
Για τη νουβέλα του Γιάννη Νικολούδη «Κόκκινο φαράγγι» (εκδ. Πατάκη).
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Ήδη από το προηγούμενο βιβλίο του Άδειος τόπος (2023), που έγινε δεκτό με δάφνες, ο Γιάννης Νικολούδης είχε διαμορφώσει τον τρόπο γραφής του, που τώρα, στο ανά χείρας έργο, βλέπουμε να παγιώνεται με σαφή χαρακτηριστικά. Ακόμα περισσότερο εδώ, η τεχνοτροπία του συνεχίζει να παίρνει σάρκα και οστά, όχι μόνο χάρη στα θριλερικά στοιχεία που κάνουν τον αναγνωστικό αέρα να πήζει, αλλά και χάρη σε μια υποδόρια ιστορία, ικανή να δώσει στην όλη ατμόσφαιρα δεύτερα και τρίτα νοήματα.
Σε τι συνίσταται το θριλερικό κλίμα; Είναι ο υπαινικτικός τρόπος της αφήγησης ο οποίος δημιουργεί την αίσθηση της απειλής, ενώ όλα κυλάνε ομαλά, κάτι που κορυφώνει την ένταση και την αγωνία. Οι ήρωες, συνήθως ανυποψιάστοι, ζουν στο όριο ενός μεταιχμίου που υποβάλλεται ως κίνδυνος, μολονότι ίσως δεν συντρέχουν πραγματικοί λόγοι για κάτι τέτοιο. Ο αναγνώστης νιώθει −περισσότερο με το ένστικτο− έναν υποβολιμαίο φόβο, καθώς ποικίλες διφορούμενες ενδείξεις συγκροτούν ένα σκοτεινό περιβάλλον, σαν κάτι να υπάρχει και συνάμα να διαφεύγει από την προσοχή του. Στην ουσία τα πάντα διαπερνιούνται από ένα ψυχολογικό ρίγος, καθώς το αδιόρατο ή καλύτερα αυτό που δεν ξέρουμε συμπυκνώνεται στις αντιδράσεις των προσώπων, και από ένα μυστικό που υπονοείται, αλλά αποκαλύπτεται, αν τελικά αποκαλύπτεται, σχετικά αργά.
Σ’ αυτήν τη νουβέλα που κυκλοφόρησε μέσα στο 2026, τρεις έφηβοι με ονόματα από τον χώρο του διαδικτύου, η Foxylady_22 και ο Darkking47, που είναι ζευγάρι, και ο φίλος τους SnakeskinAI, ανακαλύπτουν ένα μυστηριώδες κλειστό σπίτι έξω από το χωριό, στα όρια του φαραγγιού της περιοχής. Παράλληλα, ένας άντρας επιστρέφει στο χωριό μετά από πολλά χρόνια, καθώς είχε διενέξεις με τον αδελφό του, και εμπλέκεται σε μια παράλληλη πορεία με τους τρεις εφήβους, ειδικά όταν ο Darkking, κρυφά από τους άλλους δύο, ψάχνει να βρει τι συνέβη με τη μητέρα του που την οδήγησε στον θάνατο. Αυτό το «παράλληλα» σαν κινηματογραφικό μοντάζ δημιουργεί συνεχή ερωτήματα, κυρίως για τη σχέση της μίας ιστορίας με την άλλη.
Φάνηκε ήδη ο απειλητικός χαρακτήρας που σκεπάζει το κείμενο σαν μεγάλο δίχτυ αράχνης. Οι κλειστοί χώροι, όπως τα σπίτι που τελικά παραβιάζεται, το υπόγειο, η σπηλιά και το ανήλιαγο φαράγγι, το άγνωστο παρελθόν, το μυστήριο του επαναπατρισθέντος άντρα, το ημίφως της αφήγησης και άλλα παίζουν σαν κινηματογραφική κάμερα με το ορατό και το αόρατο (δεν εννοώ το μεταφυσικό), σ’ αυτό που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας και σ’ αυτό που παραμένει αδιευκρίνιστο.
Η εφηβική ψυχοσύνθεση, που σκιαγραφείται έξοχα με τις ένθετες φράσεις της νεανικής ιδιολέκτου, με τον ευθύ λόγο που δίνει ζωντάνια στην τριτοπρόσωπη αφήγηση, συντονίζεται με τη σκοτεινιά και εντείνει το μυστήριο της σκόπιμα ασαφούς ψυχολογίας και των αφανών κινήτρων. Διλήμματα εγείρονται για το ποιος είναι ο θύτης και ποιος το θύμα, πόλοι που στο γενικό πλαίσιο μοιάζουν ανάποδοι. Αυτή η αμφιταλάντευση, ανάμεσα σε άλλα, εξελίσσεται στο θριλερικό πλαίσιο και υποδεικνύει, χωρίς να την αποκαλύπτει, ποια διάθεση εκδίκησης μετατρέπει την αθώα (για τους περισσότερους) βόλτα σε βαθύτερη πρόθεση τιμωρίας (του ενός). Τα αθώα παιδιά δεν είναι πάντα τα θύματα, αλλά συχνά η εφηβική βία ακολουθεί το ευφάνταστο και προσχεδιασμένο πλάνο μιας εκδικητικής μανίας.
Τα αθώα παιδιά δεν είναι πάντα τα θύματα, αλλά συχνά η εφηβική βία ακολουθεί το ευφάνταστο και προσχεδιασμένο πλάνο μιας εκδικητικής μανίας.
Η προκείμενη νουβέλα του Γ. Νικολούδη πείθει ακόμα περισσότερο από τον Άδειο τόπο, κι αυτό αποτελεί ήδη μια σημαντική κατάκτηση. Η εκδίκηση, που συνδέεται με το παρελθόν, και δη την τεθλασμένη μνήμη, συναντά το Κακό ως δύναμη αφανή, η οποία ωστόσο επενεργεί εσωτερικά και υπαρξιακά. Το Κακό συμβαίνει, λέει ο συγγραφέας. Κι όταν χάνεται το γεγονός, ένα υπόγειο τραύμα μένει, ανεπαίσθητο, για χρόνια ίσως ανενεργό, που όμως έρχεται η στιγμή να βγει, να κουβαλήσει όλη τη θολότητα της παιδικής ηλικίας, η οποία θα μολύνει την ενήλικη ζωή. Οι νεκρές ζώνες και το υπαινικτικό κλίμα αφήνει διάσπαρτη μια πολυσημία, η οποία ερεθίζει τον αναγνώστη όχι μόνο να την ξεδιαλύνει με τη λογική του, αλλά κυρίως να την χωνέψει μέσα στην ψυχή του και να τη μηρυκάσει, σαν νάρκη που θα σκάσει σε ανύποπτη φάση.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε –σε δική του επιμέλεια– ο δεύτερος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής» (εκδ. Διόπτρα).
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Ναι, τότε δεν ήξεραν τι μυστικά έκρυβε ο D@arkking47 και όλο προχωρούσαν μέσα στη δροσερή βλάστηση και δώσ’ του χαχανητά και πειράγματα και δώσ’ του να κόβουν κουκουνάρια από τα χαμηλά κλαδιά και να τα πετάει ο ένας στον άλλο, φωνάζοντας δήθεν θυμωμένοι, ξεκόλλα, ρε μαλάκα, λίγο πριν σταματήσουν να μιλάνε και αρχίσουν να ελέγχουν τα κινητά τους, να τσεκάρουν ειδοποιήσεις. Οι μεταλλικοί και κάπως στριγκοί ήχοι των ειδοποιήσεων αρχικά ακούγονταν παράταιροι μέσα στους ήχους του δάσους – εκείνη τη σπασμωδική ανάσα από θροΐσματα φύλλων και κελαηδίσματα πουλιών, σουρσίματα ποντικών και βουίσματα εντόμων-, μετά όμως γίνονταν ένα με τη βουή της βλάστησης ή έστω συμβάδιζαν μαζί της».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Γιάννης Νικολούδης γεννήθηκε το 1987 στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε Οικονοµικά στο Πανεπιστήµιο Πειραιώς. Διηγήµατά του έχουν διακριθεί σε διαγωνισµούς. Το 2016 εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο (Άµοιρο παιδί, εκδόσεις Παράξενες µέρες). Ακολούθησε το Από χώµα και κόκαλα (εκδόσεις Σκαρίφηµα, 2021), που ήταν υποψήφιο για το βραβείο νουβέλας του περιοδικού Ο Αναγνώστης.

Από τις Εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορούν τα µυθιστορήματά του Άδειος τόπος (2023) το οποίο τιµήθηκε µε Κρατικό Βραβείο (για βιβλίο που προάγει σηµαντικά τον διάλογο πάνω σε ευαίσθητα κοινωνικά ζητήµατα), µε το Βραβείο της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και το Βραβείο Νέου Λογοτέχνη του περιοδικού Κλεψύδρα, και το Κόκκινο Φαράγγι (2026).























