skampardonis leoforeio

Για τη συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Λεωφορείο» (εκδ. Πατάκη).

Του Νίκου Ξένιου

Οι κυριότερες πτυχές της ελληνικής μεταπολεμικής κοινωνίας, όπως η παγίωση της ευημερίας της αστικής τάξης, η ιδεολογική και πολιτική ρευστότητα και η εισβολή της υλικής πραγματικότητας στην καθημερινή ζωή, οδήγησαν τους ρεαλιστές συγγραφείς στη διαπίστωση ότι «το αληθινό είναι συγκεκριμένο και αναγνωρίσιμο». Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης αίρει αυτήν τη βεβαιότητα και εδραιώνει εκ νέου τη διάσταση του μαγικού στη συλλογή του Λεωφορείο-19 στάσεις, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Ο διακεκριμένος διηγηματογράφος μας πραγματοποιεί μια πορεία στον χωροχρόνο της δικής του Θεσσαλονίκης ως επανεπίσκεψη της ιστορικής διαδρομής ενός λεωφορείου. Και καταγράφει αυτήν την πορεία, «πειραγμένη» όπως είναι από τις συνειδησιακές καταγραφές στα πιο άφεγγα κιτάπια της προσωπικής του μνήμης. 

Ένας νεο-νεορρεαλισμός;

Ο διακεκριμένος διηγηματογράφος μας πραγματοποιεί μια πορεία στον χωροχρόνο της δικής του Θεσσαλονίκης ως επανεπίσκεψη της ιστορικής διαδρομής ενός λεωφορείου. Και καταγράφει αυτήν την πορεία, «πειραγμένη» όπως είναι από τις συνειδησιακές καταγραφές στα πιο άφεγγα κιτάπια της προσωπικής του μνήμης.

Είναι εξώφθαλμη η πρόθεση του αφηγητή να ταυτιστεί με το πλήθος: ο λαός υποφέρει από τις αντίξοες υλικές συνθήκες, ενώ ο ίδιος ως έφηβος («με τη γνώση της ομορφιάς και της αιθρίας του σώματος») προσπαθεί να άρει το στερεότυπο στίγμα του «φλώρου» επιτηδευόμενος τον πωλητή φυστικιών. Έτσι καταφέρνει να αποβάλει το πρωτογενές άγχος της απόρριψης, εναρμονιζόμενος με ένα δυναμικό, θαλερό «ρεύμα ζωής»: αυτό εκφαίνεται μέσω του καθημερινού μόχθου, της ένταξης στις ομάδες των αλητόπαιδων και του άγριου υπόκοσμου της ηλικίας του, ακόμη και μέσω της ωμής βίας (που δικαιώνεται ως στιλιστικό γνώρισμα και ως εκπεφρασμένος γνώμονας ενηλικίωσης στις εσχατιές του αστικού τοπίου της συμπρωτεύουσας). Ετούτα όλα αποτελούν, αναμφίβολα, διακριτικά μιας ρεαλιστικής γραφής, τουλάχιστον υπό το πρίσμα του «σκοτεινού» ρεαλισμού κατά τον αυτοπροσδιορισμό του συγγραφέα [1], ή του «λοξού» ρεαλισμού που του προσάπτει ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου: «το βάρος της συλλογικής μνήμης, που αποσπά από τα μείζονα γεγονότα λεπτές φέτες καθημερινής διαβίωσης, την αναπόληση της νιότης και των παιδικών χρόνων, που διεκδικούν την περιοχή όπου κινείται η ατομική μνήμη» [2]. Κυρίως, όμως, συνιστούν μετωνυμίες ιδιοποίησης και χρησικτησίας, εκ μέρους του υποκειμένου/αφηγητή, των παθών των λογοτεχνικών προσώπων. 

Το πιο κύριο (και καίριο, στη δραστικότητά του) γνώρισμα του λογοτεχνικού του ύφους είναι το γεγονός ότι επιφέρει πλήγμα σε κάθε φορμαλισμό: για παράδειγμα, η συχνή αναφορά στο εβραϊκό στοιχείο της πόλης δεν παρασύρει τον συγγραφέα σε ιστορικίστικες αναφορές, αλλά οι χαρακτήρες του «Λεωφορείου» εξυμνούνται, καθένας ξεχωριστά, με μια παιγνιώδη αθωότητα, ενσαρκώνοντας μια τεθλασμένη, ηθικά φθίνουσα, απαξιωμένη –και, ως εκ των άνω, ιστορικά συνεπή– εκδοχή του «πραγματικού». Ο αισθησιασμός του έχει καβαφικές καταβολές, παρά την εκπεφρασμένη ετεροφυλόφιλη έλξη των ηρώων του: «το πόσο εύκολα αγαπιόμασταν. Με ένα βλέμμα, με ένα –δήθεν τυχαίο– άγγιγμα». Δεν μπορώ παρά να εντοπίσω αυτόν τον αισθησιασμό, στις πιο χαρακτηριστικές του εκφάνσεις, σε κάθε αναφορά στο ξύπνημα του εφηβικού πόθου, σε κάθε επιμέρους νύξη για τις απαγορεύσεις, τις αναστολές, τους διαύλους εκτόνωσης, τον σπαρταριστό έρωτα. 

Και όχι, δεν πρωταγωνιστεί η πόλη

Η πόλη είναι ένα γηραιό φάσμα, υπερφορτωμένο με τις ιστορίες των ανθρώπων της, καταταλαιπωρημένη από τις πληγές των κατακτητών της, επιζωγραφισμένη με τις αποχρώσεις των ρούχων ενός εσμού από γραφικούς τύπους «εποχής», διατηρώντας όμως κάποια σταθερά χαρακτηριστικά και το άλμπουμ με τις «μυθικές μέρες της».

Δεν είναι όμως μόνο η σάρκα που νιώθει το παραξένισμα, σε αυτήν την επανεπίσκεψη στις οσμές, τους ήχους και τις αφές της νεότητας: το ξάφνιασμα του λογοτέχνη μπροστά στο απρόσμενο (βλέπε τους στερεοτυπικούς «λαγούς» που πετάγονται στα φανάρια τη νύχτα) προσλαμβάνει διαστάσεις ποιητικού αιφνιδιασμού σε όλα τα σημεία όπου αναδύεται από μια σφιχτή, περιεκτική φόρμα, που στις πτυχές της περικλείει λογοτεχνικές καταγραφές, ιστορικές γνώσεις και εμπειρία μιας ζωής περιπλάνησης [3]. «Να μην πέσω στη νοσταλγία και στην κοινοτοπία και αρχίσω να μιλάω για το λούνα παρκ και τη μαύρη μπίρα-όχι», γράφει ο Σκαμπαρδώνης, και αμέσως, μέσα από τον συνειρμό μιας βαλσαμωμένης φάλαινας, περνά στον κινηματογράφο του Μπέλα Ταρ και του Φελλίνι για να αποδώσει τη μνήμη αυτήν ως ένα cabinet de curiosités που τον έχει στοιχειώσει, μαζί με το βαθιά αποτυπωμένο βλέμμα της μάνας του. Σε αυτό το σημείο το βλέμμα του σήμερα διασταυρώνεται με την εικόνα του χθες, ακινητοποιώντας τον αφηγηματικό χρόνο. 

Ο έφηβος ως ίνδαλμα καθηλωμένο στον χρόνο, αναδύεται από τα αναλλοίωτα ορόσημα της πόλης όπου μεγάλωσε συμπαρασύροντας στη ζωή και τις ήδη νεκρές συνθήκες. Η πόλη είναι ένα γηραιό φάσμα, υπερφορτωμένο με τις ιστορίες των ανθρώπων της, καταταλαιπωρημένη από τις πληγές των κατακτητών της, επιζωγραφισμένη με τις αποχρώσεις των ρούχων ενός εσμού από γραφικούς τύπους «εποχής», διατηρώντας όμως κάποια σταθερά χαρακτηριστικά και το άλμπουμ με τις «μυθικές μέρες της». Ο συγγραφέας ανακατανέμει κατά βούλησιν το υλικό του στις καρτ ποστάλ που δημιουργεί, έτσι ώστε να καταλήξει στο ίζημα της Πλατείας Αριστοτέλους. Δεν πρόκειται για τη στερεότυπη Αριστοτέλους, αλλά για μια φθίνουσα εκδοχή της που από την ακεραιότητα μιας άλλης εποχής ολισθαίνει προς την ανάγλυφη βαναυσότητα του σήμερα. Σκέφτομαι πως στην πεζογραφική αναπόληση του Σκαμπαρδώνη, σχεδόν ταυτισμένη στη συνείδηση του κοινού με τη Θεσσαλονίκη, δεν πρωταγωνιστεί η πόλη: πρωταγωνιστεί το χαμένο «δασύ και συρφετώδες» συναίσθημα που αναβλύζει σε μια μεγαλοφυή «διάλειψη» εντός κειμένου συγγενή προς την πεζογραφία του Γιώργου Χειμωνά: από την εικόνα του παππού του αναπηδά, σε κορυφαία στιγμή του βιβλίου και σε αφασικό ιδιόλεκτο, ως εκπεφρασμένο άρρητο, το χρέος εύφημης μνείας εκ μέρους του νεαρού εγγονού που πρόλαβε να ζήσει «κάτι που φωσφορίζει, κάτι ανεξαγόραστο», με λίγα λόγια την «άλλη», την ιστορική, ιδεατή πόλη.

alt
Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης

Τυχαία περιστατικά, σπουδαίες περιστάσεις

Λόγω συναισθηματικής εμπλοκής στα διηγήματα αυτά δεν υπάρχει ο αποστασιοποιημένος αφηγητής: απλώς η προσωπική εμπλοκή, η τάση αυτοβιογράφησης της νεότητας και το φορτισμένο σχόλιο αφήνουν όσο το δυνατόν πιο ανέπαφη μια πραγματικότητα της οποίας την αντικειμενική υπόσταση έχει ο ίδιος υποσκάψει ευθύς εξαρχής.

Λόγω συναισθηματικής εμπλοκής στα διηγήματα αυτά δεν υπάρχει ο αποστασιοποιημένος αφηγητής: απλώς η προσωπική εμπλοκή, η τάση αυτοβιογράφησης της νεότητας και το φορτισμένο σχόλιο αφήνουν όσο το δυνατόν πιο ανέπαφη μια πραγματικότητα της οποίας την αντικειμενική υπόσταση έχει ο ίδιος υποσκάψει ευθύς εξαρχής. Η αθανασία κατακτάται αν ο συγγραφέας «εντοιχιστεί» κοντά στα σύνεργα της γραφής του: «Να με βάλουν απέναντι και πλάγια από το κεντρικό τραπέζι, ώστε να βλέπω με τα μεταφυσικά μου μάτια και να ακούω την άφιξη και την αναχώρηση των αμαξοστοιχιών», γράφει μιλώντας για την αθανασία των πραγμάτων. Αυτής της ακέραιας πραγματικότητας η θεματική και η τεχνική θυμίζουν τη θεματική και την τεχνική, αντίστοιχα, του νεορεαλισμού. Μιλάμε για μιαν αληθοφανή, εσωτερική –κάθε άλλο παρά κρυπτική– συνθήκη του αληθούς, που είναι εντούτοις αυτόνομη και υπακούει στους δικούς της νόμους, πέραν των όποιων προσκολλήσεων. Η λεπτή ψυχολογική παρατήρηση των τοπίων, η καταγραφή των στάσεων του λεωφορείου ως «σκηνικών» και ο παρορμητικός συνειρμός («Σαλο-» του πρώτου συνθετικού του ονόματος της πόλης, «σαλός» με την έννοια του τρελού και «Σαλό-120 μέρες στα Σόδομα» με σαφή παραπομπή στην ηθική έκπτωση που στηλίτευε ο Πιερ Πάολο Παζολίνι: όλα αυτά σε ένα παιχνίδι συνειρμών), η τάση απογύμνωσης και αποκάλυψης της ωμής αλήθειας, ο καγχασμός και η τάση απομυθοποίησης κάποιων αστικών μύθων, τέλος η δυναμική περιδιάβαση (εν είδει «εισβολής») στην ιστορική μνήμη είναι γνωρίσματα του νατουραλισμού. 

Σε μαρξιστική ορολογία θα μιλούσαμε για «ένα λαό που γράφει την Ιστορία του», δηλαδή για μιαν αγωνιστική, ενεργητική εκδοχή της λαϊκότητας. Αν ιχνηλατήσει κανείς τη γραφή του Σκαμπαρδώνη ως προς αυτόν τον άξονα αναφοράς, θα διαπιστώσει πως φιλοτεχνεί, κατά το μάλλον ή το ήττον, μια τοιχογραφία της ζωής της Θεσσαλονίκης στη διάρκεια μισού αιώνα. Συνειδητά συνδαυλίζοντας –εννοείται– την εμμονή πως το δρων υποκείμενο της Ιστορίας κυοφορείται στις λαϊκές τάξεις. Και πως αυτές –οι τάξεις των χειρωνακτών, των ανθρώπων του μόχθου, της επίπονης κατάκτησης της ζωής– είναι οι μόνες που δικαιούνται τα εύσημα του ήθους, σε αντίθεση με την πεποιημένη προσέγγιση των εργατών του λόγου: πρόκειται, φυσικά, για μιαν αυτοσαρκαστική τοποθέτηση που πόρρω απέχει της λοιδορίας.

«Ένδον και έξω περιπολίες»

Ο χρόνος διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο: ως «εισπράκτωρ» εκείνων των άθλιων οχημάτων μαζικής ταλαιπωρίας σκιαγραφεί τη λασπωμένη, κάθιδρη εφηβεία του συγγραφέα και χαρτογραφεί με χιούμορ τους τόπους ηλικίωσής του, κατατμημένος σε ακινησίες περισυλλογής όπου το δικαίωμα του επιβαίνοντος είναι να διατηρεί την ατομικότητά του μέσα στον συνωστισμό. 

Θα επαναλάβω –όπως όταν έγραφα για το Ντεπό– ότι ο συγγραφέας αφουγκράζεται την ανθρώπινη συνείδηση, η οποία πενθεί βαθύτατα και σιωπηρά για τις απολεσθείσες ευκαιρίες: προεκτείνοντας τα «Απογεύματα των πολυελαίων», η διαδρομή του «Λεωφορείου» διακρίνεται για τη συνεκτικότητα και την επαναληπτικότητά της, τα δε χρονικά κενά (οι στάσεις) μεταστοιχειώνονται σε χρόνο επιβίβασης και αποβίβασης που είναι πρωτεϊκής υφής: όλο και κάποια μεταμόρφωση επιτελείται στο υλικό της μνήμης, αναδιαμορφώνοντας την ποιότητα του βιώματος, καθιστώντας το χρονογραφικά ενδιαφέρον. Και σε αυτήν τη λογοτεχνική διεργασία ο χρόνος διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο: ως «εισπράκτωρ» εκείνων των άθλιων οχημάτων μαζικής ταλαιπωρίας σκιαγραφεί τη λασπωμένη, κάθιδρη εφηβεία του συγγραφέα και χαρτογραφεί με χιούμορ τους τόπους ηλικίωσής του, κατατμημένος σε ακινησίες περισυλλογής όπου το δικαίωμα του επιβαίνοντος είναι να διατηρεί την ατομικότητά του μέσα στον συνωστισμό. 

Πρόκειται για τον χρόνο του ώριμου παρατηρητή των «αναπεπταμένων» ακρωρειών της πόλης, ευκολοπαρατήρητων στις διαδρομές ενός λεωφορείου που με έναν χαρακτηριστικό κλυδωνισμό προσδίδει το γνώρισμα της οικειότητας σε αυτήν την τυχαία περιπλάνηση. Η περιπολία του εποχούμενου Γιώργου Σκαμπαρδώνη πασχίζει να βάλει σε τάξη τον κατά βάσιν άτακτο χαρακτήρα του καταγεγραμμένου βιώματος, καθιστώντας τον ένα χαρτοπαίκτη τυχερού παιχνιδιού, ένα gambler που διακινδυνεύει να χάσει το στοίχημα της επανεύρεσης ενός μεγάλου ποσοστού της απολεσθείσας μνήμης του.

 

* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.

** Στην κεντρική εικόνα ο πίνακας «Το λεωφορείο» του Bronisław Wojciech Linke.


[1] Αυτοπαρουσίαση του Περιπολών, περί πολλών τυρβάζω, «Ελευθεροτυπία», 8/10/2011
[2] Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, «Λοξός ρεαλισμός στον χορό της Ιστορίας», παρουσίαση του βιβλίου Νοέμβριος, «Το Βήμα», 29/06/2014
[3] Ανακαλώ, εδώ, την «ποιητική του εξωφρενικού» που είχε επισημάνει η Ελισάβετ Κοτζιά στο: «Συλλέκτης δυσεύρετων αξιών», παρουσίαση του βιβλίου Νοέμβριος, «Καθημερινή» 6/07/2014

altΛεωφορείο
19 Στάσεις
Γιώργος Σκαμπαρδώνης
Πατάκης 2018
Σελ. 256, τιμή εκδότη €13,30

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Ο μεσημεράς» του Ηλία Φουντούλη (κριτική) – Όταν ο Στίβεν Κινγκ συνάντησε τον λαογραφικό τρόμο, σε ένα παλπ μυθιστόρημα

«Ο μεσημεράς» του Ηλία Φουντούλη (κριτική) – Όταν ο Στίβεν Κινγκ συνάντησε τον λαογραφικό τρόμο, σε ένα παλπ μυθιστόρημα

Για το μυθιστόρημα του Ηλία Φουντούλη «Ο μεσημεράς» (εκδ. Κλειδάριθμος). Εικόνα: Από την ταινία «Wild flowers» (2000) του Τσέχου σκηνοθέτη Φ. Α. Μπράμπετς. 

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου

Ο Ηλίας Φουντούλης είναι γνωστός ως ...

«Η νόσος των ουρητηρίων» του Μιχάλη Αλμπάτη (κριτική) – Η μεγάλη επιδημία της αφήγησης

«Η νόσος των ουρητηρίων» του Μιχάλη Αλμπάτη (κριτική) – Η μεγάλη επιδημία της αφήγησης

Για το μυθιστόρημα του Μιχάλη Αλμπάτη «Η νόσος των ουρητηρίων» (εκδ. Νήσος). Εικόνα: Από την ταινία «Μυστικό παράθυρο» (2004) του Ντέιβιντ Κεπ. 

Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης

Το 2012, στην ...

«Κιτ επιβίωσης» της Κατερίνας Σερίφη (κριτική) – Ιστορίες μακριά από ειδυλλιακά τοπία

«Κιτ επιβίωσης» της Κατερίνας Σερίφη (κριτική) – Ιστορίες μακριά από ειδυλλιακά τοπία

Για τη συλλογή διηγημάτων της Κατερίνας Σερίφη «Κιτ επιβίωσης» (εκδ. Καστανιώτη). Εικόνα: Από την ταινία «Κρέας» του Δημήτρη Νάκου. 

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου

Υπάρχουν πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς που φαίνεται πως έχου...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Άνοιξη όλο το χρόνο»: Ξεκινά η νέα καλλιτεχνική περίοδος της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών – Τι θα παρακολουθήσουμε

«Άνοιξη όλο το χρόνο»: Ξεκινά η νέα καλλιτεχνική περίοδος της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών – Τι θα παρακολουθήσουμε

Με μότο το μήνυμα «Άνοιξη όλο το χρόνο» η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υποδέχεται την καλλιτεχνική περίοδο 2026-2027. Τι θα παρακολουθήσουμε. Εικόνα: Ο Λουκάς Καρυτινός, Διευθυντής της ΚΟΑ. 

Γράφει η Έλενα Χουζούρη 

Με ιδιαίτερο...

«Λογοτεχνικές διαδρομές» της Αγάθης Γεωργιάδου (κριτική) – Πώς διαβάζεται, ερμηνεύεται και διδάσκεται η λογοτεχνία

«Λογοτεχνικές διαδρομές» της Αγάθης Γεωργιάδου (κριτική) – Πώς διαβάζεται, ερμηνεύεται και διδάσκεται η λογοτεχνία

Για το βιβλίο της Αγάθης Γεωργιάδου «Λογοτεχνικές διαδρομές – Μελέτες για τη θεωρία, την ερμηνεία και τη διδακτική της Λογοτεχνίας» (εκδ. Μεταίχμιο). Εικόνα: Ο πίνακας «Κωπηλατώντας» του Θανάση Παναγιώτου από το εξώφυλλο του βιβλίου.

...

Ο «Άγγελος στο σπίτι» & η «Τρελή στη σοφίτα»: Η κατασκευή της γυναικείας ταυτότητας στη βικτωριανή εποχή

Ο «Άγγελος στο σπίτι» & η «Τρελή στη σοφίτα»: Η κατασκευή της γυναικείας ταυτότητας στη βικτωριανή εποχή

Πώς ο «Άγγελος στο σπίτι» και η «Τρελή στη σοφίτα», δυο γυναικείες φιγούρες που απεικονίζονται στη λογοτεχνία, αποτέλεσαν τη βάση για να οικοδομηθεί η γυναικεία ταυτότητα στη βικτωριανή εποχή. Εικόνα: Από την ταινία «Τζέιν Έιρ» (2011) του Κάρι Φουκουνάγκα. 

Γράφει η ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Γκόρο «Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η πόρτα του ψυχιατρείου έτριξε καθώς έκλεινε πίσω του, λες και τ...

«Το τείχος του ονείδους» του Κλέαρχου Λιάτη (προδημοσίευση)

«Το τείχος του ονείδους» του Κλέαρχου Λιάτη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Κλέαρχου Λιάτη «Το τείχος του ονείδους», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Κυβερνήτης έριξε μια ψυχρή ματιά στο πρωινό που του είχε ετοιμά...

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (προδημοσίευση)

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Ντόρις Λέσινγκ [Doris Lessing] «Το πέμπτο παιδί» σε νέα μετάφραση της Έφης Τσιρώνη, το οποίο κυκλοφορεί στις 23 Σεπτεμβρίου, από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Εκείνο το πρωί, ξαπλωμένη στ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τρία καλά πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα: Χόρχε Ροντρίγκες Γκόμες, Κάιλ Ντέκερ, Γιώργος Κ. Θεοχάρης. Πολιτικό θρίλερ στην ταραγμένη Βενεζουέλα, hardboiled αστυνομικό με έναν νέο, αναπάντεχο ήρωα και μία νέα φωνή στο ελληνικό αστυνομικό που «τα λέει όλα σε 200 σελίδες». Εικόνα: Vonderauvisuals, CC BY-NC-ND 2.0

...
Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Αστυνομικές υποθέσεις με έντονο κοινωνικό προβληματισμό, δυστοπικές πραγματικότητες που όμως περιγράφουν την εποχή μας, σκοτεινές οντότητες που ξεπηδούν από τις λαϊκές αφηγήσεις: δέκα βιβλία ελληνικής πεζογραφίας που διαβάζουμε μετά το καλοκαίρι.

Επιλογή-παρουσίαση: Σόλων...

Τι διαβάζουμε τώρα: Ποίηση καθώς τελειώνει το καλοκαίρι

Τι διαβάζουμε τώρα: Ποίηση καθώς τελειώνει το καλοκαίρι

Ποιήματα που συνομιλούν με αναμνήσεις, βιώματα, μύθους, κινηματογραφικά πλάνα. Τέσσερις προτάσεις λίγο πριν από το τέλος του καλοκαιριού. Εικόνα: «Οι Λουόμενοι της Ανιέρ» (1884) του Ζορζ Σερά.

Επιλογή-παρο...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΦΑΚΕΛΟΙ