
Για το βιβλίο «Πλούταρχος–Μέγας Βασίλειος. Παρηγορητικοί Λόγοι. Για τη διαχείριση του πένθους και της απώλειας» (μτφρ. Ιωάννης Πλεξίδας, εκδ. Γραφή). Kεντρική εικόνα: η διάσημη Madonna della Pietà του Μιχαήλ Άγγελου © Wikipedia.
Γράφει η Άλκηστις Σουλογιάννη
Οι καλές Εκδόσεις Γραφή ενίσχυσαν προσφάτως την καθ’ ημάς πολιτισμική αγορά με ένα ενδιαφέρον δείγμα δημιουργικής παραγωγής στη νεοελληνική γλώσσα από τον Ιωάννη Πλεξίδα, διδάκτορα Φιλοσοφίας και Θεολογίας, και στη δομική οικονομία θεματικού διπτύχου, όπου συναντώνται ο Πλούταρχος (Χαιρώνεια Βοιωτίας περ. 45 μ.Χ. – Δελφοί περ. 120 μ.Χ.) και ο Μέγας Βασίλειος (Νεοκαισάρεια του Πόντου 329 μ.Χ. – Καισάρεια Καππαδοκίας 379 μ.Χ.) κατά παραβίαση χωροχρονικών δεδομένων με τη συγχρονική παράθεση κειμένων τους υποστηρικτικών ως προς τη διαχείριση της απώλειας και του συνακόλουθου πένθους.
Ακριβώς τα κείμενα αυτά παρέχουν τη δυνατότητα για μια άμεση, έστω και περιστασιακή επίσκεψη σε μείζονες προσωπικότητες διαχρονικής ισχύος από την ευρεία περιοχή του ιστορικο-πολιτισμικού γίγνεσθαι, όπως είναι ο ιστορικός, βιογράφος, φιλόσοφος, δοκιμιογράφος Πλούταρχος και ο ρήτωρ, παιδαγωγός, συγγραφέας, θεολόγος, επίσκοπος Καισαρείας Βασίλειος ο Μέγας.
Έχει ενδιαφέρον να θυμηθούμε λεπτομέρειες από τον βίο και τη δραστηριότητά τους, όπως π.χ. τις σπουδές (φιλοσοφία, μαθηματικά) του Πλουτάρχου στην Αθήνα, τα αξιώματά του στις δομές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με την απονεμηθείσα ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη.
Με αυτή την ευκαιρία, έχει ενδιαφέρον να θυμηθούμε λεπτομέρειες από τον βίο και τη δραστηριότητά τους, όπως π.χ. τις σπουδές (φιλοσοφία, μαθηματικά) του Πλουτάρχου στην Αθήνα, τα αξιώματά του στις δομές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με την απονεμηθείσα ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη.
Επίσης, τα εμβληματικά έργα του Βίοι Παράλληλοι και Ηθικά, ή τα καθήκοντά του ως αρχιερέα του Απόλλωνα στο Μαντείο των Δελφών μέχρι τον θάνατό του, με αρμοδιότητα για την ερμηνεία των χρησμών της Πυθίας· επίσης τις σπουδές (γεωμετρία, αστρονομία, φιλοσοφία, ρητορική, ιατρική, γραμματική) του Μεγάλου Βασιλείου στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα, τη συγγραφική δραστηριότητά του κατά του Αρειανισμού, την αξιοποίηση της πλατωνικής φιλοσοφίας ως βάσης για τη θεμελίωση της χριστιανικής θεολογίας, τη συμμετοχή του στην ομάδα των Τριών Ιεραρχών και Θεολόγων της Ορθόδοξης Χριστιανικής Πίστης (Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος Ναζιανζηνός ή Θεολόγος, Ιωάννης ο Χρυσόστομος), επίσης τη ρητορική δεινότητά του.
Συναισθηματικός οδοδείκτης
«Συναισθηματικόν οδοδείκτη» (για να παραπέμψω και στον Ρίχαρντ Βάγκνερ) που οδηγεί στη συνάντηση του Πλουτάρχου και του Μεγάλου Βασιλείου μέσα στη συγχρονία της έκδοσης, αντιπροσωπεύει η μορφή των παρηγορητικών ή παραμυθητικών επιστολών (παραμυθητικών λόγων) στο πρότυπο ομόλογων, αρχαίων ελληνικών και λατινικών κειμένων.
Το πρώτο μέρος της έκδοσης καταλαμβάνει παραμυθητική επιστολή του Πλουτάρχου προς τη σύζυγό του («Παραμυθητικός προς την γυναίκα») με αφορμή τον θάνατο της διετούς κόρης Τιμοξένας, συνώνυμης της μητέρας της κατά την τιμητική επιλογή του Πλουτάρχου. Ο Πλούταρχος απουσίαζε σε περιοδεία και πληροφορήθηκε τα σχετικά με τον θάνατο της μικρής, όταν πλέον οι διαδικασίες της ταφής είχαν ολοκληρωθεί.
Στην επιστολή προς τη σύζυγό του, ο Πλούταρχος αναφέρεται στο γεγονός του θανάτου ως κοινό τόπο για όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως ηλικίας, δηλώνει ότι κατανοεί τον θρήνο της συζύγου του, καθώς μάλιστα πριν από την Τιμοξένα είχαν πεθάνει δύο από τους τέσσερις μεγαλύτερους υιούς τους – ο Σώκλαρος και ο Χαίρων σε νεαρή ηλικία, αλλά ελπίζει η ταφή να ήταν λιτή και όχι πομπώδης, υποστηρίζει δε ότι το πένθος πρέπει να είναι εσωτερική κατάσταση και όχι κραυγαλέα εξωστρέφεια, όπου ελλοχεύει μεγάλος βαθμός ματαιοδοξίας.
Ο Πλούταρχος πρεσβεύει ότι η ψυχή που πονά, πρέπει να υποστηρίζεται από περιποιημένο σώμα, με περιβολή απλή και όχι πένθιμη.
Ο Πλούταρχος πρεσβεύει ότι η ψυχή που πονά, πρέπει να υποστηρίζεται από περιποιημένο σώμα, με περιβολή απλή και όχι πένθιμη. Με τον τρόπο αυτόν η λύπη αμβλύνεται καθώς διαχέεται μέσα στη γαλήνη του φροντισμένου σώματος, και επομένως δεν υπάρχει φόβος μήπως υπερισχύσει η λύπη και υποβιβασθεί η ανάμνηση.
Κυρίως ο Πλούταρχος τονίζει ότι είναι απαραίτητη η χρήση της λογικής για τη διαχείριση των συναισθημάτων εν γένει, και ειδικότερα των συναισθημάτων που συνδέονται με την απώλεια και με το συνακόλουθο πένθος.Προς επίρρωση της παραμυθητικής επιχειρηματολογίας του, ο Πλούταρχος αξιοποιεί στοιχεία από την Ιλιάδα, από τραγωδίες του Ευριπίδη, από έργα του Πλάτωνα και του ελεγειακού ποιητή Θέογνη.
Μέγας Βασίλειος προς Νεκτάριο
Το δεύτερο μέρος της έκδοσης καταλαμβάνουν δύο παραμυθητικές επιστολές του Μεγάλου Βασιλείου, προς τον φίλο Νεκτάριο («Νεκταρίω παραμυθητική»), μελλοντικό επίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, διάδοχο του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού ή Θεολόγου και προκατόχου του Ιωάννη του Χρυσοστόμου, και προς τη σύζυγο του Νεκταρίου («Προς την ομόζυγον Νεκταρίου παραμυθητική»), με αφορμή τον θάνατο του υιού τους – μοναχοπαίδι σε νεαρή ηλικία, και με παραπομπές μεταξύ άλλων σε ιερά κείμενα καθώς και σε κείμενα του Πλουτάρχου.
Στη δομή των επιστολών αυτών αναγνωρίζεται η υψηλής ποιότητας και παιδαγωγικής αξίας ρητορική του Μεγάλου Βασιλείου, καθώς αναπτύσσει επιχειρηματολογία σχετικά με έννοιες, όπως είναι η φθορά και η θνητότητα ως κοινοί τόποι των ανθρωπίνων καταστάσεων, ο σώφρων λογισμός (η λογική σκέψη) απέναντι στη θλίψη, η φιλανθρωπία του Θεού και η Θεία Πρόνοια, ο διάλογος ανάμεσα στην απώλεια και στον πόνο, ο διάλογος ανάμεσα στη συμφορά και στην υπομονή ή ανάμεσα στη συμφορά και στην παραμυθία.
Οι μεγαλόφωνοι θρήνοι δεν αναιρούν την απώλεια. Η ζωή είναι δάνειο από τον Θεό προς τον άνθρωπο, και ο θάνατος είναι η επιστροφή του δανείου στον Θεό.
Στο πλαίσιο αυτό, εντοπίζονται ειδικότερες απόψεις του Μεγάλου Βασιλείου σχετικά με ζητήματα, όπως: Οι μεγαλόφωνοι θρήνοι δεν αναιρούν την απώλεια. Η ζωή είναι δάνειο από τον Θεό προς τον άνθρωπο, και ο θάνατος είναι η επιστροφή του δανείου στον Θεό. Η ζωή είναι ένα ταξίδι και ο θάνατος είναι μια μεταβολή προς το καλύτερο. Δεν επιτρέπεται μεμψιμοιρία απέναντι στον Θεό ή απέναντι στη μοίρα.
Ο άνθρωπος δεν έχει τις γνώσεις για να ελέγχει την κρίση του Θεού. Δεν υπάρχουν προθεσμίες στη ζωή. Δεν υπάρχει παρηγοριά για την απώλεια, η οποία αντιμετωπίζεται με την προσευχή και με την ελπίδα της ανάστασης, αφού ο θάνατος δεν είναι αφανισμός του ανθρώπου, αλλά προσωρινή διάλυση των επιμέρους στοιχείων που τον συνθέτουν. Τόσο στη φύση όσο και γενικότερα στο σύμπαν συνυπάρχουν ο θάνατος και η αναγέννηση.
Ο σύγχρονος αναγνώστης που είναι εξοικειωμένος με τη συγκριτική πρόσληψη των έργων της διανοίας καθ’ υπέρβαση χωροχρονικών και πολιτισμικών δεδομένων, καθώς ακολουθεί την ανάπτυξη των σημαινομένων μέσα στη συγχρονία της έκδοσης, θα εντοπίσει σημασιολογικές ισοτοπίες-μοτίβα που αποτελούν διαύλους επικοινωνίας ανάμεσα στην επιστολή του Πλουτάρχου και στις επιστολές του Μεγάλου Βασιλείου, όπως: Η σχέση γονέων και τέκνων στη ζωή και στον θάνατο. Η απώλεια καταβάλλει τον άνθρωπο. Η ισχύς της λογικής σκέψης απέναντι στην απώλεια. Το πένθος ως εσωτερική/ατομική κατάσταση. Το ανυπέρβλητο του Θεού και το ανυπέρβλητο της ανθρώπινης μοίρας. Ο θάνατος ως μεταβολή της ζωής προς άλλες καταστάσεις.
Είμαστε αστρόσκονη
Στην τελευταία αυτή ισοτοπία ο σύγχρονος αναγνώστης, ενδεχομένως με «αιρετική» διάθεση αλλά πάντως με λογικούς συνειρμούς υποστηριζόμενους από τα συμφραζόμενα των επιστολών, είναι δυνατόν να εντοπίσει ατραπούς που «προτείνουν» ο Πλούταρχος και ο Μέγας Βασίλειος, ώστε να οδηγηθεί στον Διονύση Σιμόπουλο όταν γράφει ότι:
«Είμαστε, […], αστράνθρωποι που δημιουργήθηκαν από χημικά στοιχεία φτιαγμένα κατά τις θανατηφόρες εκρήξεις υπεργιγάντιων άστρων» και ότι «τα χημικά στοιχεία από τα οποία αποτελούνται τα σώματά μας, όταν πεθάνουμε, θα διασκορπιστούν παντού γύρω μας, ενώ ορισμένα απ’ αυτά θα ενσωματωθούν σε άλλα είδη ζωής» (Διονύσης Π. Σιμόπουλος, Είμαστε αστρόσκονη,/ Σύμπαν, μια ιστορία χωρίς τέλος, Εκδ. Μεταίχμιο)
και κυρίως στον Άλμπερτ Άινσταϊν που «λέει» ότι η μάζα που λείπει/χάνεται, μετατρέπεται σε ενέργεια, όπου αναγνωρίζεται μια ωραία, βολική, ικανοποιητικά λογική και επομένως αποδεκτή (σύμφωνα με τις βιωματικές και γνωστικές αποσκευές καθενός) εξήγηση για το γεγονός του θανάτου, και περαιτέρω μια εκδοχή αθανασίας, αφού εντέλει τίποτα δεν χάνεται.
Παράλληλα, σε συνάρτηση προς αυτά και με ομόλογη διάθεση, ο σύγχρονος αναγνώστης είναι δυνατόν να προσλάβει την έννοια της προσευχής και ως παραμυθητική επίκληση προς τιμαλφή στοιχεία από την ατομική βιοτική περιοχή.
Είναι φανερό ότι η ανά χείρας έκδοση (έστω με ανιχνευόμενα παροράματα) ανταποκρίνεται σε γνωστικές και συναισθηματικές αναζητήσεις του εσωτερικού ανθρώπου, εντός και εκτός κοινωνικού περιβλήματος, σχετικά με το μείζον διφυές σχήμα απώλεια-πένθος, προς ορίζοντες ευρύτερους από τη λεγόμενη κεντρική ιδέα (θάνατος τέκνων) στη σημασιολογική οργάνωση των συγκεκριμένων επιστολών, και επιπλέον καλύπτει ενδιαφέροντα αναγνωστών με αντίληψη διαγνωσιακή (για να παραπέμψω και στον Γιάννη Ξενάκη), σχετικά με έννοιες που προσδιορίζουν την ποιότητα της ατομικής ύπαρξης. Και εδώ ακριβώς εντοπίζονται τεκμήρια προστιθεμένης αξίας.
Την έκδοση, στην οποία η νεοελληνική γλωσσική μορφή συνυπάρχει σε δημιουργική αντίστιξη προς τα πρωτότυπα κείμενα του Πλουτάρχου και του Μεγάλου Βασιλείου, ο Ιωάννης Πλεξίδας ενίσχυσε με επιλεκτικό υποσέλιδο υπομνηματισμό (από τον οποίον πάντως απουσιάζουν πληροφορίες χρήσιμες για την πέραν των ειδικών κοινότητα αναγνωστών, όπως π.χ. σχετικά με τον Λαμπρία, αδελφό του Πλουτάρχου και συνώνυμο του παππού τους), με επιλεκτικά επίσης Ευρετήρια ονομάτων και εννοιών, καθώς και με ενδεικτική Βιβλιογραφία σε μεικτή αλφαβητική σειρά (τα ονόματα των συγγραφέων κατά την ελληνική και την ξένη αλφάβητο σε κοινή σειρά).
Επιπλέον, στα εισαγωγικά κείμενα του Ιωάννη Πλεξίδα αναγνωρίζεται λόγος κριτικός και συγκριτικός, ενισχυμένος με την αμεσότητα της προφορικής επικοινωνίας, που διευκολύνει την προσέγγιση λεπτομερειών σχετικά με την ανάπτυξη σημαινομένων και επομένως συμβάλλει στη δημιουργική πρόσληψη του πρωτογενούς υλικού της έκδοσης.
* Η ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗ είναι διδάκτωρ Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και κριτικός βιβλίου. Τελευταίο της βιβλίο, η μελέτη «Ο δημιουργικός λόγος του Γιώργου Χειμωνά» (εκδ. Παρατηρητής).
Αποσπάσματα από το βιβλίο (στη νεοελληνική απόδοση)
[…] ο καθένας φέρνει το πένθος μέσα του εκούσια. Όταν, όμως, με το πέρασμα του χρόνου το πένθος θρονιαστεί στην ψυχή του ανθρώπου και γίνει σύντροφος και συγκάτοικός του, τότε δεν φεύγει από εκεί, όσο πολύ κι αν θέλει κάποιος να απαλλαγεί απ’ αυτό.
[…]
Έχεις ακούσει πολλές φορές ότι η ευτυχία των ανθρώπων εξαρτάται από ορθούς συλλογισμούς που οδηγούν σε σταθερή διάθεση και ότι τα παιχνίδια της τύχης δεν προκαλούν μεγάλες αλλαγές και συνταρακτικές ανατροπές στη ζωή.
(Πλούταρχος, «Παρηγορητικός λόγος στη γυναίκα»)
Εάν, όμως, θελήσουμε τώρα να χρησιμοποιήσουμε το δώρο που ο Θεός έβαλε μέσα στις καρδιές μας, εννοώ τον σώφρονα λογισμό, και αν του επιτρέψουμε να επαναλαμβάνει διαρκώς σε εμάς τις συμβουλές του, αυτός που γνωρίζει στον καιρό της ευτυχίας να βάζει μέτρο στις ψυχές μας, αλλά και στον καιρό της θλίψης, όταν συμβαίνουν τα πιο αποκαρδιωτικά γεγονότα, ξέρει να υπενθυμίζει σε εμάς τις ανθρώπινες καταστάσεις, τότε ίσως να βρούμε κάποια παρηγοριά και να μετριάσουμε τον πόνο μας.
(Μέγας Βασίλειος, «Παρηγορητική επιστολή στον Νεκτάριο»)
Όταν έγινες μητέρα και είδες το παιδί σου και ευχαριστούσες τον Θεό, γνώριζες, πάντως, ότι είσαι θνητή και ότι γέννησες θνητό. Πού βρίσκεται το παράδοξο, επομένως, στο ότι πέθανε ένας θνητός; Αλλά μας στενοχωρεί το ότι ο θάνατός του ήταν πρόωρος. Είναι όμως αμφίβολο ότι ο θάνατος δεν συνέβη την κατάλληλη εποχή, διότι εμείς, ως άνθρωποι, δεν μπορούμε να επιλέγουμε ό,τι συμφέρει στις ψυχές μας και δεν μπορούμε να βάζουμε προθεσμίες στην ανθρώπινη ζωή.
(Μέγας Βασίλειος, «Παρηγορητική επιστολή στη σύζυγο του Νεκταρίου»)























