας.
Η συγκάλυψη της βίας
Στο σημείο αυτό εισάγεται μια έννοια καθοριστικής σημασίας στη σκέψη της Άνταμς: το «απόν σημαινόμενο» («absent referent»), στο οποίο προσφεύγει για να εξηγήσει γιατί οι άνθρωποι συνεχίζουν να τρώνε κρέας, καθώς και πώς αυτό συνδέεται με την αντικειμενοποίηση των γυναικών στην πορνογραφία. Το «απόν σημαινόμενο» συνιστά «ένα θεωρητικό πλαίσιο για το πώς η κοινωνία καταφέρνει να αποκόψει τη βία από τις συνέπειές της, να σβήσει το σώμα από την ιστορία του. Το ζώο γίνεται κρέας, κάποιος το σκοτώνει, αυτό είναι δεδομένο. Εμείς βλέπουμε μόνο τα κομμάτια του μέσα στο ψυγείο, τίποτα παραπάνω. Χάνεται η δυνατότητα να αναγνωρίσουμε ότι υπήρξε κάποτε ζωή. Το ζώο εξαφανίζεται. Γίνεται αόρατο, ένα μη-υποκείμενο. Χρειάζεται γλώσσα, τελετουργίες, θεσμούς, ολόκληρες πολιτισμικές μηχανές για να διατηρηθεί το θύμα αόρατο» (σ. 10).
Ο ρόλος του «απόντος σημαινόμενου» είναι να κρατά το «κρέας» αποσυνδεδεμένο από την ιδέα ότι κάποτε ήταν ένα ζώο — να εμποδίζει κάτι να γίνεται αντιληπτό ως κάποιος, επιτρέποντας έτσι την ηθική εγκατάλειψη ενός άλλου όντος.
Πρόκειται για μια διαδικασία πραγμοποίησης/αντικειμενοποίησης, κατακερματισμού και κατανάλωσης η οποία επιτρέπει την καταπίεση των ζώων, με αποτέλεσμα να στερούνται την ιδιότητα του όντος μέσω της τεχνολογίας, της γλώσσας και της πολιτισμικής αναπαράστασης. Η αντικειμενοποίηση επιτρέπει στον καταπιεστή να διαμελίζει και εν συνεχεία να καταναλώνει το άλλο ον, να το θεωρηθεί ανάξιο πένθους του οποίου ο θάνατος δεν έχει την παραμικρή σημασία. Έτσι «το απόν σημαινόμενο μάς δίνει τη δυνατότητα να λησμονήσουμε την αυθυπαρξία των ζώων και να αντισταθούμε σε προσπάθειες που καταβάλλονται να γίνουν παρόντα τα ζώα» (σ. 20). Η έννοια αυτή λειτουργεί ώστε να συγκαλύπτει τη βία που ενυπάρχει στην κατανάλωση κρέατος, να προστατεύει τη συνείδηση του καταναλωτή και να καθιστά τα μεμονωμένα ζώα άνευ σημασίας μπροστά στις επιθυμίες του. Είναι αυτό που διαχωρίζει τον άνθρωπο που τρώει κρέας από το ζώο και το ζώο από το τελικό προϊόν. Ο ρόλος του «απόντος σημαινόμενου» είναι να κρατά το «κρέας» αποσυνδεδεμένο από την ιδέα ότι κάποτε ήταν ένα ζώο — να εμποδίζει κάτι να γίνεται αντιληπτό ως κάποιος, επιτρέποντας έτσι την ηθική εγκατάλειψη ενός άλλου όντος.
Είναι υπό την οπτική αυτή που το κρέας συνιστά την αντανάκλαση μιας απουσίας· όταν υπάρχει το αντικείμενο κρέας, έχουμε την πλήρη διαγραφή του ζωικού υποκειμένου από τη σφαίρα της μνήμης, της ηθικής θεώρησης και της κοινωνικής αναγνώρισης. Το κρέας δεν είναι παρά το νεκρό και διαμελισμένο σώμα, καθίσταται αντικείμενο αντικαθιστώντας ό,τι ήταν προηγουμένως ένα αυτόνομο άτομο. Όταν υπάρχει το κρέας, το ζώο δεν υπάρχει πια, είναι κυριολεκτικά απόν. Οι λέξεις που δηλώνουν το σώμα του ατόμου με γαστρονομικούς όρους (όπως, για παράδειγμα, όταν το σώμα της μικρής αγελάδας στη γλώσσα γίνεται «μπιφτέκι») καθιστούν το ζώο απόν υπό κυριολεκτική έννοια· με άλλα λόγια, μας «υποχρεώνουν» να σκεφτούμε το κρέας ως τροφή και όχι ως πτώμα: οι λέξεις κρύβουν το σημαινόμενο μέσω νέων ορισμών.
Όταν καταναλώνουμε κρέας δεν σκεφτόμαστε την ταυτότητα εκείνου από τον οποίον προέρχεται, ποιος ήταν αυτός, γιατί στο κρέας αυτός/το σημαινόμενο είναι απόν: η κουλτούρα μας, ο πολιτισμός μας, με τις ανατροπές σημασιών και νοημάτων, με τους κανόνες και με τις λέξεις μεταμορφώνει το δολοφονημένο σώμα του ζώου σε «μπριζόλα», τεμαχίζει και καρυκεύει τους μυς εκείνου του συγκεκριμένου έμψυχου όντος που ετοιμαζόμαστε να καταναλώσουμε, μόνο και μόνο για να μας εμποδίσει να θυμηθούμε ποιος βρίσκεται πίσω από ό,τι «οφείλουμε» να αντιλαμβανόμαστε ως μια απλή μπουκιά τροφής. Στον βαθμό που χάνουμε τη δυνατότητα να αναγνωρίσουμε ότι κάποτε υπήρξε ζωή, το μη ανθρώπινο ζώο εξαφανίζεται, γίνεται αόρατο, ένα μη υποκείμενο, ή ακριβέστερα: πράγμα.
Ο συγκεκριμένος κύκλος αντικειμενοποίησης, κατακερματισμού και κατανάλωσης συνδέει τη σφαγή ζώων με την αναπαράσταση αλλά και την πραγματικότητα της σεξουαλικής βίας στις δυτικές κοινωνίες, φυσικοποιώντας/κανονικοποιώντας μια μορφή «σεξουαλικής κατανάλωσης».
Η δομή αυτή δημιουργεί μια αίσθηση δικαιώματος στην κακοποίηση· μέσω του «απόντος σημαινόμενου», οι φάσεις της πραγμοποίησης και του κατακερματισμού εξαφανίζονται και το καταναλωμένο αντικείμενο βιώνεται χωρίς παρελθόν, χωρίς ιστορία, χωρίς βιογραφία, χωρίς ατομικότητα. Αλλά η πραγμοποίηση του άλλου/ζώου ανοίγει τις πόρτες στον φεμινισμό: όπως το ζώο είναι το απόν σημαινόμενο τη στιγμή που καταναλώνουμε τροφές ζωικής προέλευσης, έτσι και η γυναίκα είναι το «αιώνιο απόν» στην πατριαρχική κοινωνία. Στις κρεοβόρες και πατριαρχικές κοινωνίες ο μηχανισμός του «απόντος σημαινομένου» δεν περιορίζεται στην απόκρυψη και στην πραγμοποίηση των ζωικών υποκειμένων· ενεργοποιείται και για την απόκρυψη των γυναικών (όπως και άλλων κατηγοριών που θεωρούνται κατώτερες): είναι το θηλυκό που «καταβροχθίζεται», «καταναλώνεται», όντας απλώς ένα παθητικό αντικείμενο της ανδρικής επιθυμίας. Ο συγκεκριμένος κύκλος αντικειμενοποίησης, κατακερματισμού και κατανάλωσης συνδέει τη σφαγή ζώων με την αναπαράσταση αλλά και την πραγματικότητα της σεξουαλικής βίας στις δυτικές κοινωνίες, φυσικοποιώντας/κανονικοποιώντας μια μορφή «σεξουαλικής κατανάλωσης». Αυτός ο διπλός δεσμός που συνδέει γυναίκες και ζώα σε μια κοινή καταπίεση είναι που κινεί την εξέλιξη της αφήγησης ολόκληρου του δοκιμίου της Άνταμς: «Η Adams υποστηρίζει πως η ίδια ακριβώς μηχανή λειτουργεί και για τις γυναίκες στην πατριαρχική κουλτούρα. Η γυναίκα μετατρέπεται σε εικόνα, κομμάτι, αντικείμενο. Εξαφανίζεται ως πρόσωπο, ως ιστορία, ως βούληση. Δεν πρόκειται για τυχαία σύμπτωση δύο παράλληλων διαδικασιών. Είναι η ίδια λογική καταπίεσης που διατρέχει διαφορετικά σώματα και πεδία» (σ. 10).
Ιστορικώς στις κοινωνίες που είναι θεμελιωμένες στην κατανάλωση κρέατος είναι αυτή η πρωτεΐνη -προνόμιο των ανδρών- που διαστρωματώνει τον κοινωνικό κόσμο: αποτελεί αγαθό με υψηλή οικονομική και πολιτισμική αξία και η κατοχή της ισοδυναμεί με την κατοχή πολιτικού χώρου και πολιτικής εκπροσώπησης· με άλλα λόγια, με την κατοχή εξουσίας. Όποιος κατέχει αυτό το προϊόν καθορίζει ποιος θα μπορέσει να το απολαύσει, με αποτέλεσμα, φορτισμένο με αξίες και νοήματα όπως η δύναμη και η αρρενωπότητα, να βρίσκεται στα πιάτα των λευκών, ενήλικων και εύπορων ανδρών, χαράσσοντας έτσι το όριο ανάμεσα σε υποκείμενα (άνδρες) και αντικείμενα (γυναίκες, έγχρωμοι, ζώα κλπ.). Περιβαλλόμενη από διατροφικούς και εξελικτικούς μύθους, η κρεατοφαγία γίνεται σύμβολο ανδρισμού.
Η ιεραρχία
Υπάρχει μια οντολογία, μια ιεραρχία, που οργανώνει και δομεί τα όντα με βάση τη θέση τους σε σχέση με τον άνθρωπο, από το περισσότερο έως το λιγότερο «εξελιγμένο», με τρόπο όχι μόνο αυθαίρετο αλλά και ανθρωποκεντρικό και σεξιστικό. Αυτή μας αποκαλύπτει τον παραλληλισμό που υφίσταται ανάμεσα στον άνθρωπο (το αρσενικό ανθρώπινο ον), που θεωρείται το πιο εξελιγμένο ον και έχει ανάγκη από τροφές που του εξασφαλίζουν μεγαλύτερη δύναμη, και την κατανάλωση κρέατος, όπου το κρέας παρουσιάζεται ως η κατεξοχήν ανδρική τροφή. Αντίστροφα, μας δείχνει επίσης πώς τα λαχανικά -τροφή που θεωρείται λιγότερο ελκυστική, λιγότερο «εξελιγμένη» και χαμηλής ενέργειας- προορίζονται για τα γυναικεία πιάτα. Όπως το κρέας δηλώνει την ανδρική εξουσία, ως προνόμιο των ανδρών και ως τροφή που κομίζει δύναμη, έτσι τα λαχανικά (όπου με τον όρο «λαχανικά» νοείται οτιδήποτε διαφορετικό από το κρέας) αποτυπώνουν τα «θηλυκά» χαρακτηριστικά: την παθητικότητα, την υποταγή στη δύναμη, την εξάρτηση από τις ανδρικές δραστηριότητες και το κατώτερο βιολογικό επίπεδο. Στον πατριαρχικό λόγο, το να καταναλώνει κανείς τροφές που θεωρούνται εξελικτικά λιγότερο ανεπτυγμένες ισοδυναμεί με το να είναι πράγματι κατώτερος· έτσι, όσοι δεν μπορούν λόγω φτώχειας ή κοινωνικών κανόνων, ή δεν θέλουν για ηθικούς λόγους να τρώνε κρέας, θεωρούνται αδύναμοι και θηλυπρεπείς.
Είναι στο σημείο αυτό, στην τομή φεμινισμού και χορτοφαγίας, που η Άνταμς θεμελιώνει την πρακτική και θεωρητική της πρόταση: την εγκατάλειψη της κρεατοφαγικής διατροφής υπέρ της χορτοφαγίας, ως πράξη αντίστασης στο πατριαρχικό σύστημα
Το σύστημα που επιτρέπει το «απόν σημαινόμενο» εντοπίζεται σε εκείνο τον τρόπο σκέψης και ζωής εντός του οποίου κυριαρχεί μια ιεραρχία, στην κορυφή της οποίας βρίσκεται ο άνδρας αχόρταγος καταναλωτής ζωικών πρωτεϊνών, που κυριαρχεί από ψηλά, σύμφωνα με κάθε του επιθυμία, σε οτιδήποτε θεωρεί διαφορετικό και γι’ αυτό κατώτερο: γυναίκες, ζώα, έγχρωμους, ομοφυλόφιλους κλπ. Η κρεατοφαγία λοιπόν, εξίσου με άλλες μορφές κοινωνικής και πολιτισμικής καταπίεσης, πραγμοποιεί τα έμψυχα, μετατρέπει τα υποκείμενα σε αντικείμενα, ώστε να μπορούν να καταναλωθούν ανενόχλητα. Μόλις τα άτομα -ανθρώπινα και μη ανθρώπινα ζώα- βρεθούν σε μια θέση κατώτερη ενός υποκειμένου, δηλαδή πάψουν να θεωρούνται υποκείμενα, απωθούνται διά της βίας στην κατάσταση των αντικειμένων και αντιμετωπίζονται, ή μάλλον καταναλώνονται, ως τέτοια.
Είναι στο σημείο αυτό, στην τομή φεμινισμού και χορτοφαγίας, που η Άνταμς θεμελιώνει την πρακτική και θεωρητική της πρόταση: την εγκατάλειψη της κρεατοφαγικής διατροφής υπέρ της χορτοφαγίας, ως πράξη αντίστασης στο πατριαρχικό σύστημα, αναγνωρίζοντας σε αυτό την κοινή πηγή βίας που τοποθετεί γυναίκες και μη ανθρώπινα ζώα στη θέση απρόσωπων αντικειμένων.
Ο ρόλος της γλώσσας
Είναι -και- από τη γλώσσα που οφείλουμε να ξεκινήσουμε, προκειμένου να ανατρέψουμε την πατριαρχική τάξη: το να μετονομάσουμε, να τους ξαναδώσουμε την κυριολεκτική σημασία, τους όρους που χρησιμοποιούνται σε μια «ανδροκεντρική» και «ανθρωποκεντρική» γλώσσα είναι μια κίνηση που επιτρέπει να αποκαλυφθούν οι συγγένειες μεταξύ μη ανθρώπινων ζώων και γυναικών. Εκεί όπου ακούμε να γίνεται λόγος για «συμπονετική σφαγή» ή για «ηθικό κρέας» πρέπει να αντιστεκόμαστε στον μηχανισμό του «απόντος σημαινόμενου», στρέφοντας την προσοχή στην ίδια την έννοια της σφαγής, χωρίς να παρασυρόμαστε από το επίθετο. Όταν διαβάζουμε « «πρόβειο κρέας», οφείλουμε να επανανοηματοδοτούμε τη λέξη με κυριολεκτικό τρόπο: μιλάμε για το πτώμα ενός πρόβατου.
Για να αμφισβητήσουμε και να προκαλέσουμε τις νομιμοποιήσεις της βίας που κρύβονται στον τρόπο που μιλάμε, χρειάζεται να αμφισβητήσουμε και να προκαλέσουμε τους κανόνες της συμβολικής σκέψης και να φέρουμε στο φως τα υποκείμενα που έχουν παραμεριστεί, αποσιωπηθεί ή λησμονηθεί.
Η διαιώνιση του ρατσισμού
Μολονότι δεν τη διευρύνει διεξοδικότερα, καθώς εστιάζει την προσοχή της «στην αλληλεπικαλυπτόμενη καταπίεση που υφίστανται οι γυναίκες και τα ζώα» (σ. 26) είναι χαρακτηριστική η κίνηση της Άνταμς να αφιερώσει μία παράγραφο στη σχέση μεταξύ ρατσισμού και απόντος σημαινόμενου, στο πλαίσιο της διεύρυνσης του δεύτερου, για την οποία κάναμε λόγο: «Μέσω της δομής του απόντος σημαινόμενου αναδύεται μια διαλεκτική απουσίας και παρουσίας καταπιεσμένων ομάδων. Αυτό που απουσιάζει παραπέμπει σε μια καταπιεσμένη ομάδα, ενώ ορίζει κάποια άλλη. Σε αυτό το πλαίσιο προκύπτουν θεωρητικές προεκτάσεις για την τάξη, το φύλο, καθώς και τη βία κατά των γυναικών και των ζώων» (σ. 26). Από την άποψη αυτή «η καταπίεση των άλλων ζώων δεν πρέπει να αγνοείται κατά την ανάλυση της καταπίεσης των ανθρώπινων όντων» (σ. 27), μολονότι λόγω της απουσίας του σημαινόμενου δεν μας είναι εύκολο, δεν μας επιτρέπεται πάντα να βιώσουμε συνδέσεις ανάμεσα στις καταπιεσμένες ομάδες (σ. 29).
Υφίσταται μια αλληλεπίδραση/αλληλεξάρτηση μεταξύ της υλικής καταπίεσης και της εξάρτησής μας από μεταφορές που βασίζονται στο απόν σημαινόμενο, την οποία καλούμαστε να υπονομεύσουμε και να ανατρέψουμε, δεδομένου ότι μια ανάλογη αλληλεπίδραση/αλληλεξάρτηση «υποδηλώνει ότι παίρνουμε απόσταση από καθετί διαφορετικό από εμάς, εξισώνοντας το με κάτι που έχουμε ήδη αντικειμενοποιήσει. Για παράδειγμα, η οριοθέτηση μεταξύ ζώων και ανθρώπων επιστρατεύτηκε κατά την πρώιμη νεωτερικότητα για να αναδείξει την ανάγκη της επιβολής απόστασης ανάμεσα στις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Σύμφωνα με τον Κιθ Τόμας, τα βρέφη, οι νέοι, οι φτωχοί, οι μαύροι, οι Ιρλανδοί, οι παράφρονες και οι γυναίκες αντιμετωπίζονταν ως κάτι ισοδύναμο με τα ζώα: “Εφόσον θεωρούνταν ζώα, οι άνθρωποι δέχονταν την αντίστοιχη μεταχείριση. Η ηθική της ανθρώπινης κυριαρχίας απομάκρυνε τα ζώα από τη σφαίρα της ανθρώπινης ευαισθησίας. Ταυτόχρονα, νομιμοποίησε τη βάναυση μεταχείριση των ανθρώπων στους οποίους επιβαλλόταν η ζωική κατάσταση”» (σσ. 25-26).
Ακολουθώντας και διευρύνοντας τον προβληματισμό της Άνταμς δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε στο συμπέρασμά της ότι αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια θεωρία που να ιχνηλατεί την κοινή διαδρομή καταπίεσης των άλλων ζώων και των γυναικών, των έγχρωμων, και των ομοφυλόφιλων, και γενικότερα των άλλων
Επειδή ακριβώς δεν της διαφεύγει η ύπαρξη των κοινών δομών και διαδικασιών αλλοποίησης, η Άνταμς, θέλοντας να φέρει στο προσκήνιο τη σύνδεση της ταξικής συνθήκης (το προλεταριάτο) με το «απόν σημαινόμενο», καταφεύγει στο βιβλίο του Άπτον Σίνκλερ Η ζούγκλα (μτφρ. Νίκος Βλάχος, Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, 2008): «Στις τριακόσιες σελίδες που ακολουθούν σκιαγραφείται η πορεία της αφύπνισής του (σ.τ.σ. του Γιούργκις Ρούντκους, του νεαρού μετανάστη και πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος), ώσπου συνειδητοποιεί ότι ο ίδιος και το γουρούνι είναι ένα και το αυτό: “είμαστε γουρούνια στο σακί. Θέλουν να απομυζήσουν όσο το δυνατό περισσότερο κέρδος από τα γουρούνια. Το ίδιο θέλουν να κάνουν και με τους ανθρώπους της εργατικής τάξης, με την κοινωνία ολάκερη. Κανείς δε νοιάζεται για τις σκέψεις και τον πόνο του γουρουνιού. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τους ανθρώπους της εργασίας, και με εκείνους που αγοράζουν κρέας”» (σ. 41). Έχει ενδιαφέρον η ανάδειξη της λειτουργίας της γραμμής αποσυναρμολόγησης εντός του σφαγείου ως μιας διαδικασίας αποσιώπησης του υποκειμένου και συνεπώς δημιουργίας του «απόντος σημαινόμενου» και μάλιστα διπλής κατεύθυνσης:
«Μια βασική συνθήκη στη γραμμή αποσυναρμολόγησης είναι ότι το ζώο πρέπει να αντιμετωπίζεται ως άψυχο αντικείμενο, όχι ως ον που ζει και αναπνέει. Αντίστοιχα, ο εργάτης στη γραμμή συναρμολόγησης αντιμετωπίζεται ως άψυχο και άβουλο ον, του οποίου οι δημιουργικές, σωματικές και συναισθηματικές ανάγκες είναι αδιάφορες. Ο άνθρωπος που εργάζεται στη γραμμή αποσυναρμολόγησης του σφαγείου -περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον- πρέπει να αποδεχθεί σε ευρεία κλίμακα τον διπλό αφανισμό του εαυτού: πρέπει όχι μόνο να απαρνηθεί τον ίδιο του τον εαυτό, αλλά και να αποδεχθεί ότι ο πολιτισμός του μετατρέπει τα ζώα σε απόντα σημαινόμενα. Πρέπει να αντιμετωπίζει τα ζωντανά ζώα σαν κρέας, όπως κάνουν οι άνθρωποι που βρίσκονται έξω από το σφαγείο, ενώ τα ζώα είναι ακόμη εν ζωή. Επομένως πρέπει να αποξενωθεί τόσο από το δικό του σώμα όσο και από τα σώματα των άλλων ζώων. Αυτό ίσως εξηγεί το γεγονός ότι “το ποσοστό εναλλαγής προσωπικού στα σφαγεία είναι το μεγαλύτερο σε σύγκριση με οποιονδήποτε άλλο κλάδο στη χώρα”» (σ. 44)
Ακολουθώντας και διευρύνοντας τον προβληματισμό της Άνταμς δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε στο συμπέρασμά της ότι αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια θεωρία που να ιχνηλατεί την κοινή διαδρομή καταπίεσης των άλλων ζώων και των γυναικών, των έγχρωμων, και των ομοφυλόφιλων, και γενικότερα των άλλων, καθώς και να εντοπίζει τα προβλήματα που σχετίζονται με τη μεταφορά και το απόν σημαινόμενο: να εντοπίζει την κυριολεκτική πραγματικότητα πίσω από τη μεταφορά. Πρόκειται για έναν «κύκλο αντικειμενοποίησης, τεμαχισμού και κατανάλωσης» (σσ. 31-34) ο οποίος συνδέει τη σφαγή με τη σεξουαλική, φυλετική κλπ. βία στο πλαίσιο του πολιτισμού μας. Η αντικειμενοποίηση επιτρέπει στον (άνδρα, λευκό, ετεροφυλόφιλο, δυτικό και πάει λέγοντας) καταπιεστή να προσεγγίσει ένα άλλο ον ως αντικείμενο, να τον κατασκευάσει, να το μετατρέψει σε αντικείμενο: είναι ο κυρίαρχος που μέσα από μια μακρόχρονη διαδικασία αλλοποίησης κατασκευάζει τον άλλον. Έπειτα ο (άνδρας, λευκός, ετεροφυλόφιλος, δυτικός και πάει λέγοντας) καταπιεστής κακοποιεί το άλλο ον, μεταχειρίζοντάς το ως τέτοιο.
Εδώ πλέον εισερχόμαστε σε ένα πεδίο προβληματισμού στο οποίο ο ριζοσπαστικός πολιτικός λόγος έχει δείξει και εξακολουθεί να δείχνει εξαιρετική αβελτηρία, ανίκανος να αντιληφθεί το εκρηκτικό στοιχείο που κομίζει ο αντιειδισμός. Κάνοντας μια σύντομη, αλλά απαραίτητη παρέκβαση, θα δώσουμε τον λόγο σε μια γυναίκα η οποία σε έναν βαθμό και με κάποιον τρόπο συνδυάζει τις τρεις κυρίαρχες/συνηθέστερες μορφές αλλοποίησης που συναντάμε στον δυτικό πολιτισμό:
«Μερικές φορές απογοητεύομαι πραγματικά από το γεγονός ότι πολλοί από εμάς που αποκαλούνται ριζοσπάστες ακτιβιστές δεν είναι σε θέση να αποκτήσουν μια σχέση με την τροφή που εισάγουμε στα ίδια τα σώματά μας. Δεν μπορούμε να αντιληφθούμε μέχρι ποιο σημείο εμπλεκόμαστε στις διαδικασίες του καπιταλισμού και πως άκριτα συνεργαζόμαστε και συμβάλλουμε στη διατροφική πολιτική των πολυεθνικών. Συνήθως δεν αναφέρομαι στο γεγονός ότι είμαι βίγκαν, αλλά η κατάσταση αλλάζει… Πιστεύω ότι έφτασε η στιγμή να μιλήσουμε γι’ αυτό, καθώς αποτελεί κομμάτι της επαναστατικής προοπτικής: Πώς μπορούμε να ανακαλύψουμε και πάλι και να αναπτύξουμε σχέσεις μεγαλύτερης συμπόνιας όχι μόνο με τα ανθρώπινα, αλλά και με τα άλλα πλάσματα με τα οποία μοιραζόμαστε αυτόν τον πλανήτη; […] Η πλειονότητα των ανθρώπων δεν σκέφτεται ότι τρέφεται με ζώα. Όταν τρώνε μία μπριζόλα ή ένα κοτόπουλο δεν σκέφτονται τα φρικτά βασανιστήρια, τους τρομερούς πόνους που εκείνα τα ζώα υφίστανται απλώς και μόνο για να μετατραπούν στη συνέχεια σε διατροφικά προϊόντα για ανθρώπινη κατανάλωση. Προσωπικώς βρίσκω ότι η έλλειψη μιας κριτικής στάσης σχετικά με την τροφή που καταναλώνουμε αποδεικνύει σε ποιο βαθμό το εμπορευματικό σύστημα κατέστη ο κυριότερος τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. […] Να συνηθίσουμε να φανταζόμαστε τις ανθρώπινες και μη ανθρώπινες σχέσεις πέρα από τα αντικείμενα που αποτελούν το περιβάλλον μας θα ήταν κάτι αληθινά επαναστατικό».
Τα αδιέξοδα της «παραδοσιακής φεμινιστικής οπτικής»
Αυτά θα πει η Άντζελα Ντέιβις («On Revolution: A Conversation Between Grace Lee Boggs and Angela Davis», 02/03/2012, Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϋ της Καλιφόρνιας, 27th Empowering Women of Color Conference), η οποία ενσαρκώνει και εκφράζει τις τρεις μορφές αλλοποίησης που εδώ μας απασχολούν: είναι μαύρη, γυναίκα (λεσβία) και βίγκαν. Το τρίπτυχο δεν απαντά ούτε συχνά ούτε εύκολα στην αριστερά και μάλιστα η αναγνώριση του τελευταίου σκέλους φαίνεται να σκανδαλίζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
Ο πολιτικός ριζοσπαστικός λόγος δεν μπορεί ή δεν θέλει -ή θεωρεί υπερβολικά δύσκολο βήμα- να δει την κυριολεκτική μοίρα των ζώων.
Δεν βρισκόμαστε καθόλου μακριά από τις απόψεις της Άνταμς σχετικά με τα όρια, τα προβλήματα, τα αδιέξοδα της «παραδοσιακής φεμινιστικής οπτικής», η οποία αδυνατεί να διακρίνει ότι αυτή η απώθηση, η απόρριψη του ζώου, στην κυριολεκτική πραγματικότητά του, την αφορά περισσότερο από ό,τι νομίζει, ότι το τρίπτυχο πατριαρχία/ανδροκρατία/σεξισμός είναι άμεσα συνδεδεμένο με τον ειδισμό, και ότι δεν έχει να κάνει μόνο με μεταφορές και συμβολισμούς:
«Παρά την εξάρτησή του από τη σφαγή ως συμβολισμό, ο ριζοσπαστικός φεμινιστικός λόγος δεν έχει κατορθώσει να ενσωματώσει την κυριολεκτική καταπίεση των ζώων στην ανάλυσή του για την πατριαρχική κουλτούρα, ούτε αναγνωρίζει τη στενή ιστορική συμμαχία ανάμεσα στον φεμινισμό και τη χορτοφαγία. Ενώ οι γυναίκες μπορεί να νιώθουν σαν κομμάτια κρέας και να αισθάνονται πως υφίστανται σχετική μεταχείριση –ότι “σφαγιάζονται” συναισθηματικά και κακοποιούνται σωματικά– τα ζώα μετατρέπονται κυριολεκτικά σε κομμάτια κρέας. Στη ριζοσπαστική φεμινιστική θεωρία, η χρήση αυτών των μεταφορών εναλλάσσεται ανάμεσα σε μια θετική, πολύσημη ενέργεια και σε μια αρνητική διαδικασία απόκρυψης, άρνησης και παράλειψης, εντός της οποίας η κυριολεκτική μοίρα του ζώου αποσιωπάται» (σ. 31).
Είναι προφανές ότι το ίδιο θα πρέπει να ειπωθεί και για τον ριζοσπαστικό αντιρατσιστικό λόγο: είναι τραγικά ενδεικτικό ότι και στα διάφορα αντιρατσιστικά φεστιβάλ, όπου τα παραδοσιακά πιάτα με βάση το κρέας σε όλες τις εκδοχές του έχουν την τιμητική τους, η κυριολεκτική απτή μοίρα αισθανόμενων υπάρξεων εξαλείφεται από την πολιτική συζήτηση, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Ο πολιτικός ριζοσπαστικός λόγος δεν μπορεί ή δεν θέλει -ή θεωρεί υπερβολικά δύσκολο βήμα- να δει την κυριολεκτική μοίρα των ζώων. Σχετικά με το ζήτημα αυτό η Άνταμς θα κομίσει εξαιρετικά ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις οι οποίες θα πρέπει να προβληματίσουν ιδιαίτερα όσους φροντίζουν να διατυμπανίζουν και να διαφημίζουν τον φεμινισμό τους ή τον αντιρατσισμό τους, αλλά αδυνατούν ή δεν θέλουν να συνδέσουν αυτές τις θεωρίες και τις πολιτικές πρακτικές που τις συνοδεύουν με ένα συνολικό και διαειδικό χειραφετικό και απελευθερωτικό πρόταγμα: από την άποψη αυτά τα λόγια της ηχούν και ανησυχητικά, καθώς η σύνδεση μεταξύ των διάφορων μορφών αλλοποίησης όχι μόνο δεν επιχειρείται από την αριστερά, αλλά συχνά έχει κανείς την εντύπωση ότι δεν την ενδιαφέρει:
«Μιλώντας για τη βία κατά των γυναικών, οι φεμινίστριες αντλούν από τη ίδια δεξαμενή πολιτισμικών αναπαραστάσεων με τους καταπιεστές τους. Φεμινίστριες συγγράφισσες εντοπίζουν την εγγενή βία σε αναπαραστάσεις που συγχωνεύουν τη σεξουαλικότητα με την κατανάλωση, ονομάζοντας την εν λόγω σύνδεση “σαρκοβόρα αλαζονεία” (Σιμόν Ντε Μποβουάρ), “γυναικοκτόνο αδηφαγία” (Μαίρη Ντέιλι), “σεξουαλικό κανιβαλισμό” (Κέιτ Μίλετ), “ψυχικό κανιβαλισμό” (Αντρέα Ντβόρκιν), “μεταφυσικό κανιβαλισμό” (Τι Γκρέις Άτκινσον). Η μπελ χουκς περιγράφει το σημείο συνάντησης του ρατσισμού με τον σεξισμό μέσα από τις διακρίσεις που έχουν τη ρίζα τους στην κρεατοφαγία: “H αλήθεια είναι ότι στη σεξιστική Αμερική, όπου οι γυναίκες είναι αντικειμενοποιημένες προεκτάσεις του ανδρικού εγώ, πάνω στις μαύρες γυναίκες έχει κολληθεί η ετικέτα χάμπουργκερ και πάνω στις λευκές η ετικέτα φιλέτο”.
»Οι παραπάνω φεμινίστριες θεωρητικοί αγγίζουν το σημείο τομής της καταπίεσης γυναικών-ζώων αλλά αμέσως μετά ανακρούουν πρύμναν, οικειοποιούμενες τη λειτουργία του απόντος σημαινόμενου για να προωθήσουν αποκλειστικά τα γυναικεία ζητήματα, και όχι τα ζητήματα των άλλων ζώων, αναπαράγοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο μια πατριαρχική δομή. Είναι κατανοητό ότι οι συμβολισμοί και οι παρομοιώσεις που εκφράζουν εξευτελισμό, αντικειμενοποίηση και κακοποίηση χρησιμοποιούνται σε μια προσπάθεια να ταξινομηθεί η βίαια κατακερματισμένη γυναικεία σεξουαλική πραγματικότητα. Χρησιμοποιώντας το κρέας και τη σφαγή ως μεταφορές για την καταπίεση των γυναικών, βγάζουμε το δικό μας “στρίγκλισμα” απέναντι στο σύμπαν, ενώ κλείνουμε τα αυτιά μας στο πρωταρχικό στρίγκλισμα [του ζώου] […]
»Όταν οι ριζοσπάστριες φεμινίστριες μιλούν για την εμπειρία των ζώων σαν κάτι κυριολεκτικά συνυφασμένο με όσα βιώνουν οι γυναίκες, αποσιωπούν και οικειοποιούνται όσα στ’ αλήθεια συμβαίνουν στα ζώα. […] Η ριζοσπαστική φεμινιστική θεωρία συμμετέχει γλωσσικά στην εκμετάλλευση και την άρνηση του απόντος σημαινομένου […] Σφαγιάζει τις πολιτισμικές ανταλλαγές ζώου/γυναίκας που αναπαρίστανται στη λειτουργία του απόντος σημαινόμενου και απευθύνεται αποκλειστικά στις γυναίκες, παραδίδοντας το απόν σημαινόμενο και συμμετέχοντας σε ένα μέρος του οικοδομήματος, το οποίο διακηρύττει ότι επιθυμεί να αλλάξει. Ένα μεγάλο τμήμα της φεμινιστικής θεωρίας, το οποίο βασίζεται σε μεταφορές αναγόμενες στην καταπίεση των ζώων για να αναδείξει την εμπειρία των γυναικών, παραβλέπει την πραγματικότητα πίσω από τη μεταφορά.
»Η φεμινιστική γλώσσα πρέπει να περιγράφει και να αμφισβητεί την καταπίεση, αναγνωρίζοντας τον βαθμό στον οποίο διαφορετικές μορφές καταπίεσης ενέχουν πολιτισμικές αναλογίες και αλληλεξαρτήσεις. […] Η οικειοποίηση μεταφορών που έχουν τις ρίζες τους στην καταπίεση χωρίς να καταγγέλλεται η πρωταρχική βία που γεννά την καταπίεση δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη αλληλένδετων μορφών καταπίεσης. Στόχος μας είναι να αντισταθούμε στη βία που διαχωρίζει την ύλη από το πνεύμα, να εξαλείψουμε τη δομή που παράγει απόντα σημαινόμενα. […] Ας μπούμε στην κουζίνα και ας μη σκεφτόμαστε μόνο “ποιες δέρνουν”, αλλά και τι τρώμε. Αν εστιάσουμε στη μοίρα των ζώων, θα συναντήσουμε τα εξής ζητήματα: τη σχέση του ιμπεριαλισμού με την κρεατοφαγία στο πλαίσιο της επιβολής μιας λευκής κρεατοφαγικής διατροφής στις μαγειρικές παραδόσεις μαύρων κοινοτήτων, τις οικολογικές συνέπειες του φαινομένου που ονομάζω τέταρτη φάση της κρεατοφαγίας – της κατανάλωσης, δηλαδή, κρέατος που παράγεται από μαζικά εκτρεφόμενα ζώα σε εγκλεισμό (που διαδέχεται την πρώτη φάση: σχεδόν μηδενική κατανάλωση κρέατος· τη δεύτερη φάση: κατανάλωση ελεύθερων ζώων, και την τρίτη φάση: κατανάλωση κρέατος που προέρχεται από εκτρεφόμενα ζώα), τη σημασία της εξάρτησής μας από θηλυκά ζώα για “θηλυκοποιημένη πρωτεΐνη”, όπως γάλα και αυγά, ζητήματα ρατσισμού και ταξικότητας, που αναδύονται κατά την ανάλυση του ρόλου των βιομηχανικών κρατών στον καθορισμό του τι συνιστά “πρωτεΐνη πρώτης κατηγορίας”. Όλα τα παραπάνω αποτελούν μέρος της σεξουαλικής πολιτικής του κρέατος» (σσ. 60-63).
Κριτική της κρεατοφαγικής διατροφής και της πατριαρχίας
Από την άποψη αυτή η ριζοσπαστική θεωρία πρέπει να αποφύγει τον πειρασμό να συμπεράνει ότι όλα αυτά τα ζητήματα είναι απλώς «αφηρημένα ουσιαστικά», ιδέες, μεταφορές, αναπαραστάσεις, λέξεις: γιατί στην πραγματικότητα μιλάμε για συγκεκριμένα, χειροπιαστά όντα, το απόν σημαινόμενο αποσιωπά όλη τη σκληρή και κυριολεκτική πραγματικότητα που βιώνουν αυτά τα όντα. «Η διαδικασία πολιτικοποίησης ξεκινά με την ανάλυση του ρόλου της γλώσσας στη συγκάλυψη της βίας και την οριοθέτηση της σύγκρουσης ανάμεσα σε μια κυρίαρχη κοσμοθεώρηση, η οποία αποδέχεται τη χρήση ζωντανών και νεκρών ζώων ως τροφή, και στην αποσιωπημένη, μειοψηφική αμφισβήτηση αυτής της πρακτικής» (σ. 63).
Ό,τι η Άνταμς μάς προτρέπει να κατανοήσουμε είναι πως η φεμινιστική-χορτοφαγική θεωρία είναι πολιτική και ηθική διεκδίκηση μιας ενικότητας, για εμάς τους ίδιους όπως και για οποιονδήποτε άλλον· είναι η απόπειρα να μην αποκλείσουμε κάποιον, ώστε ποτέ πια να μην είναι δυνατόν να αποκλειστεί κάποιος.
Στη φεμινιστική-χορτοφαγική πρόταση της Άνταμς θεωρία και πρακτική συγχωνεύονται· το να μην τρως κρέας ισοδυναμεί με την απόρριψη της δομής του απόντος σημαινόμενου· και κριτική της κρεατοφαγικής διατροφής σημαίνει κριτική της πατριαρχίας. Από την άποψη αυτή, δεδομένου ότι οι διατροφικές επιλογές αποτελούν κωδικοποιημένες μορφές αντίστασης, δεν είναι τυχαίο ότι για πολλούς ριζοσπάστες ακτιβιστές η χορτοφαγία υπήρξε μία πτυχή της δράσης τους. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο φιλοσοφικός ακτιβισμός της Άνταμς καθοδηγείται από έναν στοχασμό προσανατολισμένο στο φεμινιστικό-χορτοφαγικό ζήτημα, όπου μπορούμε να εντοπίσουμε τα κεντρικά ζητήματα τόσο του προηγούμενου όσο και του δικού μας αιώνα: όπως η ανισότητα μεταξύ των φύλων, η διάχυτη βία που χαρακτηρίζει τις κοινωνίες μας, ο ειδισμός, οι πολιτικοί αγώνες· αποβλέποντας στην επίτευξη μιας συμπερίληψης η οποία θα είναι σε θέση να αμφισβητεί κάθε πλευρά της ζωής μας -νοούμενης ως αέναης σχέσης με άλλα σώματα και με πολιτισμικά σύμβολα- και έχοντας ως στόχο το ξεσκέπασμα κάθε μορφής βίας που η ανθρωποκεντρική και πατριαρχική κουλτούρα μάς κληροδότησε.
Ό,τι η Άνταμς μάς προτρέπει να κατανοήσουμε είναι πως η φεμινιστική-χορτοφαγική θεωρία είναι πολιτική και ηθική διεκδίκηση μιας ενικότητας, για εμάς τους ίδιους όπως και για οποιονδήποτε άλλον· είναι η απόπειρα να μην αποκλείσουμε κάποιον, ώστε ποτέ πια να μην είναι δυνατόν να αποκλειστεί κάποιος. «Η θεωρητική συμβολή της Adams συνίσταται στην ανάδειξη μιας ριζικής ηθικής πρόκλησης, την επαναφορά της παρουσίας του “απόντος” στο κέντρο της ηθικής και πολιτικής σκέψης. Η Adams προτείνει μια αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το έτερο, καλώντας σε μια μετατόπιση της οπτικής από την αντικειμενοποίηση και τον κατακερματισμό προς την αναγνώριση της ζωντανής, ευάλωτης ύπαρξης που υφίσταται πίσω από ένα πρόσωπο, ένα ζώο, ένα ζωικό προϊόν. Η προσέγγιση αυτή προϋποθέτει την ανάπτυξη νέων γνωστικών και αισθητικών δεξιοτήτων, ικανών να συλλάβουν την παρουσία, την ιστορικότητα και την ευαλωτότητα. Μόνο μέσω της συνειδητής ανάκτησης αυτών των παρουσιών και της συγκρότησης μιας νέας ηθικής που θα βασίζεται στη συμπόνια και στον σεβασμό προς κάθε μορφή ζωής καθίσταται εφικτή η μετάβαση σε σχέσεις και κοινωνικές δομές ικανές να αμφισβητήσουν τις υφιστάμενες ιεραρχίες και να προάγουν την κοινωνική δικαιοσύνη» (Σίσσυ Δουτσίου, σσ. 14-15).
*Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΣΙΑΜΟΥΡΑΣ είναι διδάκτορας φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Γράφει και μεταφράζει κείμενα σχετικά με το ζήτημα των ζώων από φιλοσοφική και πολιτική σκοπιά. Από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων κυκλοφορεί το βιβλίο του Να σπάσουμε τα κλουβιά-κελιά. Κείμενα αντιειδισμού (2025).
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Carol J. Adams είναι Αμερικανίδα συγγράφισσα, φεμινίστρια και ακτιβίστρια. Το έργο της διερευνά τις σχέσεις ανάμεσα στην καταπίεση των γυναικών και την εκμετάλλευση των μη ανθρώπινων ζώων.
![]() |
|
Εικόνα: Wikipedia |
Το πιο γνωστό βιβλίο της είναι το The Sexual Politics of Meat που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1990 από τις εκδόσεις Continuum.
























