baladeur

Ο κύκλος δοκιμίων του Κώστα Κουτσουρέλη «Η πλάνη του Γκαίτε – Για μια κριτική του μεταφραστικού λόγου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μικρή Άρκτος. Κεντρική εικόνα: Ο πίνακας του Johann Heinrich Wilhelm Tischbein με τίτλο “Goethe in der roemischen Campagna” (1786).

Γράφει ο Θεοδόσης Βολκώφ

Θα μου επιτρέψετε να ξεκινήσω με τις καταληκτήριες παρατηρήσεις μιας σύντομης ομιλίας που, λόγω ξαφνικής θερινής νεροποντής, ποτέ δεν εκφωνήθηκε. Αναφερόμενος λοιπόν στα δύο προηγούμενα δοκιμιακά έργα του Κώστα Κουτσουρέλη, που αμφότερα κυκλοφόρησαν από τη Μικρή Άρκτο, σημείωνα τα εξής:

«[Θεωρώ δε ότι] αν [η «Τέχνη που αυτοκτονεί» και το «Τι είναι και τι δεν είναι η ποίηση»] μεταφράζονταν στην αγγλική θα προξενούσαν εντύπωση εξαιρετική και θα χαιρετίζονταν ως εφάμιλλα ή και ανώτερα πολλών ονομαστών και πολυσυζητημένων αγγλόφωνων κειμένων που πραγματεύονται τα εν λόγω ζητήματα. Και μολονότι ο σκληρός πυρήνας της σχετικής προβληματικής με τα δύο ετούτα βιβλία έχει καλυφθεί σφαιρικότατα, πάντα υπάρχει χώρος για κάποια καινούργια προσθήκη. Δεν λείπουν τα επιμέρους ζητήματα που μένει να θιγούν ή και να επαναθιγούν. Καθώς τυχαίνει να γνωρίζω και άλλα δοκίμια του συγγραφέα με τον ίδιο ή συναφή προσανατολισμό, κείμενα που αξίζει να τύχουν της ίδιας προσοχής, εύχομαι ν’ απαρτίσουν κι εκείνα βιβλίο ώστε η διλογία να γίνει τριλογία και το καλό σύντομα να τριτώσει».

Ενάμιση περίπου χρόνο μετά, ήρθε η πραγμάτωση εκείνης της ευχής, η ευόδωση μιας αναγνωστικής προσδοκίας. Χάρη στην άρτια τυποτεχνική φροντίδα του Παρασκευά Καρασούλου, που σοφά πράττοντας ενέταξε και την «Πλάνη του Γκαίτε» στο εκδοτικό πρόγραμμα της Μικρής Άρκτου, η τριλογία του φίλου Κώστα Κουτσουρέλη είναι γεγονός. Αυτό, στα δικά μου τουλάχιστον μάτια, δίνει στην αποψινή μάζωξη κι έναν χαρακτήρα σχεδόν εορταστικό. Αντί της μετάφρασης λοιπόν των δύο προηγούμενων βιβλίων στην οποία ακόμη επιμένω, έχουμε κάτι που είναι ίσως ακόμη καλύτερο, δηλαδή ουσιαστικά επωφελέστερο – τουλάχιστον για τον Έλληνα αναγνώστη. Όχι ένα βιβλίο μεταφρασμένο αλλά ένα καινούργιο βιβλίο περί μετάφρασης, μικρό μα μεστό, με κείμενα στιβαρά και συνάμα νευρώδη, από αυτά στα οποία η πένα του Κώστα Κουτσουρέλη μάς έχει συνηθίσει.

Σε αυτό εξετάζονται τόσο οι βασικότερες πτυχές της καθημερινής μεταφραστικής πράξης όπως αυτή ασκείται από την πολυπληθέστατη σήμερα κοινότητα των μεταφραστών...

Σε αυτό εξετάζονται τόσο οι βασικότερες πτυχές της καθημερινής μεταφραστικής πράξης όπως αυτή ασκείται από την πολυπληθέστατη σήμερα κοινότητα των μεταφραστών (Ελλήνων κατά βάση που ειδικότερα μας απασχολούν αλλά όχι μόνο) όσο και οι κυρίαρχες θεωρίες που την υποβαστάζουν αλλά και τα ποικίλα ιδεολογήματα που κατά το μάλλον ή ήττον την παρακολουθούν. Με απλά λόγια: ο συγγραφέας, συνεχίζοντας στον δρόμο που χάραξε με τα δύο προηγούμενα βιβλία του, όπου μ’ έναν λόγο κριτικό και θεωρητικό θέλησε να μας εκθέσει τι είναι και τι δεν είναι η ποίηση αλλά και ποια η τρέχουσα συνθήκη της, στο παρόν βιβλίο φιλοδοξεί να μας περιγράψει το σύγχρονο μεταφραστικό τοπίο και παράλληλα να μας πει τι τελικά είναι και τι δεν είναι η λογοτεχνική κατά βάση μετάφραση.

Και το τι είναι κάτι, οτιδήποτε κι αν είναι αυτό, φαίνεται καθαρά μόνον από τι κάνει, όχι από το τι διατείνεται ούτε από το τι πιστεύει ή νομίζει πως είναι. Οι καρποί, το αποτέλεσμα της πράξης είναι και εδώ το μόνο που μετράει, όχι οι προθέσεις και οι διακηρύξεις. Επιγραμματικά διατυπωμένο: Το ποιείν κάνει το είναι. Το ποιείν μάλιστα κάνει και το ποίημα και τον ποιητή. Ομοίως, το μεταφράζειν κάνει τον μεταφραστή και το μετάφρασμα.

Αλλά γιατί η μετάφραση; Ακριβέστερα και πιο συγκεκριμένα γιατί μετά την ποιητική (όπως αυτή εξετέθη στους δύο προγενέστερους τόμους) η μεταφραστική; Η μεν πρώτη ασχολείται εξάλλου με την πρωτότυπη δημιουργία. Ποιος ο λόγος της θεωρητικής ενασχόλησης με τη δευτερογενή και μοιραία ετερόφωτη αυτή εργασία που είναι η μετάφραση; Και –κατά την πλατωνικής εμπνεύσεως φράση του ποιητή Γιώργου Κεντρωτή, που τυγχάνει ο ίδιος δεινός και ακαταπόνητος μεταφραστής αλλά και μεταφρασεολόγος– προς τι η ατέρμονη συζήτηση γύρω από τη «φαύλη», δηλονότι τη μικρή αυτή τέχνη;

Την απάντηση μάς τη δίνει παλαιόθεν ένα πασίγνωστο ποιητικό κείμενο, ένα διάσημο μετάφρασμα για την ακρίβεια.

«Καὶ ἦν πᾶσα ἡ γῆ χεῖλος ἕν, καὶ φωνὴ μία πᾶσι. […] δεῦτε καὶ καταβάντες συγχέωμεν αὐτῶν ἐκεῖ τὴν γλῶσσαν, ἵνα μὴ ἀκούσωσιν ἕκαστος τὴν φωνὴν τοῦ πλησίον». [Γένεσις, Κεφάλαιον ΙΑ΄]

Μετάφραση ή παράφραση, μεταγραφή ή μεταφορά, μετάπλαση ή ανάπλαση, μεταγλώττιση ή μεθερμήνευση, απόδοση ή διερμηνεία, διασκευή ή και αντιγραφή κάποτε («Αντιγραφές» επέγραψε μια συναγωγή μεταφρασμάτων του ο Σεφέρης), όπως και να την αποκαλέσουμε μετατοπίζοντας το σημασιολογικό κέντρο ανάλογα με τα συμφραζόμενα, στον μεταβαβελικό μας κόσμο, η μετάφραση είναι τέχνη μικρή ίσως αλλά απαραίτητη – χωρίς κανένα ίσως. Τέχνη αναγκαία, τουτέστιν υποχρεωτική και αναπόφευκτη. Αναγκαία για τη συμβίωση και ως εκ τούτου την επιβίωσή μας τη συλλογική. Αναγκαίος λοιπόν και ο λόγος γι’ αυτήν και ασφαλώς καλόδεχτος ο στοχασμός και ο αναστοχασμός στον βαθμό που δεν πληθύνουν απλώς τη σχετική βιβλιογραφία, αλλά λαγαρίζουν τις έννοιες και εντέλει προάγουν την ίδια την πράξη.

Ο δυτικός πολιτισμός είναι θεμελιωμένος εξολοκλήρου πάνω σε μεταφράσεις. Αιμοδοτείται μάλιστα μέχρι σήμερα από τρεις πρωταρχικές και αστείρευτες πηγές που δεν έχουν πάψει να δίνουν καινούργια μεταφράσματα μέχρι τις μέρες μας: την αρχαιοελληνική, τη λατινική και τη βιβλική γραμματεία.

Το τι θα ήταν ο κόσμος μας χωρίς τη μετάφραση δεν είναι δύσκολο να το φανταστούμε: Δεν θα ήταν. Ένα και μόνο παράδειγμα αρκεί. Ο δυτικός πολιτισμός είναι θεμελιωμένος εξολοκλήρου πάνω σε μεταφράσεις. Αιμοδοτείται μάλιστα μέχρι σήμερα από τρεις πρωταρχικές και αστείρευτες πηγές που δεν έχουν πάψει να δίνουν καινούργια μεταφράσματα μέχρι τις μέρες μας: την αρχαιοελληνική, τη λατινική και τη βιβλική γραμματεία. Αν το καλοσκεφτούμε, η ίδια η Αγία Γραφή δεν είναι παρά μια τρισένδοξη μεταγραφή. Ορθότερα, μια μακρά σειρά ηρωικών μεταγραφών: η μετάφραση των Εβδομήκοντα, η Βουλγκάτα του αγίου Ιερώνυμου, η αγγλική Βίβλος του βασιλέως Ιακώβου και η γερμανική του Λούθηρου, για να σταθούμε μόνο στις πιο ξακουστές. Οι μεταφράσεις αυτές δεν επέδρασαν απλώς καταλυτικά στις κατά τόπους γλωσσικές κοινότητες και στις εθνικές λογοτεχνίες. Λειτούργησαν και εξακολουθούν να λειτουργούν μέχρι τις μέρες μας ως κείμενα καταστατικά. Έκαναν τη Δύση και στις δύο μεριές του Ατλαντικού αυτό που είναι. Πρόκειται δηλαδή για δυνάμεις ιστορικές, κοσμογονικές μάλιστα με όλη τη σημασία της λέξης.

Πράγμα που μας φέρνει στο πρώτο, το τιτλώνυμο δοκίμιο του βιβλίου, όπου η μετάφραση αποκαθηλώνεται από τον ψευδεπίγραφο ουρανό ενός αφαιματωμένου ιδεώδους για να αποδοθεί στην άτεγκτη ιστορική πραγματικότητα όπου και ανήκει. Διαβάζουμε:

«Μετάφραση ίσον γλώσσα και γλώσσα ίσον συλλογικά ιστορικά υποκείμενα με συμφέροντα διακριτά, συχνά και αντιμαχόμενα. Η ιδέα του ισότιμου διαλόγου των γλωσσών, η υπόθεση λ.χ. ότι ο Έλληνας και ο Αμερικανός συγγραφέας ξεκινούν από την ίδια αφετηρία, δεν είναι απλώς εξωπραγματική – είναι ανόητη. Όπως μεταξύ κρατών το ισχυρότερο προελάυνει και το ασθενέστερο υποχωρεί, έτσι και οι εθνικές λογοτεχνίες και γλώσσες μόνο στα ευχολόγια συνυπάρχουν αρμονικά».

Ο φιλοπόλεμος Ηλίας Πετρόπουλος το λέει ακόμη ωμότερα.

«Στη χώρα μας, καθώς σ’ όλες τις μικρές χώρες, μεταφράζονται κάθε λογής βιβλία προερχόμενα κυρίως από τις περιοχές των διεθνών γλωσσών (: αγγλικά / σπανιόλικα / γαλλικά / ιταλικά / γερμανικά). Πίσω απ’ αυτήν την αθώα βιτρίνα κρύβεται ένας λυσσαλέος ιμπεριαλιστικός και νεοϊμπεριαλιστικός αγώνας. Το βιβλίο (δηλαδή, η γλώσσα) προπορεύεται. Ακολουθεί το ξένο εμπόρευμα και, καμιά φορά, ο στρατός κατοχής».

Πριν καν εκπνεύσει ο μεγάλος 19ος αιώνας πολλές από τις ελπίδες που έτρεφε στις αρχές του, με κυριότερη ίσως τη λατρεία της προόδου, είχαν κιόλας διαψευστεί. Μία από αυτές, διόλου ασήμαντη, η παγκόσμια λογοτεχνία όπως την οραματίστηκε ο Γκαίτε. Ένα ιδεώδες σύμφωνα με το οποίο ο λογοτεχνικός πρωτανθός κάθε γλώσσας χάρη στην ενοποιητική ιστορική διαδικασία που είχε ξεκινήσει με την πύκνωση των συναλλαγών και της επικοινωνίας των εθνών –και άρα χάρη στις μεταφράσεις– θα γινόταν προσιτός σε όλους, εδραιώνοντας μια για πάντα τον υψηλό και απρόσκοπτο διάλογο των ευγενέστερων πνευμάτων της οικουμένης και συντελώντας στην εξύψωση της ίδιας της ζωής ολόκληρης της ανθρωπότητας. Ζώντας στην καρδιά της Ευρώπης, που τότε ακόμη ήταν ο νους και η ατμομηχανή της παγκόσμιας Ιστορίας, και όντας ο μέγας της Γερμανίας κλασικός, ο σοφός μυστικοσύμβουλος της Βαϊμάρης μιλούσε βέβαια από γλωσσική –και όχι μόνον– θέση ισχύος.

Ο δικός μας ισότιμός του κλασικός, ο Παλαμάς από την άλλη, «ποιητής του καιρού του και του γένους του» καθώς έλεγε εμφατικά, επεσήμαινε το προφανές: «Η ποίηση είναι η εθνικότερη των τεχνών». Στην κατεύθυνση αυτή, ο Κώστας Κουτσουρέλης υπερθεματίζει. Η παγκόσμια λογοτεχνία δεν υπάρχει, μας λέει, και δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει. Υπάρχουν μόνον εθνικές λογοτεχνίες, ριζωμένες στον τόπο και στη γλώσσα τους. Ο ορίζοντάς μας –για να είναι δημιουργικό ένα υποκείμενο, όπως μας έδειξε υπέροχα σ’ ένα λαμπρό νεανικό του δοκίμιο ο Νίτσε με τίτλο Το επωφελές και το επιβλαβές της Ιστορίας για τη ζωή– φτάνει μέχρι τινός, δεν είναι απεριόριστος, και μόνο εντός ενός κλειστού κύκλου, όσο ευρύς, δηλονότι ξεχνώντας το άλλο και το ξένο, μπορούμε να είμαστε αυθεντικά δημιουργικοί.

«Γιατί υπάρχει πάντα κάτι το αναφομοίωτο, το απόλυτα ξένο στα αλλότρια – κάτι που αν θες να μείνεις ο εαυτός σου κι όχι ένα σκάρτο είδωλο, δεν γίνεται να το κοπιάρεις ατιμωρητί». 

Το μέλλον που οραματιζόταν ο ποιητής του Φάουστ δεν ήρθε ποτέ. Η μαζική λογοτεχνία του καιρού μας δεν είναι η παγκόσμια λογοτεχνία του Γκαίτε. Ωσαύτως, η παγκοσμιοποίηση της ισοπεδωτικής ομοιομορφίας και ομοιογλωσσίας δεν αποτελεί συνώνυμο της οικουμενικότητας. Είμαστε βέβαιοι σήμερα ότι αυτό που ξεπερνά τα όποια εθνικά σύνορα κάθε χώρας, μικρής ή μεγάλης, συνιστά το απαύγασμα της λογοτεχνικής της αρετής; Όταν η επιτυχία εν πολλοίς κατασκευάζεται από τη διαφήμιση, όταν η φήμη εδραιώνεται από τους μηχανισμούς ενός θηριώδους μάρκετινγκ, όταν αυτή τούτη η πάλαι ποτέ «λογοτεχνική αθανασία» στην οποία προσέβλεπαν οι προνεωτερικοί συγγραφείς κανονίζεται από την πολιτιστική βιομηχανία, και οι λιγοστές θέσεις στο σύγχρονο πάνθεον προκαταλαμβάνονται από τα χαϊδεμένα παιδιά των διαφημιστών και των μάνατζερ, και επιπλέον όταν η κριτική έχει συρρικνωθεί ή πλήρως καταρρεύσει, είμαστε σίγουροι ότι τα όντως άριστα έργα είναι και αυτά που σταδιοδρομούν στις αγορές του κόσμου;

Γι’ αυτό και αμέσως παρακάτω, ο Κώστας Κουτσουρέλης παραθέτει τον «φρικτό», όπως τον αποκαλεί, κανόνα του περιώνυμου Δανού κριτικού Γκέοργκ Μπράντες. Έναν κανόνα που υπό τις παρούσες συνθήκες αγγίζει τη σιδηρά καθολικότητα του νόμου.

«Είναι κατάρα για έναν συγγραφέα να είναι γεννημένος σε μικρή χώρα. Πιο εύκολα κερδίζει την καθολική αναγνώριση το τριτοκλασάτο ταλέντο που γράφει σε παγκόσμια γλώσσα, παρά το ανώτερο πνεύμα που εξαρτάται από τις μεταφράσεις».

Να σημειώσουμε μάλιστα, όπως μας θύμισε σ’ ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον και εμπεριστατωμένο μελέτημα η κυρία Μαρία Σεχοπούλου, πως ο ίδιος ο Μπράντες, όταν πριν από εκατό ακριβώς χρόνια, το 1922, επισκέφθηκε ογδοηκοντούτης την Αθήνα, εξέφρασε το παράπονο ότι κανένα από τα έργα του δεν είχε μεταφραστεί στα ελληνικά. Χρειάστηκε να μεσολαβήσει η επίσκεψή του στην Ελλάδα και η εκτενής δημοσιογραφική κάλυψη του γεγονότος από ονομαστές γραφίδες της εποχής για να μεταφραστούν, μόλις τον επόμενο χρόνο, η πρωτοποριακή για την εποχή της μελέτη του για τον Νίτσε και λίγα χρόνια αργότερα το φημισμένο βιβλίο του για τον Ίψεν. Βλέπουμε λοιπόν και εδώ πόσο καταλυτικό ρόλο για τη μετάφραση και τη διάδοση ενός έργου παίζουν οι συγκυρίες, παράγοντες δηλαδή ολωσδιόλου εξωλογοτεχνικοί, που ουδεμία σχέση έχουν με την καθαυτό αισθητική του αξία.

Φυσικά και ο Μπράντες δεν διεκδικούσε δάφνες πρωτοτυπίας με τα παραπάνω. Ο άνθρωπος έλεγε το απολύτως προφανές που όμως, παρά την κραυγαλέα του προφάνεια, δυστυχώς, υπερβολικά πολλές φορές δεν είναι πασιφανές. Τουναντίον, για πλείστους όσους λόγους που δεν θα θίξουμε εδώ, συχνότατα καταδικάζεται στην αφάνεια εν μέσω κοινής θέας. Τα ίδια πάνω κάτω έλεγε και ο δικός μας, λιγόλογος μα πάντα καίριος, Γρυπάρης.

«Η λυρική μας ποίηση ημπορεί να σταθή άφοβα πλάι σε οποιαδήποτε σύγχρονη ευρωπαϊκή ποίηση. Δύσκολα, όμως, φαντάζομαι, πως ένας ποιητής, έστω και ο ανώτερος όλων, ημπορεί να αναγνωρισθή παγκοσμίως και με τον τρόπο που αναγνωρίζεται ένας ισάξιός του Ευρωπαίος συνάδελφος, ένας Ιταλός έξαφνα, η Σκανδιναυός και να πολιτογραφηθή εις το διεθνές Πάνθεον της Ποιήσεως. Και τούτο, φυσικά, διά τον λόγον της μικράς διαδόσεως της γλώσσης μας».

Ένα άλλο σημείο στο οποίο στέκεται ο Κώστας Κουτσουρέλης, παραθέτοντας μάλιστα και αριθμητικά τεκμήρια, είναι το εν Ελλάδι μεταφραστικό τοπίο, τέτοιο που διαμορφώθηκε δεκαετίες τώρα και όπως δείχνει να έχει παγιώσει τη δυναμική του. Το μεταφραστικό εθνικό μας ισοζύγιο είναι όπως και το εμπορικό: χρονίως παθητικό. Και ό,τι ισχύει για την Ελλάδα ισχύει λίγο πολύ για όλες τις χώρες που η γλώσσα τους ανήκει στις λεγόμενες ελάσσονες ή λίγο διαδεδομένες.

Λίγο παραπάνω σημειώνει:

«Σχεδόν το ένα στα δύο βιβλία που εκδίδονται στις μέρες μας στα ελληνικά είναι μετάφραση, και απ’ αυτά, τα δύο τρίτα προέρχονται από μία και μόνο γλώσσα, τα αγγλικά».

Και όμως αυτή η ιλιγγιώδης μεταφραστική πλημμυρίδα που κατακλύζει το ελληνικό εκδοτικό τοπίο και θα έπρεπε να μας θορυβεί αντί να τη θεωρούμε κάτι το φυσικό και υγιές όχι μόνο δεν θεραπεύει τη «φιλολογική απορία του έθνους», κατά τη φράση του Ιακώβου Πολυλά όπως σημειώνει ο συγγραφέας, αλλά ούτε καν μας γνωρίζει, τουλάχιστον σε βαθμό επαρκή, την αγγλόφωνη λογοτεχνία από την οποία και η πλειονότητα των μεταφράσεων σήμερα. Και τούτο γιατί δεν ανταποκρίνεται σε καμία αληθινή παιδευτική ανάγκη. Αντ’ αυτού ακολουθεί τυφλά τις τρέχουσες επιταγές τις βιβλιεμπορίας που δουλεύει και αυτή παράγοντας μαζικές υστερίες και πριμοδοτώντας συρμούς. Η προμοντερνιστική αγγλική ποίηση π.χ., όλοι οι μεγάλοι του ρομαντισμού και της βικτωριανής εποχής ποιητές, για να περιοριστούμε σ’ ένα μόλις και χρονικά κοντινό μας παράδειγμα, παραμένουν ουσιαστικά άγνωστοι.

Απλώστε αυτό το σχήμα στον χώρο και στον χρόνο και θα δείτε τα θηριώδη κενά της λογοτεχνικής μας ενημέρωσης για την οποία πολλοί σεμνύνονται. Άπαντες, ακόμη και οι μανιωδέστεροι φιλανάγνωστες εξ ημών, δεν γνωρίζουμε παρά ένα απειροελάχιστο κλάσμα της παγκόσμιας λογοτεχνικής παραγωγής. Όταν λοιπόν κάποιος ισχυρίζεται ότι είναι λογοτεχνικά ενήμερος, θα πρέπει να εξετάσουμε τι ακριβώς εννοεί χρησιμοποιώντας τον όρο. Η χαώδης διάσταση βιβλιαγοράς και λογοτεχνίας –η οποία λόγω του εξαμερικανισμού και της αγοράς αυτής καθ’ αυτήν αλλά και της πολιτισμικής ζωής εν γένει όλο βαθαίνει και διευρύνεται– θα έπρεπε εδώ και χρόνια να έχει γίνει κοινή συνείδηση, και πάντως είναι ασυγχώρητη αφέλεια να θεωρούμε ότι αυτές οι δύο ταυτίζονται.

Για την πληθώρα των κορυφαίων έργων του λόγου κάθε εποχής και τόπου που παραμένουν σκανδαλωδώς αμετάφραστα, τη στιγμή που μεταφράζονται στα ελληνικά ένα σωρό βιβλία του συρμού, σ’ ένα του άρθρο ο συγγραφέας κάνει μια δομημένη και άκρως ρεαλιστική πρόταση...

Για την πληθώρα των κορυφαίων έργων του λόγου κάθε εποχής και τόπου που παραμένουν σκανδαλωδώς αμετάφραστα, τη στιγμή που μεταφράζονται στα ελληνικά ένα σωρό βιβλία του συρμού, σ’ ένα του άρθρο ο συγγραφέας κάνει μια δομημένη και άκρως ρεαλιστική πρόταση (βλ. «Για την υπέρβαση της μεταφραστικής μας απορίας»). Για κάτι τέτοιο βέβαια προϋποτίθεται μια βαθιά μεταστροφή τόσο της ίδιας της πολιτείας και ορισμένων εκ των κορυφαίων θεσμικών της οργάνων όσο και της ίδιας της μεταφραστικής κοινότητας. Αντί να ικανοποιούμαστε όλοι με το να είμαστε σχολιαστές σχολίων, αν θέλουμε να υπηρετήσουμε πράγματι την παιδεία του τόπου, θα έπρεπε να αντιταχθούμε εμπράκτως στην καθολική σχολιαστική κουλτούρα που έχει εμπεδωθεί εδώ και πολλές δεκαετίες και να επιδοθούμε στην εκπόνηση έργων υποδομής. Τούτο βέβαια είναι ένα μείζον ερώτημα, καθώς τα έργα υποδομής είναι αυτά ακριβώς που λείπουν και στη δική μας λογοτεχνία. Πόσες κριτικές εκδόσεις απάντων διαθέτουμε για τους δικούς μας κλασικούς; Και δεν αναφέρομαι φυσικά μόνο στους αρχαίους, αλλά και στους εντελώς νεότερους συγγραφείς μας, των τελευταίων δύο αιώνων.

Θίγονται βέβαια και άλλα σημαντικά ζητήματα, πρακτικά και διόλου αμελητέα, όπως οι γλίσχρες αμοιβές των Ελλήνων μεταφραστών, οι οποίες εντούτοις είναι καλύτερες από αυτές των Ελλήνων συγγραφέων (ζήτημα βέβαια που πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με τη γενική απαξίωση της εργασίας στην Ελλάδα), καθώς και άλλα πολλά και κυρίως οξύτατα, όπως η εμμονική, ανιστόρητη και εντέλει άκριτη ταύτιση της μεταφραστικής κριτικής ειδικά και κατ’ επέκτασιν της κριτικής εν γένει με τη λαθοθηρία (Βλ. «Λαθοθηρία και επιστημοφάνεια»). Κι ο συγγραφέας έχει φυσικά δίκιο να καταφέρεται ενάντια στη μικρόνοια των επίμονων λαθοθήρων, οι οποίοι κατά βάσιν αναλώνονται στην περιπτωσιολογία και σπανίως εποπτεύουν την πλήρη εικόνα του εκάστοτε μεταφράσματος. Γιατί πραγματικά πιστή μετάφραση δεν είναι η κατά λέξη μετάφραση.

Ένα τρανταχτό παράδειγμα μόνο, παρμένο κι αυτό απ’ το βιβλίο. Γράφει ο Κώστας Κουτσουρέλης:

«Κατά τη λαθοθηρία μας πάλι, το ότι ο ίδιος μεταφραστής [ο Σεφέρης] απoδίδει τον τίτλο “Murder in the Cathedral” ως Φονικό στην εκκλησιά είναι ολίσθημα καραμπινάτο, βγάζει μάτι».

Από πραγματολογικής άποψης, ο Σεφέρης δείχνει ν’ αστοχεί εκεί που κι ένας πρωτόπειρος μεταφραστής θ’ απέδιδε ορθά. Διότι «Cathedral» δεν είναι βέβαια η «εκκλησιά», αλλά ο μεγάλος καθεδρικός, ο μητροπολιτικός ναός, η καθεδράλη. Διαλέγετε και παίρνετε. Κι όμως. Από την άποψη της ποιητικής ουσίας, που είναι και το μόνο που μετράει, ο Σεφέρης δεν έχει απλώς δίκιο – έχει όλα τα δίκια με το μέρος του. Ας δούμε γιατί. Το «Murder in the Cathedral» στ’ αφτιά του αγγλόφωνου ομιλητή αντηχεί ως άγγελμα και έγκλημα τρομερό. Ένας φόνος στον οίκο του Θεού –και μάλιστα όχι σ’ έναν οποιονδήποτε ναό ή ναΰδριο αλλά στην καρδιά της επισκοπικής έδρας– δεν είναι απλά συνώνυμο της φρίκης, είναι η εισβολή του κακού στο κέντρο της χριστιανικής ζωής και κοινότητας, που σχεδόν ισοδυναμεί με την κατάργησή της. Κάτω απ’ τις πελώριες οξυκόρυφες καμάρες, όπου το φως παίζει διαρκώς με το σκοτάδι και ο ίδιος ο χώρος –μαζί με την ψυχή του πιστού που αναπέμπει ψαλμούς και προσευχές– μοιάζει να εξαϋλώνεται τείνοντας στο άπειρο, ο φόνος –που τόσο βίαια καταλύει τούτη την κατακόρυφη πορεία και κηλιδώνει μ’ αίμα τ’ άγια των αγίων– είναι έγκλημα καθοσιώσεως.

Τέτοιες παραστάσεις όμως –των χειροποίητων βουνών από λαξευμένη πέτρα, με τις λαβυρινθώδεις στοές και τις εντυπωσιακές υαλογραφίες, τον λαό των αγαλμάτων, τις τερατόμορφες υδρορροές και τα κωδωνοστάσια που ορθώνονται σαν καστρόπυργοι– ο Έλληνας αναγνώστης δεν έχει. Οι δικοί μας λατρευτικοί χώροι, ακόμη και οι επιβλητικότεροι και πλέον ογκηροί, διαφέρουν ολότελα απ’ τους γιγάντιους καθεδρικούς των βορειοευρωπαίων. Προκειμένου ν’ ανακαλέσει και να προκαλέσει την ομόλογη φρίκη στον αναγνώστη του, αυτήν δηλαδή που και ο αναγνώστης του πρωτοτύπου βιώνει, ιδίως δε όταν τυχαίνει να είναι και φυσικός ομιλητής της αγγλικής, ο Σεφέρης ξέρει ότι πρέπει να θυσιάσει το «κατά λέξη» χάριν του «κατ’ ουσίαν». Καλείται λοιπόν να βρει την αντιστοιχία εκείνη στην οποία ο Έλληνας μπορεί βιωματικά ν’ ακουμπήσει και άρα να συγκλονιστεί. Μα για τους λόγους που μόλις σημειώσαμε, εμείς αδυνατούμε ν’ αποθέσουμε εύκολα θερμό βίωμα στον καθεδρικό ναό που μας φαίνεται σαν κάτι το απόμακρο και ξένο.

Η πραγματολογική αυτή γνώση πρέπει ν’ αποτιμηθεί και να αξιοποιηθεί κατάλληλα προκειμένου να οδηγήσει σε μια τολμηρή μεταφραστική απόφαση που θα μας οικειώσει με το ανοίκειο και θα κάνει δικό μας το αλλότριο. Ο Σεφέρης μετασκευάζει θαρραλέα τον καθεδρικό σε «εκκλησιά», ούτε καν σε εκκλησία, διότι ακριβώς την οξύτονη εκκλησιά νιώθει ολοδική του ο Έλληνας πιστός, και επιπλέον τον «επισημότερο» φόνο τον κάνει φονικό, διότι στην προκειμένη περίπτωση το ουδέτερο γένος είναι αυτό που συνδηλώνει το άκρον άωτον της αγριότητας, υποβάλλει την εικόνα της σφαγής και, τελικά, φωνάζει τη φρίκη. Ο μεταφραστής δεν διστάζει και δικαιώνεται. Το «Φόνος (ή Δολοφονία) στον καθεδρικό ναό» είναι μεν ακριβές πλην όμως θυμίζει πηχυαίο τίτλο εφημερίδας, γιγαντότιτλο παρμένο απ’ το αστυνομικό δελτίο. Το «Φονικό στην εκκλησιά» στάζει αίμα. O Σεφέρης δείχνει στους ψιλολόγους επικριτές του, και μάλιστα εμπράκτως, ότι για την απόδοση ενός κειμένου και δη ποιητικού δεν μεταφράζουμε απλώς λέξεις ακολουθώντας κάποιον άνωθεν τυφλοσούρτη ούτε ξεπατικώνουμε ερμηνεύματα με τη μύτη χωμένη στα λεξικά.

Στον μεγάλο πλανημένο του προκείμενου βιβλίου πάντως, στον Γκαίτε, που όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας μετέφρασε κείμενα ούτε λίγο ούτε πολύ από δεκαεφτά γλώσσες, συμπεριλαμβανομένων των νέων ελληνικών, κοντά στα όσα σημαντικά μάς κληροδότησε, οφείλουμε και μιαν αλησμόνητη εικόνα, όπου συλλαμβάνουμε τον μεταφραστή πάνω στο έργο.

Αυτά τα λίγα παρενθετικά και εξ αφορμής της μεταφραστικής λαθοθηρίας που καίρια επισημαίνει ο Κώστας Κουτσουρέλης στο βιβλίο του. Εκεί, καθώς το είπαμε κιόλας, θίγονται ζητήματα κρίσιμα και ανασκευάζονται πλάνες διαδεδομένες, στο πνεύμα πάντα και των άλλων δύο τόμων της τριλογίας. Στον μεγάλο πλανημένο του προκείμενου βιβλίου πάντως, στον Γκαίτε, που όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας μετέφρασε κείμενα ούτε λίγο ούτε πολύ από δεκαεφτά γλώσσες, συμπεριλαμβανομένων των νέων ελληνικών, κοντά στα όσα σημαντικά μάς κληροδότησε, οφείλουμε και μιαν αλησμόνητη εικόνα, όπου συλλαμβάνουμε τον μεταφραστή πάνω στο έργο. Πρόκειται για τη σκηνή στο σπουδαστήριο του Φάουστ. Εκεί ο σοφός δόκτορας προσπαθεί να μεταφέρει «στ’ αγαπημένα του Γερμανικά», δηλαδή στον κόσμο του, την αρχή του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου. Στην προσπάθειά του ν’ αποδώσει με ακρίβεια το πρωτότυπο, τον βλέπουμε να μεταφράζει διαδοχικά τον αρχαιοελληνικό πολυσθενή Λόγο ως «Λέξη», «Νου», «Δύναμη» και, τέλος, «Πράξη».

Μες στο Ευαγγέλιο λάμπει αλήθεια ζωντανή,
χαρά σ’ αυτόν που τη γυρέψει και τη βρει.
Το κείμενό του τώρα ν’ ανοίξω λαχταρώ
το άγιο, πρωτότυπο γραφτό να πιάσω,
το γράμμα και το πνεύμα το ιερό
στ’ αγαπημένα μου γερμανικά να μεταφράσω.
Γράφει: «Εν αρχή ην ο λόγος»· όμως πριν αρχίσω
εδώ σκοντάβω, πώς μπορώ να προχωρήσω;
Το Λόγο-λέξη αρχή να τον νομίσω δεν μπορώ,
το νόημά του το σωστό πρέπει να βρω,
«ο Νους ήτανε πρώτα», μα η πένα ας μη βιασθεί.
Ο Νους ενέργεια είναι, ο Νους δημιουργεί.
Να γράψω πρέπει: «Η Δύναμη ήταν πρώτα»·
κι όμως ούτε κι αυτό το βρίσκω εγώ σωστό,
καθώς το πνεύμα ρίχνει επάνω του τα φώτα,
η πένα ας γράψει θαρρετά τ’ αληθινό:
«Η Πράξη ήτανε πρώτα».

Εδώ δεν διεκτραγωδούνται ασφαλώς οι αγωνίες και οι αγώνες, τα πολλά βάσανα και οι ποικίλες απογοητεύσεις των μεταφραστών, όπως συχνά και με ικανές δόσεις ναρκισσιστικής αυταρέσκειας γίνεται σήμερα όποτε η συζήτηση γυρίζει στη μετάφραση και τον λόγο παίρνουν οι ίδιοι οι μεταφραστές, αλλά δείχνεται με απόλυτη ενάργεια, σε λίγους μόλις στίχους και χάρη στην ιδιοφυή ποιητική σκηνοθεσία, αυτή τούτη η ουσία της μεταφραστικής εργασίας: ανάγνωση και ανάπλαση, διάκριση και διερμηνεία, θεωρία βέβαια και ασφαλώς πράξη, πράξη πάνω απ’ όλα – «η μόνη αληθινή γιορτή για τον άντρα» όπως σημειώνει σ’ άλλο ποίημά του ο Γκαίτε και μας θύμισε στην ανάλυση της σκηνής ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος. [βλ. Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, Ο Φάουστ του Γκαίτε, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 2003]

mikri arktos koutsourelisΟ ποιητής είναι άνθρωπος πρακτικός, έγραφε ο Γιώργος Σεφέρης. «Πράξεις» χαρακτήριζε τα βιβλία του ο Ηλίας Λάγιος και «συμπράξεις» όσα συνυπέγραφε με ομοτέχνους του. Πρακτικός άνθρωπος είναι και ο μεταφραστής, συμπληρώνει ο Κώστας Κουτσουρέλης. Καλείται κάθε ώρα και στιγμή να επιλύσει πολύ συγκεκριμένα προβλήματα που δεν υπακούν στις αμφίβολες συνταγές μιας αφ’ υψηλού θεωρίας. Το έργο γεννά τους κανόνες, και όχι οι κανόνες το έργο. Κάθε Ποιητική, και από τον κανόνα δεν ξεφεύγει εκείνη του μεταφρασμένου λόγου, έχει υστερογενή και γι’ αυτό δευτερεύοντα ρόλο. Επιθυμίες εκλογικεύει, δεν καθοδηγεί σκοπούς. Όταν δεν συνιστά απολογία προθέσεων, απλώς ερμηνεύει ένα ήδη κατορθωμένο έργο.

Με μια φράση, ο ποιητής πρώτα και κύρια, κι από κοντά ο μεταφραστής του, είναι ο μέγας εμπειροτέχνης. Μαθαίνει την τέχνη του πάνω στη δουλειά. Αυτή είναι η πραγματικότητα από αρχής γενέσεως λόγου, όσο κι αν δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί μαζί της η θεωριοκρατούμενη εποχή μας. Πάρτε όποιο έργο θεωρητικό θέλετε, από τα πλέον κορυφαία. Είτε μιλάμε για την «Ποιητική» του Αριστοτέλη είτε για το «Περί ύψους» του Λογγίνου, έρχονται και θα έρχονται εις τους αιώνας των αιώνων μετά τον Όμηρο και μετά τον Αισχύλο. Ας κάνει τις διανοητικές του ταχυδακτυλουργίες ο Πόε στη «Φιλοσοφία της συνθέσεως». Πρώτα έγραψε το «Κοράκι». Ή ας σημειώνει ο Παλαμάς, παρασυρμένος από την ιδεαλιστική αυτοσυνειδησία του Σολωμού και τους σωζόμενους «Στοχασμούς» του, ότι ο ποιητής του «Ύμνου» ανήκει στη χορεία εκείνων που πρώτα συνέλαβαν με πληρότητα την ποιητική τους και κατόπιν συνέθεσαν τις ποιήσεις τους. Το αντίθετο ισχύει. Ακόμη και για τους διανοητικότερους των ποιητών. Πρώτα σαλεύει στα σπλάχνα ο στίχος και κατόπιν αρχίζει, με το δούλεμα και το ξαναδούλεμα, και του στίχου ο στοχασμός.

Πράγμα που με φέρνει στις τελικές μου παρατηρήσεις, που είναι μαζί και ο έπαινος αυτού του μικρού αλλά σημαντικού βιβλίου. Ο Έρμαν Έσσε στο Παιχνίδι με τις χάντρες έκανε λόγο για την «εποχή της επιφυλλίδας», κατά την οποία ένα μορφωμένο, υπερεκλεπτυσμένο κοινό κατανάλωνε καθημερινώς –διαβάζοντας εφημερίδες και περιοδικά ή παρακολουθώντας ομιλίες, διαλέξεις και παρουσιάσεις (καλή ώρα σαν τη δική μας)– τεράστιες ποσότητες λόγου για κάθε λογής ζητήματα. Μια εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι θεωρητικολογώντας ακατάπαυστα και συζητώντας ασταμάτητα «έμοιαζαν να μην ξέρουν τι να κάνουν την κουλτούρα». Επρόκειτο για «ένα συνεχές περίτεχνο, και γοητευτικό μουρμούρισμα. Μια μουσική επένδυση της εκδοτικής δραστηριότητας», κατά τη φράση του πρόσφατα εκλιπόντος ποιητή Αντώνη Ζέρβα.

Σε εποχές σαν τη δική μας η συζήτηση αυτή είναι μάλλον αναπόφευκτη, αναγκαίο παρακολούθημα του βαθμού εκλέπτυνσης του πολιτισμού μας, αλλά δεν είναι και αφύσικο από την άλλη, τουναντίον είναι νομίζω ένδειξη υγείας πνευματικής, ενδεχομένως πρωτόγονης και πληβειακής, όλη αυτή η ακατάσχετη φιλολογία να μας γεμίζει κάποτε με μια δυσφορία και να ξυπνά μέσα μας την καχυποψία και γιατί όχι ακόμα και την περιφρόνηση. Μια περιφρόνηση ρωμαλέα και αλύγιστη, που όμως δεν αυτοεγκλωβίζεται στην άγονη άρνηση αλλά βλέπει και προχωρά πέρα από αυτήν. Διότι αλίμονο, 

«Καλέ μου φίλε, η θεωρία είναι καπνός σταχτής
μα χρυσοπράσινο είναι το δέντρο της ζωής».

Το παράθεμα, και πάλι από τον γκαιτικό Φάουστ, απηχεί ευθέως τον βυρωνικό Μάνφρεντ: «Το δέντρο της γνώσης δεν είναι το δέντρο της ζωής».

To βιβλίο του Κώστα Κουτσουρέλη, σφραγισμένο και αυτό με το απαραγνώριστο ύφος του, που συνδυάζει τη λιτότητα με τη λογιοσύνη, και τον βραχυπερίοδο λόγο με την αυστηρή συλλογιστική, αποκαθιστά την πράξη έναντι της θεωρίας και διασώζει κάτι από το «χρυσοπράσινο αντιφέγγισμα» της ζωής. Κι ας αφήσουμε τον Χάιντεγκερ να μονολογεί ότι «μέχρι τώρα ο άνθρωπος έπραξε παρά πολύ και στοχάστηκε πολύ λίγο». Σε μια εποχή αλεξανδρινή σαν τη δική μας, ένα θεωρητικό βιβλίο που δείχνει προς την πράξη, παναπεί προς τη ζωή, είναι οπωσδήποτε μια εξαίρεση – μια εξαίρεση προς έπαινον.

➺ Το κείμενο εκφωνήθηκε κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Κώστα Κουτσουρέλη στο Θέατρο Τέχνης στις 28.11.2022


Ο ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΒΟΛΚΩΦ είναι ποιητής, μεταφραστής και κριτικός λογοτεχνίας. Τελευταίο του βιβλίο η ποιητική συλλογή «Το επ7α» (εκδ. Sestina). politeia link more

 

 

 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Επιτάχυνση και αλλοτρίωση» του Χάρτμουτ Ρόζα (κριτική)

«Επιτάχυνση και αλλοτρίωση» του Χάρτμουτ Ρόζα (κριτική)

Για το βιβλίο του Χάρτμουτ Ρόζα «Επιτάχυνση και αλλοτρίωση» [μτφρ. Μιχάλης Κούλουθρος], που κυκλοφορεί από τις εκδ. Πλήθος. Κεντρική εικόνα: «Η εμμονή της μνήμης», Σαλβαντόρ Νταλί, 1931

Γράφει ο Γιώργος Δρίτσας

Είναι γεγονό...

Για την ποίηση του Αντώνη Φωστιέρη

Για την ποίηση του Αντώνη Φωστιέρη

Για την ποίηση του Αντώνη Φωστιέρη, με αφορμή τόσο την έκδοση «Αντώνης Φωστιέρης, Άπαντα τα Ποιήματα 1970-2020» (εκδ. Καστανιώτης) όσο και την έκδοση της εκτενέστατης μελέτης του Θεοδόση Πυλαρινού «Ο ποιητής Αντώνης Φωστιέρης – Θεματικές και μορφολογικές προσεγγίσεις στο έργο του».

...
«Πώς λειτουργεί πραγματικά ο κόσμος» του Βάτσλαβ Σμιλ – Ένας επιστήμονας μιλάει για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον

«Πώς λειτουργεί πραγματικά ο κόσμος» του Βάτσλαβ Σμιλ – Ένας επιστήμονας μιλάει για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον

Για το βιβλίο του Βάτσλαβ Σμιλ «Πώς λειτουργεί πραγματικά ο κόσμος – Ένας επιστήμονας μιλάει για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα, σε μετάφραση Χρήστου Μπαρουξή. 

Του Κ.Β. Κατσουλάρη

Ομολογώ ότι θα σήκω...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Το πράσινο μίλι» του Στίβεν Κινγκ (προδημοσίευση)

«Το πράσινο μίλι» του Στίβεν Κινγκ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ [Stephen King] «Το πράσινο μίλι» (μτφρ. Πητ Κωνσταντέας), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 9 Φεβρουαρίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Δεν υπήρχε καθόλου ζέστη, κα...

«Ρολόι χωρίς δείκτες» της Κάρσον ΜακΚάλερς (προδημοσίευση)

«Ρολόι χωρίς δείκτες» της Κάρσον ΜακΚάλερς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Κάρσον ΜακΚάλερς [Carson McCullers] «Ρολόι χωρίς δείκτες» (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 8 Φεβρουαρίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο θάνατος εί...

Ένας χρόνος χωρίς τη Μαριανίνα Κριεζή + ένα σπάνιο διήγημά της

Ένας χρόνος χωρίς τη Μαριανίνα Κριεζή + ένα σπάνιο διήγημά της

Με αφορμή τη συμπλήρωση σήμερα, 6 Φεβρουαρίου, ενός χρόνου χωρίς τη Μαριανίνα Κριεζή κοντά μας, αναδημοσιεύουμε ένα σπάνιο διήγημά της του 1971 – ίσως το μοναδικό που έχει γράψει.

Γράφει ο Κώστας Αγοραστός

Η ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Το πράσινο μίλι» του Στίβεν Κινγκ (προδημοσίευση)

«Το πράσινο μίλι» του Στίβεν Κινγκ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ [Stephen King] «Το πράσινο μίλι» (μτφρ. Πητ Κωνσταντέας), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 9 Φεβρουαρίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Δεν υπήρχε καθόλου ζέστη, κα...

«Ρολόι χωρίς δείκτες» της Κάρσον ΜακΚάλερς (προδημοσίευση)

«Ρολόι χωρίς δείκτες» της Κάρσον ΜακΚάλερς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Κάρσον ΜακΚάλερς [Carson McCullers] «Ρολόι χωρίς δείκτες» (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 8 Φεβρουαρίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο θάνατος εί...

«Ο Βασίλης –ψευδώνυμο Γιάννης– στην αριστερά (1971 - 2008)» του Θόδωρου Σούμα (προδημοσίευση)

«Ο Βασίλης –ψευδώνυμο Γιάννης– στην αριστερά (1971 - 2008)» του Θόδωρου Σούμα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογράφημα - πολιτική μαρτυρία του Θόδωρου Σούμα, «Ο Βασίλης –ψευδώνυμο Γιάννης– στην αριστερά (1971 - 2008)» το οποίο θα κυκλοφορήσει την ερχόμενη εβδομάδα από τις εκδόσεις Επίκεντρο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

7 μυθιστορήματα από όλον τον κόσμο για τους φίλους του φανταστικού

7 μυθιστορήματα από όλον τον κόσμο για τους φίλους του φανταστικού

Πρώτος μήνας του νέου έτους και πριν δούμε τι θα φέρει η φετινή πραγματικότητα ας επιτρέψουμε στον εαυτό μας ένα φανταστικό λογοτεχνικό ταξίδι. Οι εκδόσεις Βακχικόν προτείνουν επτά μυθιστορήματα για τους φίλους του φανταστικού. Γιατί η φαντασία σε πάει παντού...

Επιμέλεια: Book Press

...
Γουίλιαμ Χ. Γκας: «Τα δώδεκα σημαντικότερα βιβλία που διάβασα στη ζωή μου»

Γουίλιαμ Χ. Γκας: «Τα δώδεκα σημαντικότερα βιβλία που διάβασα στη ζωή μου»

Στο βιβλίο του με τίτλο «The William H. Gass Reader», ο Αμερικανός πεζογράφος William H. Gass επέλεξε τα δώδεκα βιβλία που διαμόρφωσαν τη λογοτεχνική ματιά του. Μια λίστα που, όπως σημειώνει και ο ίδιος στην εισαγωγή του, δεν περιλαμβάνει απαραιτήτως τα «δώδεκα καλύτερα βιβλία» που έχει διαβάσει, καθώς «κάθε σπουδαί...

Τα 100 καλύτερα μυθιστορήματα στην αγγλόφωνη πεζογραφία σύμφωνα με τον Γκάρντιαν

Τα 100 καλύτερα μυθιστορήματα στην αγγλόφωνη πεζογραφία σύμφωνα με τον Γκάρντιαν

Ο κριτικός λογοτεχνίας της βρετανικής εφημερίδας, Guardian, Robert McCrum επέλεξε τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία γραμμένα στα αγγλικά. Στη λίστα του εντοπίζουμε έργα που θεωρούνται πλέον κλασικά, από συγγραφείς όπως οι Ντίκενς, Μέλβιλ, κ.ά., καθώς και μυθιστορήματα από τους ΝτεΛίλο, Ισιγκούρο, Ροθ, Κουτσί, κ.ά. ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

13 Δεκεμβρίου 2022 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2022

Έφτασε η στιγμή και φέτος για την καθιερωμένη εδώ και χρόνια επιλογή των εκατό από τα καλύτερα βιβλία λογοτεχνίας της χρονιάς που φτάνει σε λίγες μέρες στο τέλος της. Ε

ΦΑΚΕΛΟΙ