fais cortisol

Για τη νουβέλα του Μισέλ Φάις «Lady Cortisol» (εκδ. Πατάκης)

Του Νίκου Ξένιου

«Ζητώ μια νέα γραφή για τον μέσα κόσμο». Νίκος Καρούζος («Διάλογοι»)

Ο τίτλος «Λαίδη» είναι τίτλος τιμής, αλλά στη μετωνυμική του χρήση γίνεται ειρωνικό επίθετο για τη νεύρωση ή και θεατρικό προσωπείο. Η ποιητικώτατη νουβέλα «Lady Cortisol» (Αθήνα, Πατάκης, 2016) του Μισέλ Φάις, μια παράγραφος 118 σελίδων, μιλά για την αναγκαιότητα της ψευδαίσθησης σε έναν κόσμο ανηλεούς πραγματικότητας: o συγγραφέας προσεγγίζει το σύμπαν και τον άνθρωπο με φυσικούς όρους και όχι με υπερβατικές έννοιες, ενώ το κάθε επιμέρους πρόσωπο της νουβέλας του αναζητά τα συστατικά του στοιχεία στο παρελθόν, στη μνήμη, στην αρχετυπική σχέση με τον πατέρα και τη μητέρα, στο σεξ και γενικά στο ένστικτο, παράγοντας έναν ιδιότυπο, μετανεωτερικό τύπο νατουραλισμού. 

Στο εξαιρετικό βιβλίο του Φάις ο Άλλος Άνθρωπος ενσαρκώνει μια διαφορετική υπόσταση του χρόνου, από τα νύχια του οποίου πρέπει να δραπετεύσει η συνείδηση. Η μήτις (πονηριά, δολιότητα) των ερωτήσεων και ο ψυχαναγκαστικός χαρακτήρας των απαντήσεων (η ερωτώμενη «ξεγλιστρά» με σχοινοτενείς απαντήσεις, που εκφαίνουν πολλαπλές σεναριακές εκδοχές) είναι το απατηλό παιχνίδι που παίζει ο συγγραφέας εις βάρος του αντίπαλου χρόνου. Μοιάζει με την κατάδυση στον εαυτό στο «ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν» του Ηράκλειτου. Ο συγγραφέας ακυρώνει τις συνάψεις συμβατικών σχέσεων, σχέσεων εξάρτησης, αντιπροτείνοντας τον διάλογο με τον εαυτό: «Εσύ, αυτός. Και, ανάμεσά σας, αυτά που ήθελες να ρωτήσεις τον εαυτό σου»

Υπομνηματισμοί του υπομνηματισμού

Λόγω τίτλου και μόνο, γίνεται αυτόματα η σύνδεση με τη «Λαίδη Φθειροζόλ» («Lady of Larkspur Lotion») του Τένεσι Ουίλιαμς: «ένας μικρός φεγγίτης φέρνει στον χώρο το λυκόφως μιας απαισιόδοξης μέρας», γράφει ο Τένεσι στο μονόπρακτό του περιγράφοντας το ηλιοβασίλεμα στο άθλια επιπλωμένο rent room της Νέας Ορλεάνης. Αντίστοιχα, το δωμάτιο του Μισέλ Φάις υποδηλώνει την απουσία συναισθήματος: μια «σύμβαση έργου μνήμης» στην εμβληματική σκηνή με το Γκρί Στούντιο, υπογεγραμμένη και από τα δύο μέρη: τον ερωτώντα και την ψυχαναλυόμενη, υπό όρους αυταρχικού πειράματος που αφορά τις σχέσεις εξουσίας και θυμίζει το πείραμα Στάνφορντ. Ο εξαρτητικός χαρακτήρας αυτών των σχέσεων (Η Ασύνδετη, η Πρώην Συνδεδεμένη, ο Διαχειριστής) εντάσσεται στον γενικότερο αυταρχισμό που διακρίνει τα υποβαλλόμενα ερωτημάτα, σε μια κλιμάκωση που φτάνει στα εξωφρενικά: «Είσαι σίγουρη πως είναι ένας ο ερωτών;», «Μήπως, αν εμφανιστεί, δεν θα ξαναρωτήσει ποτέ;»

Σαρκαστική, άλλοτε αυτεξούσια και άλλοτε παρελκόμενη, η Κορτιζόλη του Φάις μοιάζει να αναδύεται από ένα βαθύ ψυχαναλυτικό «πηγάδι», ομολογώντας πως μπορεί να μετατραπεί στην ηρωϊδα Μάσα του Τσέχωφ, ή σε μια παθιασμένη, μισάνθρωπη πόρνη.

Στο βιβλίο του Φάις οι τρεις περσόνες του Τένεσι «απορροφώνται» σε μία: ο κεντρικός χαρακτήρας της «Λαίδης Φθειροζόλ», η σαραντάχρονη ενοικιάστρια κυρία Χάρντγουικ-Μουρ, είναι άφραγκη και εκπορνεύεται, αλλά αυταπατάται πως είναι απόγονος αριστοκρατικής γενιάς και κληρονόμος φυτείας καουτσούκ στη Βραζιλία και αρνείται τους όρους της πραγματικότητας. Οι μύχιοι φόβοι της Λαίδης Cortisol (που ίσως θεραπεύονταν με τη χρήση κορτιζόλης) μοιάζουν με τα έντομα που καταδιώκουν την ηρωϊδα του Τένεσι (και που εξολοθρεύονται με τη χρήση φθειροζόλης). Σαρκαστική, άλλοτε αυτεξούσια και άλλοτε παρελκόμενη, η Κορτιζόλη του Φάις μοιάζει να αναδύεται από ένα βαθύ ψυχαναλυτικό «πηγάδι», ομολογώντας πως μπορεί να μετατραπεί στην ηρωϊδα Μάσα του Τσέχωφ, ή σε μια παθιασμένη, μισάνθρωπη πόρνη. Η «Corti» ζει τη «μέρα της Μαρμότας», την επανάληψη των στερεοτυπικών σχέσεων με τους γονείς. Ωστόσο, δεν γνωρίζουμε τίποτε συγκεκριμένο για τους χαρακτήρες, ή καλύτερα για τις τρεις όψεις ενός και του αυτού χαρακτήρα. Η ομιλία συνεχίζεται μόνο και μόνο για να παραμείνει ανοικτός ο δίαυλος της σύνδεσης, για να αποτραπεί ο θάνατος, παρά το γεγονός ότι οι λέξεις είναι διφυείς και ενδέχεται και να τον περιέχουν.

«Τι είναι αυτό το σκούρο, αυτό το πώς το είπες»

Ο επινοημένος «ανακριτής» στο βιβλίο του Φάις, προϊόν της συνείδησης της Lady Cortisol, επιβεβαιώνει τον πλασματικό χαρακτήρα του λογοτεχνικού της προσώπου. Παραθέτει, δε, το λεπτοφυές υλικό ενός ψυχαναλυτή: πρόκειται για μιαν άλλην εκδοχή της κυρίας Γουάιρ, της ιδιοκτήτριας του ενοικιαζόμενου δωματίου στη «Λαίδη Φθειροζόλ» του Τένεσι, μιας κυνικής ρεαλίστριας που πασχίζει να προσγειώσει την ενοικιάστριά της στην πραγματικότητα: «Σας βαρέθηκα, εσάς τους τυφλοπόντικες, τους χαραμοφάηδες, τους μπεκρήδες, τους απόκληρους, που πάτε να επιβιώσετε με υποσχέσεις, ψέματα και απάτες!». Στη νουβέλα του Μισέλ Φάις, η δευτεροπρόσωπη αφήγηση «παράγει» την κεντρική γυναικεία περσόνα, τη Lady Cortisol, ενώ η ρηματοποίηση σε ένα αδιάλειπτο παρόν «περιγράφει» (δηλαδή κλείνει ένα κύκλο με μολύβι γύρω από...) το ταμπεραμέντο της «απαντησο-μηχανής» που αυτή ενσαρκώνει.

Η ηρωίδα του Τένεσι αισθάνεται πως η σπιτονοικοκυρά της την κατασκοπεύει διαρκώς, παραμονεύοντας πίσω από τις πόρτες. Αντίστοιχα, η Λαίδη Κορτιζόλ του Φάις διώκεται από την εκλογικευμένη δομή των ερωτήσεων ενός «εσωτερικού» ανακριτή, που δίνουν κλώτσο στην ανέμη για να αφηγηθεί τις μικρές της ιστορίες. Οι δίνες της σκέψης της («η ασάφεια με ταράζει γλυκά») και οι στιγμές που μεσολαβούν ανάμεσα στις ερωτήσεις τής επιτρέπουν να ανασάνει και να αναπαραγάγει αυτά που είναι σημαντικά: «Πέφτω για ύπνο με την προσδοκία, όταν ξυπνήσω, να βρω τα πράγματα πιο σταθερά, πιο αρραγή, δεν θα ήθελα να πω έξω από τον χρόνο...». Παλιρροιακές δίνες, ρουφήχτρες, το ηρακλείτειο «εδισηζάμην εμεωϋτόν» που διατηρεί τη συνείδηση σε εγρήγορση.

Το τρίτο πρόσωπο, ο αλκοολικός συγγραφέας, είναι πελάτης της ενοικιάστριας και υποστηρίζει την ψευδαίσθηση της Λαίδης Φθειροζόλ, ισχυριζόμενος, και ο ίδιος, πως γράφει ένα μυθιστόρημα 780 σελίδων στη διάρκεια των τελευταίων είκοσι χρόνων: «Ας πούμε ότι υπάρχουνε μόνο μερικές κακογραμμένες σελίδες στον πάτο του μπαούλου μου!». Ο Συγγραφέας είναι με το μέρος της ξεσκισμένης καρδιάς, των γκρεμισμένων ονείρων, της υπερευαισθησίας. «Ας πούμε ότι η αυλαία της αχαλίνωτης φαντασίας μου άνοιγε σε υπέροχα θεατρικά έργα, αλλά τα φώτα του θεάτρου έσβηναν προτού κλείσει η αυλαία», λέει ο συγγραφέας. Και προτείνει να ομορφήνουμε αυτόν τον άσχημο κόσμο, εξυμνώντας τον. Είναι το αντίστοιχο του απροσδιόριστου αφηγητή που κρύβεται πίσω από τη δευτεροπρόσωπη αφήγηση του Μισέλ Φάις. Η διακειμενικότητα στον απόλυτο βαθμό.

Η ευελιξία της αφηγηματικής συνθήκης

Η κορτιζόλη είναι η ορμόνη του πανικού, του άγχους και της κατάθλιψης. Του φόβου να μην έχουμε την ανάγκη να διηγηθούμε ή να αφηγηθούμε οποιανδήποτε ιστορία: αυτή είναι η ερμηνεία του συγγραφέα. Η ουσία αυτή μπορεί να βοηθήσει ανθρώπους που ακολουθούν ψυχοθεραπεία για την «απαλοιφή» μιας φοβίας ή των απειλητικών αναμνήσεων: δόλιες ή επιθετικές ερωτήσεις σχετικά με τη ζωή μας είναι επιδεκτικές απαντήσεων που αφορούν κάθε άνθρωπο, υπό οιανδήποτε ιδιότητα. Ας υποθέσουμε, τώρα, πως το άγχος είναι υπαρξιακό. Η «εξάχνωση» τόπου και χρόνου είναι η μοναδική οδός απάλειψής του. Αυτό όμως το υλικό δεν είναι λεπτοφυές, αλλά τραχύ: αφορά όσους δεν έχουν την πολυτέλεια να ψυχαναλυθούν.

Ο Μισέλ Φάις προτείνει να αποκοπούν οι «καλωδιώσεις» που συνδέουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με την κοινοποιημένη πραγματικότητα, έτσι ώστε να αναφανεί ο πλασματικός χαρακτήρας της κοινοποίησης καθεαυτήν και να καταργηθεί το αγχογόνο στοιχείο που τη διακρίνει. 

Ο Μισέλ Φάις προτείνει να αποκοπούν οι «καλωδιώσεις» που συνδέουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με την κοινοποιημένη πραγματικότητα, έτσι ώστε να αναφανεί ο πλασματικός χαρακτήρας της κοινοποίησης καθεαυτήν και να καταργηθεί το αγχογόνο στοιχείο που τη διακρίνει. Fragmenta θρυμματισμένης πρόζας διαδραματίζονται σε ένα «διάλειμμα» του εξωτερικού χρόνου, σαν να «παγώνει» μια φωτογραφική κάμερα σε ινσταντανέ: πίσω από την κάμερα αυτήν υπάρχει ο «αναξιόπιστος» αφηγητής, που ακούει τον εαυτό του να μιλά λόγω της παρουσίας ενός Άλλου και μόνον. Μια «συνεδρία» έξαψης, απορίας και εκνευρισμού, παραληρηματικής επανάληψης επουσιωδών ιδιοτήτων («λέει αυτός που πίνει τσάι, μπορεί όμως και καφέ», «λέει αυτή που πίνει καφέ, μπορεί όμως και τσάι»), ένας πλανώμενος φόβος, μια ακύμαντη φωνή με παγερή χροιά συνείδησης που θυμίζει τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Ρίτσου ή την ποίηση του Καρούζου.

Με τη διαφορά πως εδώ υπάρχει η απόλυτη ελευθερία ανακατασκευής του σεναρίου, γιατί, τόσο ο ερωτών, όσο και ο απαντών, είναι το ίδιο πρόσωπο: το βάφτισμα του Φάις σε ένα νέο στιλ γραφής υιοθετεί μιαν ατελή συνθήκη διαλόγου για να σκηνοθετήσει τα πράγματα, έτσι όπως διενεργούνται και λαμβάνουν χώραν στη συνείδηση του αναγνώστη. Ο κατατμημένος, τεμαχισμένος, θραυσματικός εαυτός της ηρωίδας του Μισέλ Φάις μάς κάνει να ανακαλέσουμε τον βαθύτατο ηρακλείτειο Λόγο, ο οποίος «ψυχῆς πέρατα ἰὼν οὐκ ἂν ἐξεύροιο πᾶσαν ἐπιπορευόμενος ὁδόν». Η «αναίτια κόπωση» της Λαίδης, η ρομαντική, τρομώδης ατμόσφαιρα κατά την υποβολή (αυθ-υποβολή θα την ονόμαζα) των ερωτήσεων, το πταίσμα που δεν έχει διαπραχθεί, ο αφανισμός των περιγραμμάτων που χωρίζουν τα δύο φύλα, ο απόηχος από τη «μοναχική πολυφωνία» ενός ανθρώπινου πλήθους που βρίσκεται «εκεί έξω» μαζί με τον αναγνώστη, η παρότρυνση προς το ημερολόγιο και η αποποίησή του, η ταξινομική διάθεση κατά την αφήγηση που αυτοαναιρείται, οι υποθέσεις εργασίας που τίθενται επί τάπητος και την ίδια στιγμή καταργούνται, η διακειμενικότητα, όλα ακολουθούν το σαρτρικό «βλέμμα του Άλλου» για να το καταργήσουν αυτόματα. Mε σημειωματάριο, ντιβάνι ή και μαγνητόφωνο. Σε ρυθμούς ασθματικούς, που καθηλώνουν τον προσεκτικό αναγνώστη. Και με σκηνικό κάποιο ξενοδοχείο στην άκρη του Πουθενά, εκεί όπου οι άνθρωποι πηγαίνουν μόνο για να αφηγηθούν ιστορίες.

* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.


Aπόσπασμα από το βιβλίο:

«...Και φυσικά είναι η στιγμή, η ενδεδειγμένη στιγμή, πιο ενδεδειγμένη αυτοκτονεί, για να σε ρωτήσει αυτή τη στιγμή, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, τι έχετε περισσότερο ανάγκη; Αυτή τη φορά θα την ακούσει. Θα του την πεις. Αν ακούει τίποτα άλλο εκτός από τη σκατοψυχρογαμοφωνή του. Σκασμός, ρε. Αυτό λαχταρώ να φωνάξω. Να πάψουν όλα. Να το βουλώσουν. Σκασμός, ρε. Να μην ακούω τίποτα. Κιχ. Κανείς όμως δεν μ’ ακούει. Δεν βγαίνει η φωνή μου; Κουφάθηκε το σύμπαν; Γι’ αυτό προτιμώ να μη χρειάζεται να αποφασίζω για τίποτα. Ποτέ ξανά. Να μην αποφασίζω για τίποτα. Να γίνω πρακτική, χρήσιμη και αυτάρκης σαν μια καρέκλα. Απαθής σαν μια καρέκλα. Είτε με ξεσκονίζουν, είτε με λουστράρουν. Είτε κάθονται πάνω μου παιδιά, υπέρβαροι ή χεσμένοι. Κι αν θυμώσουν και με κομματιάσουν; Να! Κι αν ξεπαγιάσουν και με ρίξουν στο τζάκι; Να! Καλύτερα όμως, τώρα που το ξανασκέφτομαι, θα ήταν να συναντούσα ανθρώπους που θα μου μαλάκωναν την τραχεία καμπύλη του χρόνου. Χωρίς να πουν τίποτα. Χωρίς να κάνουν τίποτα. Απλά και μόνο επειδή αναπνέουν. Πού να τους βρω όμως; Υπάρχουν δρόμοι, πλατείες, εστιατόρια, μπαρ, εξοχές, πήχτρα σε κόσμο ή άδεια, όπου να συχνάζουν αυτοί οι αφανείς τύποι, αυτοί οι υπέροχοι χαρακτήρες, που δεν είναι κόλαση ακόμη η ζωή τους;» 


 

lady cortisolLady Cortisol
Μισέλ Φάις
Πατάκης 2017
Σελ. 128, τιμή εκδότη € 8,00

politeia link more

 

 

 

 

 

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ 

 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Όσο περιμένεις να συμβεί», του Γιάννη Τσίρμπα (κριτική)

«Όσο περιμένεις να συμβεί», του Γιάννη Τσίρμπα (κριτική)

Για το βιβλίο του Γιάννη Τσίρμπα με τίτλο «Όσο περιμένεις να συμβεί» (εκδ. Gutenberg).

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου

Ο Γιάννης Τσίρμπας πρωτοε...

«Ας φύγουμε λοιπόν» του Αλέξανδρου Διαμαντή (κριτική)

«Ας φύγουμε λοιπόν» του Αλέξανδρου Διαμαντή (κριτική)

Για τη νουβέλα του Αλέξανδρου Διαμαντή «Ας φύγουμε λοιπόν», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη, και «καταλήγει να εκφράζει τον θρήνο μιας γενιάς, η οποία ενηλικιώθηκε απότομα και εξίσου απότομα προσγειώθηκε». Κεντρική εικόνα: Οι Jeanne Moreau, Oskar Werner, Henri Serre στην ταινία του François Truf...

«Πλατωνικοί διάλογοι, ή γιατί στο σπήλαιο κάνουν όλοι πάρτι» του Χάρη Βλαβιανού (κριτική)

«Πλατωνικοί διάλογοι, ή γιατί στο σπήλαιο κάνουν όλοι πάρτι» του Χάρη Βλαβιανού (κριτική)

Για το βιβλίο του Χάρη Βλαβιανού «Πλατωνικοί διάλογοι, Ή γιατί στο σπήλαιο κάνουν όλοι πάρτι» (εκδ. Πατάκη). Στην κεντρική εικόνα: Men with Boxes on Head, Brunswick, GA, 2001 © Rodney Smith (1947- 2016)

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

Άντρες και γυ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Καζούο Ισιγκούρο: «Το να είσαι υποψήφιος για Όσκαρ είναι συναρπαστικό»

Καζούο Ισιγκούρο: «Το να είσαι υποψήφιος για Όσκαρ είναι συναρπαστικό»

Τη φετινή χρονιά, ανάμεσα στους υποψηφίους για το Όσκαρ Καλύτερου Διασκευασμένου Σεναρίου βρίσκεται και ο νομπελίστας Kazuo Ishiguro, για το σενάριο της ταινίας «Αισθάνομαι ζωντανός», μια διασκευή του «Ikiru» του Akira Kurosawa. Ο συγγραφέας μίλησε για την υποψηφιότητά του σε πρόσφατη συνέντευξή του στο The Wrap. Τα...

Τιμητική διάκριση για την Άννα Πατάκη από το γαλλικό κράτος

Τιμητική διάκριση για την Άννα Πατάκη από το γαλλικό κράτος

Η εκδότρια Άννα Πατάκη τιμήθηκε από το γαλλικό κράτος με το παράσημο του Ιππότη των Γραμμάτων και των Τεχνών, για τη δράση της υπέρ της προώθησης των σύγχρονων Γάλλων συγγραφέων.

Επιμέλεια: Book Press

Τη Δευτέρα 23 Ιανουαρί...

Τρεις γάτες (διήγημα)

Τρεις γάτες (διήγημα)

Στα δύο της άρχισε να παχαίνει απότομα, έπαιρνε σχεδόν ένα κιλό τον μήνα· σαν αρνάκι που το τάιζαν για το Πάσχα. Δεν θυσιάστηκε βέβαια, αρρώστησε όμως. Τότε εκδηλώθηκε το αυτοάνοσο που την ταλαιπωρεί. Κεντρική εικόνα: Charles van den Eycken, The Jewel Box.

Της Αθηνάς Βογιατζόγλου ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Ο Βασίλης –ψευδώνυμο Γιάννης– στην αριστερά (1971 - 2008)» του Θόδωρου Σούμα (προδημοσίευση)

«Ο Βασίλης –ψευδώνυμο Γιάννης– στην αριστερά (1971 - 2008)» του Θόδωρου Σούμα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογράφημα - πολιτική μαρτυρία του Θόδωρου Σούμα, «Ο Βασίλης –ψευδώνυμο Γιάννης– στην αριστερά (1971 - 2008)» το οποίο θα κυκλοφορήσει την ερχόμενη εβδομάδα από τις εκδόσεις Επίκεντρο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
«Τις μέρες που λιγόστευε το φως» του Όιγκεν Ρούγκε (προδημοσίευση)

«Τις μέρες που λιγόστευε το φως» του Όιγκεν Ρούγκε (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Όιγκεν Ρούγκε [Eugen Ruge] «Τις μέρες που λιγόστευε το φως» (μτφρ. Τεό Βότσος), το οποίο θα κυκλοφορήσει την ερχόμενη εβδομάδα από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

1 ΟΚΤΩΒΡΙ...

«Ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον» του Μιχάλη Μακρόπουλου (προδημοσίευση)

«Ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον» του Μιχάλη Μακρόπουλου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Μιχάλη Μακρόπουλου «Ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον», που θα κυκλοφορήσει στις 19 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Κίχλη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Γιανγκσὶ-ντιέναο (τρεῖς σκηνὲς)  ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

7 μυθιστορήματα από όλον τον κόσμο για τους φίλους του φανταστικού

7 μυθιστορήματα από όλον τον κόσμο για τους φίλους του φανταστικού

Πρώτος μήνας του νέου έτους και πριν δούμε τι θα φέρει η φετινή πραγματικότητα ας επιτρέψουμε στον εαυτό μας ένα φανταστικό λογοτεχνικό ταξίδι. Οι εκδόσεις Βακχικόν προτείνουν επτά μυθιστορήματα για τους φίλους του φανταστικού. Γιατί η φαντασία σε πάει παντού...

Επιμέλεια: Book Press

...
Γουίλιαμ Χ. Γκας: «Τα δώδεκα σημαντικότερα βιβλία που διάβασα στη ζωή μου»

Γουίλιαμ Χ. Γκας: «Τα δώδεκα σημαντικότερα βιβλία που διάβασα στη ζωή μου»

Στο βιβλίο του με τίτλο «The William H. Gass Reader», ο Αμερικανός πεζογράφος William H. Gass επέλεξε τα δώδεκα βιβλία που διαμόρφωσαν τη λογοτεχνική ματιά του. Μια λίστα που, όπως σημειώνει και ο ίδιος στην εισαγωγή του, δεν περιλαμβάνει απαραιτήτως τα «δώδεκα καλύτερα βιβλία» που έχει διαβάσει, καθώς «κάθε σπουδαί...

Τα 100 καλύτερα μυθιστορήματα στην αγγλόφωνη πεζογραφία σύμφωνα με τον Γκάρντιαν

Τα 100 καλύτερα μυθιστορήματα στην αγγλόφωνη πεζογραφία σύμφωνα με τον Γκάρντιαν

Ο κριτικός λογοτεχνίας της βρετανικής εφημερίδας, Guardian, Robert McCrum επέλεξε τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία γραμμένα στα αγγλικά. Στη λίστα του εντοπίζουμε έργα που θεωρούνται πλέον κλασικά, από συγγραφείς όπως οι Ντίκενς, Μέλβιλ, κ.ά., καθώς και μυθιστορήματα από τους ΝτεΛίλο, Ισιγκούρο, Ροθ, Κουτσί, κ.ά. ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

13 Δεκεμβρίου 2022 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2022

Έφτασε η στιγμή και φέτος για την καθιερωμένη εδώ και χρόνια επιλογή των εκατό από τα καλύτερα βιβλία λογοτεχνίας της χρονιάς που φτάνει σε λίγες μέρες στο τέλος της. Ε

ΦΑΚΕΛΟΙ