
Σκέψεις για τα έργα και τη γραφή του Διονύση Χαριτόπουλου (Πειραιάς, 26 Αυγούστου 1947 – Αθήνα, 8 Οκτωβρίου 2026).
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Ευτυχώς η λογοτεχνία έχει τόσους τρόπους, τόσους τροπισμούς, τόσες αποχρώσεις που κάθε συγγραφέας, όταν βρει το στίγμα του, μπορεί να την κάνει να ιριδίζει με απίστευτα χρώματα.
Ο Διονύσης Χαριτόπουλος (1947-2026), που πέθανε πριν από λίγες μέρες, είχε βρει το δικό του ύφος και παλμό, και γι’ αυτό κατάφερε να αφήσει πίσω του ένα corpus ευδιάκριτων κειμένων, τα οποία φέρουν φαρδιά πλατιά τη δική του σφραγίδα. Απ’ τη μια, έγραφε λογοτεχνία με αντιλογοτεχνική – ιστορικοφανή διάθεση κι απ’ την άλλη συνέθετε χρονικά, βιογραφίες και ιστορικές μικρομελέτες με άκρως λογοτεχνικό οίστρο. Με άλλα λόγια, τα έργα του μπαινοβγαίνουν από τη μυθοπλασία στο non-fiction κι αντίστροφα, δείχνοντας ότι η φωνή των σημερινών συγγραφέων μπορεί να διαπερνά τα όρια, με την τόλμη που οδηγεί σε υβρίδια και αλληλοκαλύψεις.
Ο Δ. Χαριτόπουλος δεν σπούδασε τίποτα, αλλά μελέτησε τη σκληρή βιοπάλη ως πεδίο γόνιμων μαθημάτων. Γεννήθηκε στον Πειραιά και ζυμώθηκε με τη φτώχια, το λιμάνι, το λαϊκό στοιχείο, τον Ολυμπιακό… Βρήκε στη λογοτεχνία την αυτοδίδακτη τέχνη να αποδώσει το φορτίο που κουβαλούσε από μικρός και να εξημερώσει τους δαίμονές του.
Ξεκίνησε το 1976 με τη συλλογή διηγημάτων Δανεικιά γραβάτα και ακολούθησαν πάνω από είκοσι βιβλία, που περιελάμβαναν αμιγή λογοτεχνία (τόσο διηγήματα και νουβέλες όσο και μυθιστορήματα), μια βιογραφία, αφηγήματα ανάμεσα στο χρονικό, το απομνημόνευμα, το non-fiction και το δοκίμιο, δύο θεατρικά έργα κ.λπ. Η πένα του γεννούσε κείμενα που έβριθαν βιωματικών στοιχείων, ποτισμένα με την ανορθόδοξη, αντισυμβατική του σκέψη.
Πρώτο σημαντικό βιβλίο του θεωρείται το 525 τάγμα πεζικού (1981), το οποίο συνδυάζει την πείρα του από τη στρατιωτική ζωή μέσα στη Χούντα (πιο συγκεκριμένα το 1974) και το τραγελαφικό στοιχείο, το οποίο υπονομεύει το πνεύμα της στρατοκρατούμενης δικτατορίας. Με χιούμορ και παρωδία όπως και με την ευτράπελη γραφή της φάρσας, ο συγγραφέας αναδεικνύει την αποτυχία του καθεστώτος, ακόμα κι εκεί που υποτίθεται ότι ήταν κραταιό, αλλά και την ανοργανωσιά της μεταπολίτευσης, που δεν μπορεί να ξαναθεμελιώσει την εύρυθμη στρατιωτική ζωή. Στρατό, χούντα και κωμικότητα έχουμε και στις Πρόβες πολέμου (2014), όπου ο Έβρος το 1967 γίνεται το πεδίο, στο οποίο αναδεικνύεται ο καιροσκοπισμός των φαντάρων, η ηγετική ανεπάρκεια της εξουσίας, οι εφήμεροι ελιγμοί σε μια θητεία-βάσανο, η αρχομανία των στρατόκαυλων και ο παλιοπαιδισμός των ανώριμων αλλά και ο ευδαιμονιστικός ατομικισμός πολλών άλλων.
Τα παιδιά της Χελιδόνας το 1983 αισθητοποιούν τους απόηχους του Εμφυλίου, που χώρισαν σε πολλές κατευθύνσεις τα μέλη μιας οικογένειας, αναδεικνύοντας τις πολλαπλές μίζερες ζωές τους, όπως αυτές συμπλέκονται με την Ιστορία. Μονόλογοι και διάλογοι δραματοποιούν τις φυγόκεντρες πορείες και το συγκείμενο που τους καθορίζει. Στο ίδιο κλίμα κινείται το έργο για το οποίο ακούστηκε περισσότερο ο Δ. Χαριτόπουλος, τη βιογραφία του Άρη Βελουχιώτη με τίτλο Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων (οριστική έκδοση το 2003). Με συμπλήρωμα τους Άτακτους (2022), ο συγγραφέας σκιαγραφεί, χωρίς να αγιοποιεί, τον αρχηγό του ΕΛΑΣ και μετά από πολυετή έρευνα σε αρχεία, βιβλία και επιτόπου παρουσία στους τόπους, όπου αυτός έδρασε, συνθέτει τη ζωή του πρωτοκαπετάνιου. Η παρουσίαση του Κ.Κ.Ε. στο βιβλίο και άλλα αμφιλεγόμενα σημεία προκάλεσαν την αντίδραση των δογματικών κάθε είδους, από τους άκαμπτους δεξιούς έως τους ακραιφνείς κομμουνιστές.
Μια τριπλέτα έργων, από το 1989 και τη Νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι μέχρι το 1991 και τη νουβέλα Εναντίον του Marlboro αλλά και το Από δω πέρασε ο Κίλροϊ (1992), σηματοδοτεί την πορεία από τα αλώνια… στα σαλόνια κι από το λιμάνι στα γραφεία των διαφημιστικών εταιρειών. Ο συγγραφέας ξεκινά με προσωπογραφίες του λαϊκού στοιχείου που όλες μαζί σκιτσάρουν ανθρώπινους τύπους, οι οποίοι προσπαθούν να επιβιώσουν σε μια φτωχή και ασφυκτική Ελλάδα. Και στο δεύτερο έργο, η ζωή σε μια εταιρεία με επιχειρηματίες και μάνατζερ οδηγεί σε ψυχικές ασθένειες που οφείλονται στο άγχος και την πίεση. Τέλος, ο αθυρόστομος ασθενής που φεύγει στη Γερμανία, για να βρει γιατρειά, βρίζει γιατρούς και Γερμανούς, σοκάρει με την κυνικότητά του, ξιφουλκεί επί δικαίων και αδίκων σε καταιγιστικούς διαλόγους.
Μια άλλη τριλογία, πιο συνεκτική θεματικά και υφολογικά, αφορά τον Πειραιά. Το Εκ Πειραιώς (2012), οι Πειραιώτες (2016) και το Πειραιάς βαθύς (2018) στηρίζονται στις προσωπικές αναμνήσεις του συγγραφέα από τις φτωχογειτονιές στις οποίες μεγάλωσε. Πρόκειται για αφηγήσεις που αναπλάθουν το εγώ μέσα σε ένα γλαφυρά απεικονισμένο κοινωνικό πλαίσιο. Τα τρία βιβλία συν-φιλοτεχνούν μια τοιχογραφία του Πειραιά, με την ανέχεια, την αλητεία, την ανθρωπογεωγραφία μιας επικράτειας που κινούνται ανάμεσα στη χειρωνακτική εργασία και την παρανομία, το προλεταριάτο και τον Ολυμπιακό, τις αξίες της λαϊκής μαγκιάς και την πορνεία της Τρούμπας, την εργατιά των Μανιάτικων και τη ζωή του λιμανιού.
Και μέσα σε αυτό το ανθρωπολογικό σκηνικό των δεκαετιών του ’50 και του ’60 (θυμίζω ότι ο Δ. Χαριτόπουλος γεννήθηκε το 1947), ξεπηδά αυτοβιογραφικά ο ίδιος ο συγγραφέας που ανδρώθηκε μέσα σε αυτό το πλαίσιο κι έγινε σπλάχνο από τα σπλάχνα του: βιοπαλαιστής από παιδί, μαγκίτης, μικροαπατεώνας και φιντάνι που κατάφερε εντέλει να μορφωθεί, αλλά πάντα στην ψυχή έμεινε αγριάγκαθο μιας πολύβουης λασπερής τριανταφυλλιάς.
Τα κείμενά του αφήνουν την ανάδειξη του λαϊκού στοιχείου ως φιλοτέχνηση μιας κοινωνίας και μιας εποχής. Αυτά θα μείνουν για να θυμίζουν ότι το ύφος μιας τέτοιας καταιγιστικής γραφής μπορεί να ορθώσει κόσμους και ανθρώπους.
Μπορούμε να μιλάμε για έναν sui generis συγγραφέα; Φυσικά. Αυτοδημιούργητος και αυτοδίδακτος, με μια βιωματική κάτωθεν παιδεία, καταφέυγει στις εμπειρίες του αλλά και στην Ιστορία για να εκφραστεί. Κι αυτό γίνεται με έναν εκρηκτικό λόγο, προφορικό χείμαρρο μιας ασυμβίβαστης φωνής, που αναμειγνύει τη λαϊκή λαλιά, την αργκό και την ασίκικη ομιλία με τον λόγο του διανοούμενου, που είναι συνάμα μέσα κι έξω από την ψυχή του λαού.
Ο πειραϊκός λαός στον Δ. Χαριτόπουλο δεν κρίνεται, ούτε επιδοκιμάζεται, ούτε αποδοκιμάζεται. Παρουσιάζεται ως κομμάτι της πόλης, περιγράφεται κοινωνιολογικά, έστω κι αν η ματιά τού εμπλεκόμενου αφηγητή είναι υποκειμενική, και εκπέμπει αυθεντικότητα, που αναφύει αξίες, όσο κι αν η ηθική του συγκρούεται με τον νόμο· κι αυτό όμως συμβαίνει αναγκαστικά, μέσα από τη μαρξιστική αντίληψη ότι το περιβάλλον, η τάξη, οι οικονομικές συνθήκες κ.ά. γεννούν περιθώριο, ατομικιστικές τάσεις, νταηλίκι ως προσπάθεια επιβίωσης, έκνομες πράξεις αλλά και απίστευτα ανθρώπινες στιγμές. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Ολυμπιακός είναι θρησκεία, αφού αντιπροσωπεύει αυτά ακριβώς τα οράματα, που ξεπροβάλλουν από τις λάσπες και ονειρεύονται συλλογικές και ατομικές νίκες.
Ο ρεαλισμός του λογοτέχνη συναντά τη δραματικότητα μιας υποδόριας έντασης, ο κυνισμός του την ανθρωπιά, η ντοκουμενταρίστικη γραφή του το χιούμορ και τον σαρκασμό. Η παραστατικότητα δεν ξεπέφτει σε μολυβιές περιγραφικότητας αλλά ξεχύνεται ζωντανή και θελκτική σχεδόν σε κάθε σελίδα, η εξομολόγηση μπλέκεται με τον ευθύ λόγο των προσώπων, η σαφήνεια των πινέλων απλώνεται στα μικρά και στα μεγάλα και ζωγραφίζει εκτενώς τις πλινθοσυνοικίες αλλά και τις επιχειρήσεις.
Δεν μας ενδιαφέρει η ζωή του, η σχέση του με τη σύζυγό του Μαλβίνα Κάραλη ή ο εξωλογοτεχνικός βίος του. Τα κείμενά του αφήνουν την ανάδειξη του λαϊκού στοιχείου ως φιλοτέχνηση μιας κοινωνίας και μιας εποχής. Αυτά θα μείνουν για να θυμίζουν ότι το ύφος μιας τέτοιας καταιγιστικής γραφής μπορεί να ορθώσει κόσμους και ανθρώπους.
Sic ad astra itur!
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε –σε δική του επιμέλεια– ο δεύτερος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής» (εκδ. Διόπτρα).


























