fais cortisol

Για τη νουβέλα του Μισέλ Φάις «Lady Cortisol» (εκδ. Πατάκης)

Του Νίκου Ξένιου

«Ζητώ μια νέα γραφή για τον μέσα κόσμο». Νίκος Καρούζος («Διάλογοι»)

Ο τίτλος «Λαίδη» είναι τίτλος τιμής, αλλά στη μετωνυμική του χρήση γίνεται ειρωνικό επίθετο για τη νεύρωση ή και θεατρικό προσωπείο. Η ποιητικώτατη νουβέλα «Lady Cortisol» (Αθήνα, Πατάκης, 2016) του Μισέλ Φάις, μια παράγραφος 118 σελίδων, μιλά για την αναγκαιότητα της ψευδαίσθησης σε έναν κόσμο ανηλεούς πραγματικότητας: o συγγραφέας προσεγγίζει το σύμπαν και τον άνθρωπο με φυσικούς όρους και όχι με υπερβατικές έννοιες, ενώ το κάθε επιμέρους πρόσωπο της νουβέλας του αναζητά τα συστατικά του στοιχεία στο παρελθόν, στη μνήμη, στην αρχετυπική σχέση με τον πατέρα και τη μητέρα, στο σεξ και γενικά στο ένστικτο, παράγοντας έναν ιδιότυπο, μετανεωτερικό τύπο νατουραλισμού. 

Στο εξαιρετικό βιβλίο του Φάις ο Άλλος Άνθρωπος ενσαρκώνει μια διαφορετική υπόσταση του χρόνου, από τα νύχια του οποίου πρέπει να δραπετεύσει η συνείδηση. Η μήτις (πονηριά, δολιότητα) των ερωτήσεων και ο ψυχαναγκαστικός χαρακτήρας των απαντήσεων (η ερωτώμενη «ξεγλιστρά» με σχοινοτενείς απαντήσεις, που εκφαίνουν πολλαπλές σεναριακές εκδοχές) είναι το απατηλό παιχνίδι που παίζει ο συγγραφέας εις βάρος του αντίπαλου χρόνου. Μοιάζει με την κατάδυση στον εαυτό στο «ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν» του Ηράκλειτου. Ο συγγραφέας ακυρώνει τις συνάψεις συμβατικών σχέσεων, σχέσεων εξάρτησης, αντιπροτείνοντας τον διάλογο με τον εαυτό: «Εσύ, αυτός. Και, ανάμεσά σας, αυτά που ήθελες να ρωτήσεις τον εαυτό σου»

Υπομνηματισμοί του υπομνηματισμού

Λόγω τίτλου και μόνο, γίνεται αυτόματα η σύνδεση με τη «Λαίδη Φθειροζόλ» («Lady of Larkspur Lotion») του Τένεσι Ουίλιαμς: «ένας μικρός φεγγίτης φέρνει στον χώρο το λυκόφως μιας απαισιόδοξης μέρας», γράφει ο Τένεσι στο μονόπρακτό του περιγράφοντας το ηλιοβασίλεμα στο άθλια επιπλωμένο rent room της Νέας Ορλεάνης. Αντίστοιχα, το δωμάτιο του Μισέλ Φάις υποδηλώνει την απουσία συναισθήματος: μια «σύμβαση έργου μνήμης» στην εμβληματική σκηνή με το Γκρί Στούντιο, υπογεγραμμένη και από τα δύο μέρη: τον ερωτώντα και την ψυχαναλυόμενη, υπό όρους αυταρχικού πειράματος που αφορά τις σχέσεις εξουσίας και θυμίζει το πείραμα Στάνφορντ. Ο εξαρτητικός χαρακτήρας αυτών των σχέσεων (Η Ασύνδετη, η Πρώην Συνδεδεμένη, ο Διαχειριστής) εντάσσεται στον γενικότερο αυταρχισμό που διακρίνει τα υποβαλλόμενα ερωτημάτα, σε μια κλιμάκωση που φτάνει στα εξωφρενικά: «Είσαι σίγουρη πως είναι ένας ο ερωτών;», «Μήπως, αν εμφανιστεί, δεν θα ξαναρωτήσει ποτέ;»

Σαρκαστική, άλλοτε αυτεξούσια και άλλοτε παρελκόμενη, η Κορτιζόλη του Φάις μοιάζει να αναδύεται από ένα βαθύ ψυχαναλυτικό «πηγάδι», ομολογώντας πως μπορεί να μετατραπεί στην ηρωϊδα Μάσα του Τσέχωφ, ή σε μια παθιασμένη, μισάνθρωπη πόρνη.

Στο βιβλίο του Φάις οι τρεις περσόνες του Τένεσι «απορροφώνται» σε μία: ο κεντρικός χαρακτήρας της «Λαίδης Φθειροζόλ», η σαραντάχρονη ενοικιάστρια κυρία Χάρντγουικ-Μουρ, είναι άφραγκη και εκπορνεύεται, αλλά αυταπατάται πως είναι απόγονος αριστοκρατικής γενιάς και κληρονόμος φυτείας καουτσούκ στη Βραζιλία και αρνείται τους όρους της πραγματικότητας. Οι μύχιοι φόβοι της Λαίδης Cortisol (που ίσως θεραπεύονταν με τη χρήση κορτιζόλης) μοιάζουν με τα έντομα που καταδιώκουν την ηρωϊδα του Τένεσι (και που εξολοθρεύονται με τη χρήση φθειροζόλης). Σαρκαστική, άλλοτε αυτεξούσια και άλλοτε παρελκόμενη, η Κορτιζόλη του Φάις μοιάζει να αναδύεται από ένα βαθύ ψυχαναλυτικό «πηγάδι», ομολογώντας πως μπορεί να μετατραπεί στην ηρωϊδα Μάσα του Τσέχωφ, ή σε μια παθιασμένη, μισάνθρωπη πόρνη. Η «Corti» ζει τη «μέρα της Μαρμότας», την επανάληψη των στερεοτυπικών σχέσεων με τους γονείς. Ωστόσο, δεν γνωρίζουμε τίποτε συγκεκριμένο για τους χαρακτήρες, ή καλύτερα για τις τρεις όψεις ενός και του αυτού χαρακτήρα. Η ομιλία συνεχίζεται μόνο και μόνο για να παραμείνει ανοικτός ο δίαυλος της σύνδεσης, για να αποτραπεί ο θάνατος, παρά το γεγονός ότι οι λέξεις είναι διφυείς και ενδέχεται και να τον περιέχουν.

«Τι είναι αυτό το σκούρο, αυτό το πώς το είπες»

Ο επινοημένος «ανακριτής» στο βιβλίο του Φάις, προϊόν της συνείδησης της Lady Cortisol, επιβεβαιώνει τον πλασματικό χαρακτήρα του λογοτεχνικού της προσώπου. Παραθέτει, δε, το λεπτοφυές υλικό ενός ψυχαναλυτή: πρόκειται για μιαν άλλην εκδοχή της κυρίας Γουάιρ, της ιδιοκτήτριας του ενοικιαζόμενου δωματίου στη «Λαίδη Φθειροζόλ» του Τένεσι, μιας κυνικής ρεαλίστριας που πασχίζει να προσγειώσει την ενοικιάστριά της στην πραγματικότητα: «Σας βαρέθηκα, εσάς τους τυφλοπόντικες, τους χαραμοφάηδες, τους μπεκρήδες, τους απόκληρους, που πάτε να επιβιώσετε με υποσχέσεις, ψέματα και απάτες!». Στη νουβέλα του Μισέλ Φάις, η δευτεροπρόσωπη αφήγηση «παράγει» την κεντρική γυναικεία περσόνα, τη Lady Cortisol, ενώ η ρηματοποίηση σε ένα αδιάλειπτο παρόν «περιγράφει» (δηλαδή κλείνει ένα κύκλο με μολύβι γύρω από...) το ταμπεραμέντο της «απαντησο-μηχανής» που αυτή ενσαρκώνει.

Η ηρωίδα του Τένεσι αισθάνεται πως η σπιτονοικοκυρά της την κατασκοπεύει διαρκώς, παραμονεύοντας πίσω από τις πόρτες. Αντίστοιχα, η Λαίδη Κορτιζόλ του Φάις διώκεται από την εκλογικευμένη δομή των ερωτήσεων ενός «εσωτερικού» ανακριτή, που δίνουν κλώτσο στην ανέμη για να αφηγηθεί τις μικρές της ιστορίες. Οι δίνες της σκέψης της («η ασάφεια με ταράζει γλυκά») και οι στιγμές που μεσολαβούν ανάμεσα στις ερωτήσεις τής επιτρέπουν να ανασάνει και να αναπαραγάγει αυτά που είναι σημαντικά: «Πέφτω για ύπνο με την προσδοκία, όταν ξυπνήσω, να βρω τα πράγματα πιο σταθερά, πιο αρραγή, δεν θα ήθελα να πω έξω από τον χρόνο...». Παλιρροιακές δίνες, ρουφήχτρες, το ηρακλείτειο «εδισηζάμην εμεωϋτόν» που διατηρεί τη συνείδηση σε εγρήγορση.

Το τρίτο πρόσωπο, ο αλκοολικός συγγραφέας, είναι πελάτης της ενοικιάστριας και υποστηρίζει την ψευδαίσθηση της Λαίδης Φθειροζόλ, ισχυριζόμενος, και ο ίδιος, πως γράφει ένα μυθιστόρημα 780 σελίδων στη διάρκεια των τελευταίων είκοσι χρόνων: «Ας πούμε ότι υπάρχουνε μόνο μερικές κακογραμμένες σελίδες στον πάτο του μπαούλου μου!». Ο Συγγραφέας είναι με το μέρος της ξεσκισμένης καρδιάς, των γκρεμισμένων ονείρων, της υπερευαισθησίας. «Ας πούμε ότι η αυλαία της αχαλίνωτης φαντασίας μου άνοιγε σε υπέροχα θεατρικά έργα, αλλά τα φώτα του θεάτρου έσβηναν προτού κλείσει η αυλαία», λέει ο συγγραφέας. Και προτείνει να ομορφήνουμε αυτόν τον άσχημο κόσμο, εξυμνώντας τον. Είναι το αντίστοιχο του απροσδιόριστου αφηγητή που κρύβεται πίσω από τη δευτεροπρόσωπη αφήγηση του Μισέλ Φάις. Η διακειμενικότητα στον απόλυτο βαθμό.

Η ευελιξία της αφηγηματικής συνθήκης

Η κορτιζόλη είναι η ορμόνη του πανικού, του άγχους και της κατάθλιψης. Του φόβου να μην έχουμε την ανάγκη να διηγηθούμε ή να αφηγηθούμε οποιανδήποτε ιστορία: αυτή είναι η ερμηνεία του συγγραφέα. Η ουσία αυτή μπορεί να βοηθήσει ανθρώπους που ακολουθούν ψυχοθεραπεία για την «απαλοιφή» μιας φοβίας ή των απειλητικών αναμνήσεων: δόλιες ή επιθετικές ερωτήσεις σχετικά με τη ζωή μας είναι επιδεκτικές απαντήσεων που αφορούν κάθε άνθρωπο, υπό οιανδήποτε ιδιότητα. Ας υποθέσουμε, τώρα, πως το άγχος είναι υπαρξιακό. Η «εξάχνωση» τόπου και χρόνου είναι η μοναδική οδός απάλειψής του. Αυτό όμως το υλικό δεν είναι λεπτοφυές, αλλά τραχύ: αφορά όσους δεν έχουν την πολυτέλεια να ψυχαναλυθούν.

Ο Μισέλ Φάις προτείνει να αποκοπούν οι «καλωδιώσεις» που συνδέουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με την κοινοποιημένη πραγματικότητα, έτσι ώστε να αναφανεί ο πλασματικός χαρακτήρας της κοινοποίησης καθεαυτήν και να καταργηθεί το αγχογόνο στοιχείο που τη διακρίνει. 

Ο Μισέλ Φάις προτείνει να αποκοπούν οι «καλωδιώσεις» που συνδέουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με την κοινοποιημένη πραγματικότητα, έτσι ώστε να αναφανεί ο πλασματικός χαρακτήρας της κοινοποίησης καθεαυτήν και να καταργηθεί το αγχογόνο στοιχείο που τη διακρίνει. Fragmenta θρυμματισμένης πρόζας διαδραματίζονται σε ένα «διάλειμμα» του εξωτερικού χρόνου, σαν να «παγώνει» μια φωτογραφική κάμερα σε ινσταντανέ: πίσω από την κάμερα αυτήν υπάρχει ο «αναξιόπιστος» αφηγητής, που ακούει τον εαυτό του να μιλά λόγω της παρουσίας ενός Άλλου και μόνον. Μια «συνεδρία» έξαψης, απορίας και εκνευρισμού, παραληρηματικής επανάληψης επουσιωδών ιδιοτήτων («λέει αυτός που πίνει τσάι, μπορεί όμως και καφέ», «λέει αυτή που πίνει καφέ, μπορεί όμως και τσάι»), ένας πλανώμενος φόβος, μια ακύμαντη φωνή με παγερή χροιά συνείδησης που θυμίζει τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Ρίτσου ή την ποίηση του Καρούζου.

Με τη διαφορά πως εδώ υπάρχει η απόλυτη ελευθερία ανακατασκευής του σεναρίου, γιατί, τόσο ο ερωτών, όσο και ο απαντών, είναι το ίδιο πρόσωπο: το βάφτισμα του Φάις σε ένα νέο στιλ γραφής υιοθετεί μιαν ατελή συνθήκη διαλόγου για να σκηνοθετήσει τα πράγματα, έτσι όπως διενεργούνται και λαμβάνουν χώραν στη συνείδηση του αναγνώστη. Ο κατατμημένος, τεμαχισμένος, θραυσματικός εαυτός της ηρωίδας του Μισέλ Φάις μάς κάνει να ανακαλέσουμε τον βαθύτατο ηρακλείτειο Λόγο, ο οποίος «ψυχῆς πέρατα ἰὼν οὐκ ἂν ἐξεύροιο πᾶσαν ἐπιπορευόμενος ὁδόν». Η «αναίτια κόπωση» της Λαίδης, η ρομαντική, τρομώδης ατμόσφαιρα κατά την υποβολή (αυθ-υποβολή θα την ονόμαζα) των ερωτήσεων, το πταίσμα που δεν έχει διαπραχθεί, ο αφανισμός των περιγραμμάτων που χωρίζουν τα δύο φύλα, ο απόηχος από τη «μοναχική πολυφωνία» ενός ανθρώπινου πλήθους που βρίσκεται «εκεί έξω» μαζί με τον αναγνώστη, η παρότρυνση προς το ημερολόγιο και η αποποίησή του, η ταξινομική διάθεση κατά την αφήγηση που αυτοαναιρείται, οι υποθέσεις εργασίας που τίθενται επί τάπητος και την ίδια στιγμή καταργούνται, η διακειμενικότητα, όλα ακολουθούν το σαρτρικό «βλέμμα του Άλλου» για να το καταργήσουν αυτόματα. Mε σημειωματάριο, ντιβάνι ή και μαγνητόφωνο. Σε ρυθμούς ασθματικούς, που καθηλώνουν τον προσεκτικό αναγνώστη. Και με σκηνικό κάποιο ξενοδοχείο στην άκρη του Πουθενά, εκεί όπου οι άνθρωποι πηγαίνουν μόνο για να αφηγηθούν ιστορίες.

* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.


Aπόσπασμα από το βιβλίο:

«...Και φυσικά είναι η στιγμή, η ενδεδειγμένη στιγμή, πιο ενδεδειγμένη αυτοκτονεί, για να σε ρωτήσει αυτή τη στιγμή, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, τι έχετε περισσότερο ανάγκη; Αυτή τη φορά θα την ακούσει. Θα του την πεις. Αν ακούει τίποτα άλλο εκτός από τη σκατοψυχρογαμοφωνή του. Σκασμός, ρε. Αυτό λαχταρώ να φωνάξω. Να πάψουν όλα. Να το βουλώσουν. Σκασμός, ρε. Να μην ακούω τίποτα. Κιχ. Κανείς όμως δεν μ’ ακούει. Δεν βγαίνει η φωνή μου; Κουφάθηκε το σύμπαν; Γι’ αυτό προτιμώ να μη χρειάζεται να αποφασίζω για τίποτα. Ποτέ ξανά. Να μην αποφασίζω για τίποτα. Να γίνω πρακτική, χρήσιμη και αυτάρκης σαν μια καρέκλα. Απαθής σαν μια καρέκλα. Είτε με ξεσκονίζουν, είτε με λουστράρουν. Είτε κάθονται πάνω μου παιδιά, υπέρβαροι ή χεσμένοι. Κι αν θυμώσουν και με κομματιάσουν; Να! Κι αν ξεπαγιάσουν και με ρίξουν στο τζάκι; Να! Καλύτερα όμως, τώρα που το ξανασκέφτομαι, θα ήταν να συναντούσα ανθρώπους που θα μου μαλάκωναν την τραχεία καμπύλη του χρόνου. Χωρίς να πουν τίποτα. Χωρίς να κάνουν τίποτα. Απλά και μόνο επειδή αναπνέουν. Πού να τους βρω όμως; Υπάρχουν δρόμοι, πλατείες, εστιατόρια, μπαρ, εξοχές, πήχτρα σε κόσμο ή άδεια, όπου να συχνάζουν αυτοί οι αφανείς τύποι, αυτοί οι υπέροχοι χαρακτήρες, που δεν είναι κόλαση ακόμη η ζωή τους;» 


 

lady cortisolLady Cortisol
Μισέλ Φάις
Πατάκης 2017
Σελ. 128, τιμή εκδότη € 8,00

politeia link more

 

 

 

 

 

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ 

 


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ουρανός απ’ άλλους τόπους, του Σωτήρη Δημητρίου (κριτική)

Ουρανός απ’ άλλους τόπους, του Σωτήρη Δημητρίου (κριτική)

Για το μυθιστόρημα του Σωτήρη Δημητρίου «Ουρανός απ’ άλλους τόπους» (εκδ. Πατάκη). Οικογενειακή φωτογραφία: Άγνωστος δημιουργός  © Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης.

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Έχετε δει χειροποίητους σεμέδες...

Στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, της Έλενας Χουζούρη (κριτική)

Στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, της Έλενας Χουζούρη (κριτική)

Για το μυθιστόρημα της Έλενας Χουζούρη «Στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού – Μια παλιά ιστορία» (εκδ. Πατάκη). Στην κεντρική εικόνα, αστυνομικοί μεταφέρουν νεκρό τον Μιχάλη Πρέκα, στην Καλογρέζα, την 1η Οκτωβρίου του 1987. 

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

...
Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη, του Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλου: Η λεπτουργία της αφήγησης

Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη, του Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλου: Η λεπτουργία της αφήγησης

Για την επανέκδοση της πρώτης συλλογής διηγημάτων του Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλου «Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη» (εκδ. Κίχλη).

Της Διώνης Δημητριάδου

Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που πρωτοεμφανίστηκαν (Τραμ, 1973) τα έντεκα μικρά διηγήματα (γραμμ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Βραβεία της Εταιρείας Συγγραφέων 2020: Οι βραχείες λίστες

Βραβεία της Εταιρείας Συγγραφέων 2020: Οι βραχείες λίστες

Ανακοινώθηκαν οι βραχείες λίστες για τα βραβεία της Εταιρείας Συγγραφέων. Η τελετή απονομής θα γίνει την Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου. 

Επιμέλεια: Book Press

Η Εταιρεία Συγγραφέων έχει θεσπίσει τα Βραβεία «Γιάννης Βαρβέρης» και «Μένης Κουμανταρέας...

Το μαύρο βιβλίο, το αριστούργημα του Ορχάν Παμούκ

Το μαύρο βιβλίο, το αριστούργημα του Ορχάν Παμούκ

Για το μυθιστόρημα του Orhan Pamuk «Το μαύρο βιβλίο» (μτφρ. Στέλλα Βρετού, εκδ. Πατάκη).

Της Νίκης Κώτσιου

Ένα από τα πιο συζητημένα και πολυδιαβασμένα βιβλία της σύγχρονης τουρκικής λογοτεχνίας, το Μαύρο βιβλίο (1990) του νομπελίστα Ορχάν Παμ...

Οι επόμενοι εμείς, του Αλέκου Λούντζη (κριτική)

Οι επόμενοι εμείς, του Αλέκου Λούντζη (κριτική)

Για την ποιητική συλλογή του Αλέκου Λούντζη «Οι επόμενοι εμείς» (εκδ. Στιγμός).

Του Βασίλη Λαμπρόπουλου

Συζητώντας την ελληνική ποίηση του 21ου αιώνα προσπαθώ πάντα να μην την προσεγγίσω καθ’ εαυτή αλλά να την τοποθετήσω σε ένα διεθνές πλαίσιο κι ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Πώς η Σιμόν έγινε η Μποβουάρ: Μια ολόκληρη ζωή, της Κέιτ Κερκπάτρικ (προδημοσίευση)

Πώς η Σιμόν έγινε η Μποβουάρ: Μια ολόκληρη ζωή, της Κέιτ Κερκπάτρικ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη βιογραφία της Simone de Beauvoir «Πώς η Σιμόν έγινε η Μποβουάρ: Μια ολόκληρη ζωή» (μτφρ. Στέλλα Κάσδαγλη), της Kate Kirkpatrick που θα κυκλοφορήσει στις 27 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. 

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Για τη...

Χωρίς πυξίδα, της Χριστίνας Πουλίδου (προδημοσίευση)

Χωρίς πυξίδα, της Χριστίνας Πουλίδου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Χριστίνας Πουλίδου «Χωρίς πυξίδα», που θα κυκλοφορήσει στις 27 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2025

«Βρομοκατάσταση» συνόψισε ο Μορ...

Λενάκι: Δυο φωτιές και δυο κατάρες, του Δημήτρη Ινδαρέ (προδημοσίευση)

Λενάκι: Δυο φωτιές και δυο κατάρες, του Δημήτρη Ινδαρέ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Δημήτρη Ινδαρέ «Λενάκι: Δυο φωτιές και δυο κατάρες. Με αφορμή ένα δημοτικό τραγούδι του Μοριά», το οποίο κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Εστία.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ι. ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΡΙΖΕΣ

...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

11η Σεπτεμβρίου, 20 χρόνια μετά: 20 βιβλία που μας βοήθησαν να κατανοήσουμε

11η Σεπτεμβρίου, 20 χρόνια μετά: 20 βιβλία που μας βοήθησαν να κατανοήσουμε

Είκοσι χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τα γεγονότα που μας εισήγαγαν στον 21ο αιώνα. Ήταν η μεγαλύτερη και πιο σοκαριστική αλληλουχία τρομοκρατικών ενεργειών που έγινε ποτέ, με μερικά λεπτά διαφορά: οι επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους στη Νέα Υόρκη, και στο Πεντάγωνο στην Ουάσιγκτον, την 11η Σεπτεμβρίου του 2001. Α...

Τα ώριμα βιβλία του Αυγούστου: 26 πρόσφατες εκδόσεις

Τα ώριμα βιβλία του Αυγούστου: 26 πρόσφατες εκδόσεις

Οι περισσότεροι από τα τίτλους που παρουσιάζονται εδώ έφτασαν στα χέρια μας πολύ πρόσφατα. Πρόκειται για ενδιαφέροντα βιβλία που στην πλειονότητά τους πέρασαν «κάτω από τα ραντάρ» των βιβλιοπροτάσεων για το καλοκαίρι. Ιδού μερικά από τα καλύτερα. 

Ε...

Έντεκα καλά βιβλία, πρόσκληση για σκέψη

Έντεκα καλά βιβλία, πρόσκληση για σκέψη

Έντεκα βιβλία ιστορίας, εθνολογίας, σύγχρονων οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων για τους εναπομείναντες στην πόλη αλλά και για όσους ακόμη αναζητούν βιβλία για τις διακοπές τους που να αξίζουν το βάρος τους.

Του Γιώργου Σιακαντάρη

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

20 Οκτωβρίου 2021 ΕΛΛΗΝΕΣ

Το Φανταστικό στην Ελλάδα: Ο λόγος στους εκδότες του

«Η Άγνωστη Καντάθ», «Αίολος», «Οξύ», «Φανταστικός Κόσμος», «Anubis», «Sελίνι»: Έξι εκδοτικοί οίκοι που αγαπούν την Επιστημονική Φαντασία, το Fantasy και τον Τρόμο τοποθ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

11 Δεκεμβρίου 2020 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2020

Να επιλέξεις τα «καλύτερα» λογοτεχνικά βιβλία από μια χρονιά τόσο πλούσια σε καλούς τίτλους όπως η χρονιά που κλείνει δεν είναι εύκολη υπόθεση. Το αποτολμήσαμε, όπως άλ

ΦΑΚΕΛΟΙ

ΞΕΧΩΡΙΣΑΜΕ

ΝΑ ΑΛΛΟ ΕΝΑ