
Για το μυθιστόρημα της Ρένας Λούνα «Αγαπητή μαρμάρινη πλάκα» (εκδ. Ίκαρος). Εικόνα, από το παρισινό νεκροταφείο Περ Λασαίζ.
Γράφει ο Αντώνης Γουλιανός
Η Ρένα Λούνα έκανε το λογοτεχνικό της ντεμπούτο με το φιλόδοξο μυθιστόρημα Οι αλεπούδες του Περ Λασαίζ (Μωβ Σκίουρος, 2023), ένα βιβλίο που ανέδειξε αρκετά από τα συγγραφικά της προτερήματα: την ενδελεχή προσπάθεια μιας λεκτικής ακριβείας που συνοδεύεται από την ερευνητική της ευρύτητα, την διακειμενική προοπτική που δεν περιορίζεται στις εγχώριες επιδράσεις στις οποίες συνήθως παραπέμπουν οι νεοέλληνες συγγραφείς, αλλά με την κατοχή μιας παιδείας που δεν φαίνεται να γνωρίζει λογοτεχνικά σύνορα, γεωγραφικά ή χρονολογικά.
Το δεύτερο μυθιστόρημά της, Αγαπητή Μαρμάρινη Πλάκα είναι καλύτερο και ωριμότερο από το πρώτο. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Η Λούνα μοιάζει να έχει μελετήσει -και ίσως αποστηθίσει;- χιλιάδες δείγματα επιστολικής γραφής από πολλαπλές πηγές.
Η συγγραφέας μεταχειρίζεται με αυτοσκοπική διάθεση μια μάλλον κοινότοπη ιστορία, ίσως και λίγο κλισέ, που καταφέρνει να την απογειώσει με την στοχαστική της ευρηματικότητα. Πολύ έξυπνα και ταιριαστά καταπιάνεται με μια ιστορία σύγχρονη και πολύ πιο πλήρη σε σχέση με το πρώτο της βιβλίο. Αν απουσίαζε το στοιχείο του λογοτεχνικού παιγνίου, το βιβλίο θα κατέληγε μια παραλλαγή του πρώτου: η ζωή και ο θάνατος μιας ετεροκανονικής σχέσης.
Ευτυχώς η συγγραφέας ξεκινά αμέσως να χειρίζεται εντέχνως το υλικό της.
Οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες, ο καθηγητής και η φοιτήτρια, διαθέτουν παραδόξως πολλά κοινά, συνδέονται θα έλεγε κανείς με μια απροσδόκητη συγγένεια. Για αυτό σε αρκετά σημεία συναντάμε μια, υποθέτουμε σκόπιμη, σύγχυση των ιδιοτήτων τους. Μοιάζει η ιστορία σαν να αντιστρέφεται. Οι ήρωες διακωμωδούνται και βάλλονται από μια πανοπτική ειρωνεία, από ένα σκωπτικό μετείκασμα. Κι ύστερα υπάρχει η διάχυτη διαπνοή ενός συγκρατημένου πάθους αλλά και μιας προσεγμένης αποστασιοποίησης.
Ο χειρισμός της προαναφερόμενης ειρωνείας είναι εξόχως εύστοχος. Η ηρωίδα στέκεται αρκούντως χαριτωμένη, παρότι αντιφατική και επαμφοτερίζουσα. Τα σκόπιμα σκόρπια λάθη και οι αναχρονισμοί που συναντάμε εδώ κι εκεί, παραδίδονται στο αναγνωστικό υποκείμενο ως σημεία κλειδιά για την αυτοαναφορικότητα του βιβλίου.
Η Λούνα ανακοινώνει στον αποδέκτη τη συγγραφή του βιβλίου που διαβάζει αυτή τη στιγμή και του εκμυστηρεύεται εκκωφαντικά και απροκάλυπτα το μυστικό της συγγραφής του: μια αληθινή ιστορία που μεταλλάχθηκε από τη συγγραφέα με κομψότητα:
«Θα γράψω για τα όσα έχουν συμβεί από τότε που ήρθα στο Παρίσι. Φυσικά, θα γράψω για σένα -μην ανησυχείς, δεν θα σε εκθέσω, ποτέ δεν θα έκανα τέτοια φρικαλεότητα! Θα γράψω και για τον Νοά, πάλι πολύ προσεκτικά. Θ’ αλλάξω τα ονόματα, φυσικά. Θα επινοήσω τα πάντα από την αρχή κι έτσι η περιπέτειά μου θα τοποθετηθεί επιτέλους στα χέρια μου. (…) Κι όλα αυτά δημιουργήθηκαν εξαιτίας σου. Είχες δίκιο. Είχες απόλυτο δίκιο! Με σπρώχνεις προς τόσο ενδιαφέρουσες αναζητήσεις. Γιατί είσαι τόσο έξυπνος; (…) Σου αρέσει; Θα σε κρύψω καλά, κανείς δεν θα σε καταλάβει. Σ’ το υπόσχομαι». (σελ. 171)
Εδώ έχουμε αυτομυθοπλαστικότητα και μεταμυθοπλασία ταυτοχρόνως. Ένα βιβλίο μέσα στο βιβλίο, που, μιας και η ηρωίδα είναι επίσης συγγραφέας, αποκτά μια αέναη αντήχηση. Έναν παραγωγικό αντίλαλο που ίσως δεν θα πάψει ποτέ στις λογοτεχνικές συνηχήσεις του. Η ηρωίδα της ηρωίδας θα ήταν επίσης συγγραφέας και η ηρωίδα της ηρωίδας της ηρωίδας το ίδιο. Χαριτωμένο εύρημα αυτή η αλλεπάλληλη επέκταση με ένα μολύβι.
Η συμβουλή του καθηγητή μοιάζει ήδη εκπληρωμένη: εκμεταλλεύσου την καταστροφή, της λέει. Και η Λούνα το εφαρμόζει ταυτόχρονα με την ηρωίδα της.
Η συγγραφέας βεβαίως δεν αρκείται στην μεταφορά των πιθανών εμπειριών της, αλλά τα κωδικοποιεί σε έμμεσες μνείες. Ο υποψιασμένος αναγνώστης ιχνηλατώντας στα στοιχεία θα εντοπίσει μια από αυτές τις μνείες στην Καραγατσιάδα: ένα σκάνδαλο στη Salambo (επωνυμία που μάς θυμίζει την επίσης ιστοριογραφική με αμιγέστερο τρόπο Σαλαμπώ του Φλωμπέρ) προκύπτει λόγω ενός άρθρου της συγγραφέως η οποία βάλλεται από επικρίσεις και επιθέσεις. Η συμβουλή του καθηγητή μοιάζει ήδη εκπληρωμένη: εκμεταλλεύσου την καταστροφή, της λέει. Και η Λούνα το εφαρμόζει ταυτόχρονα με την ηρωίδα της.
Επιρροές και πάθη
Ως άμεση και κυρία επιρροή της αναφέρει σε συνέντευξη της στον Σόλωνα Παπαγεωργίου, Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου. Το νεανικό μυθιστόρημα του Γκαίτε συνιστά αναμφίβολα ένα από τα εμβληματικότερα επιστολικά κείμενα. Ωστόσο, οι ομοιότητες μεταξύ τους είναι κατά τη γνώμη μου ισχνές, πέρα από τη μεταφορά του ερωτικού τριγώνου. Το πνεύμα του αγαθού ρομαντικού ήρωα δεν ταιριάζει τόσο στο πνεύμα του βιβλίου. Αν ήταν να ομοιάζει με κάποιον ήρωα, η φωνή του βιβλίου θα ταίριαζε ορθότερα με κάποιον από τους αναξιόπιστους αφηγητές του Ναμπόκοφ - ο Χ.Χ ή, ακόμα, ο αδερφός του Σεμπάστιαν Νάιτ. Αντιθέτως, αυτό που ίσως θα έπρεπε να διευκρινίσει η συγγραφέας είναι πως η μεγαλύτερη επιρροή της μοιάζει να είναι ο τρόπος που ο Γκαίτε έγραψε τον Βέρθερο και όχι ο ίδιος ο ήρωας. Παρομοίως, ο μεγάλος συγγραφέας μετέφερε ένα δικό του βίωμα σε λογοτεχνία, αναμειγνύοντας πραγματικά περιστατικά που συνέβησαν στον ίδιο αλλά και σε άλλα άτομα. Ο Γκαίτε το κατάφερε αυτό με την τέχνη της αποστασιοποίησης. Μάλιστα άλλαξε κομβικές λεπτομέρειες της εμφάνισης της ηρωίδας του, της Λόττε, μετατρέποντας το χρώμα των ματιών της σε διαφορετικό από αυτό που είχε στην πραγματικότητα η γυναίκα που ερωτεύτηκε. Πιθανόν η Λούνα να έπραξε τον ίδιο στις λεπτομέρειες των ηρώων της, αφού είχε πληροφορήσει τον αναγνώστη πως θα τους κρύψει καλά.
Οι δύο ήρωες, ο καθηγητής και η φοιτήτρια, έχουν αρκετές ομοιότητες μεταξύ τους. Παράλληλα έχουν αντιφατικές ιδιότητες έτσι που ο ένας θα μπορούσε να είναι κάλλιστα ο άλλος.
Ο αυτοκτονικός ιδεασμός του Βέρθερου, όπως και να ‘χει, έχει ξεπεραστεί και από τους δύο ήρωες, όπως ακριβώς ξεπέρασε και ο Γκαίτε τον δικό του. Το παιχνίδι που παίζεται στις σελίδες ταιριάζει περισσότερο στις κρυπτικές αφηγήσεις των αστυνομικών γρίφων. Σε πολλά σημεία η αφήγηση μοιάζει ανεστραμμένη, σαν να την διαβάζουμε μέσα από έναν καθρέφτη. Οι δύο ήρωες, ο καθηγητής και η φοιτήτρια, έχουν αρκετές ομοιότητες μεταξύ τους. Παράλληλα έχουν αντιφατικές ιδιότητες έτσι που ο ένας θα μπορούσε να είναι κάλλιστα ο άλλος. Ο καθηγητής παρουσιάζεται αυστηρός και γέρος αλλά με μια εμφάνιση φιλική και νεανική (π.χ. η εξωτερική περιγραφή του στη σελίδα 304), ενώ παρότι ακαδημαϊκός εκφράζεται αρνητικά για τους υπόλοιπους ακαδημαϊκούς και τον χώρο του πανεπιστημίου. Το πνεύμα της φοιτήτριας επίσης μοιάζει παλιακό, γέρικο. Οι δύο τους είναι δύο φιγούρες μίζερες, βασανισμένες, όπως σημειώνεται κάπου, και μαζί ζουν πάντα σε έναν φαντασιακό χειμώνα.
Η μεριά του καθηγητή παραμένει σε όλη τη διάρκεια του βιβλίου, μέχρι το τελικό ξέσπασμα (ως δραματοποιημένος αλαλαγμός ωστόσο, και πάλι, από την οπτική της ηρωίδας) σιωπηλή.
Ένας αλχημιστής της λογοτεχνίας
Το μόνο που μάς μεταφέρεται είναι τα σκιώδη θρύψαλα των λόγων του μέσα από την αφηγήτρια. Παρόλα αυτά, υπάρχει ένα εξίσου μεγάλο επιστολικό φορτίο από μεριάς του, στο οποίο παραπέμπει η ηρωίδα και στο οποίο, ουσιαστικά, ανταπαντά. Ο καθηγητής πολύσημα ποδηγετεί: της γράφει μέσω μέιλ, της απαριθμεί τις σκέψεις του, της στέλνει λίστες για τα βιβλία που πρέπει να διαβάσει, την γεμίζει με σημειώσεις για τα γραπτά της, οι οποίες περιλαμβάνουν από συμβουλές πλοκής μέχρι μια εμμονικη προσήλωση στα σημεία στίξης της και ζωγραφισμένα προσωπάκια που υπό άλλες συνθήκες δεν θα ταίριαζαν σε έναν άνθρωπο με τη δική του ιδιότητα. Παίζοντας τον ρόλο του επιμελητή, την ρωτά με περιέργεια ερωτική, όπως αναφέρεται, λεπτομέρειες για τη ζωή της, της δίνει συμβουλές σαν άλλος Πυγμαλίωνας, βλέπει σε εκείνη μια εκδοχή του εαυτού του και των συγγραφικών του βλέψεων, την αισθάνεται αντάξια του. Ο τρόπος που τον περιγράφει η φοιτήτρια είναι σαν έναν αλχημιστή της λογοτεχνίας, έναν homο universalis της Αναγέννησης, έναν άνθρωπο που μυστηριωδώς κατέχει την απόλυτη γνώση – ακόμη και τη γνώση του μυαλού της. Η περιγραφή του γίνεται με αίσθημα διανοητικού θαυμασμού, ανάμεικτου με ζήλια και πόθο για τη διάνοιά του. Φυσικά εκείνη τον χειρίζεται εξίσου, κολακεύοντας συστηματικά την ματαιοδοξία του και κάμπτοντας τις αντιστάσεις του.
Αυτός λοιπόν ο κρυμμένος στον αναγνώστη κειμενικός όγκος, αυτό το κεκαλυμμένο παγόβουνο που εκφωνείται αλάλως από τη μεριά του έτερου ήρωα, αποκαλύπτεται ακούσια ή εκούσια σε ορισμένα σημεία: επιλογές λέξεων και φράσεων (η «αφελής προσήλωση» που αναφέρεται ως συναίσθημα τόσο του καθηγητή όσο και της φοιτήτριας) καθώς και μια, τρόπον τινά, διακριτική καθηγητική χειραγώγηση που υφίσταται στις άφαντες αυτές παραινέσεις του καθηγητή. Το ίδιο το βιβλίο, λέει η ηρωίδα, ήταν ιδέα εκείνου. Τότε γιατί τάχα να φοβάται μην αποκαλυφθεί η ταυτότητά του αφού εκείνος της το ζήτησε και την κατεύθυνε προς τα εκεί; Και πώς κατέληξε εκείνη να τον βλέπει ως αρπακτικό αφού εξαρχής ήξεραν και οι δύο τις προθέσεις του άλλου;
Οι δύο τους προφανώς και δεν έχουν σκοπό να πραγματώσουν την επιθυμία τους αλλά να την αφηγηθούν, να την βιώσουν σε ένα επίπεδο διανοητικό, αφού η κοινή τους ευτυχία θα ήταν μια συνθήκη που θα απαιτούσε την παύση της αφήγησης, πράξη που απεύχονται.
Οι δυό τους μοιάζουν πράγματι με ανατριχιασμένες γάτες, όπως συμπεραίνει ευστόχως η ηρωίδα, και αυτή η εικόνα προσδίδει μια υπόνοια αναμέτρησης μεταξύ τους, αν όχι ανταγωνισμού. Είναι, άλλωστε, ίδιοι. Και οι δύο συγγραφείς, άρα και οι δύο «τέρατα». Κάπως έτσι δεν είναι και οι μεγάλοι λογοτεχνικοί έρωτες; Κάπως τερατώδεις. Οι δύο τους προφανώς και δεν έχουν σκοπό να πραγματώσουν την επιθυμία τους αλλά να την αφηγηθούν, να την βιώσουν σε ένα επίπεδο διανοητικό, αφού η κοινή τους ευτυχία θα ήταν μια συνθήκη που θα απαιτούσε την παύση της αφήγησης, πράξη που απεύχονται. Αν αυτό είναι έρωτας, πρόκειται για τον έρωτα τον συγγραφέων, για ένα συναίσθημα ακραία εκλογικευμένο και γι’ αυτό διαρκές. Υπό την συγκεκριμένη οπτική οι επιστολές της φοιτήτριας αποτελούν μια εμπύρετη απάντηση στην εσωτερικευμένη από την ηρωίδα φωνή του καθηγητή.
Οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί και η θηλυκή φωνή που εξομολογείται διεκδικεί την ανασύσταση του παρελθόντος. Έχουμε να κάνουμε με μια οικειοποίηση.
Ολόκληρο το βιβλίο καταλήγει εντέλει μια διακειμενική επιστολή στην λογοτεχνία, μια επίκληση στους νεκρούς και τους ζωντανούς συγγραφείς, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της συγγραφέως.
Η ηρωίδα βεβαίως, παίρνοντας τα αφηγηματικά ηνία, μάς παραπλανεί και μάς χειραγωγεί εξίσου. Οι επιστολές και οι παραλήπτες στο κείμενο κινούνται σε ένα φάσμα. Αρχικά φαίνεται να απευθύνεται ολόκληρο το βιβλίο στον καλό της φίλο Τόνυ που της έδωσε την ιδέα να εκθέσει τις επιστολές (το βιβλίο που κρατάμε στα χέρια μας): Γιατί δεν αξιοποιείς αυτές τις επιστολές, τον φανταζόμαστε να τη συμβουλεύει. Ύστερα, η συγγραφέας απευθύνεται ευθέως στον καθηγητή και στο πρόσωπο ή τα πρόσωπα που αυτός αντιπροσωπεύει. Παράλληλα μιλάει στον αναγνώστη και απευθύνει επιστολές στον εραστή της και την γυναίκα του καθηγητή, Καμίγ. Ολόκληρο το βιβλίο καταλήγει εντέλει μια διακειμενική επιστολή στην λογοτεχνία, μια επίκληση στους νεκρούς και τους ζωντανούς συγγραφείς, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της συγγραφέως.
Τρίγωνα
Τα τρίγωνα είναι επίσης πολλά, ένα όμορφο σχήμα λογοτεχνικά: τριγωνική είναι η σχέση της ηρωίδας με τον Νοά, αφού τρίτο πρόσωπο στέκεται η μορφή του καθηγητή. Τριγωνικός είναι ο γάμος του καθηγητή με την Καμίγ, όχι απαραιτήτως γιατί το τρίτο πρόσωπο είναι η ηρωίδα αλλά ίσως τα πολλά πρόσωπα των περιπετειών του, ή των φαντασιώσεων του, ή, ακόμα, και της λογοτεχνίας. Τριγωνική είναι επίσης η σχέση του Τεντ Χιούζ, της Πλαθ και της Άσιας που ενσαρκώνονται από τους ήρωες.
Ο Νοά είναι ένας χαρακτήρας αφόρητα εγωκεντρικός, ξερόλας, έτοιμος να διορθώσει την ηρωίδα, να την ταπεινώσει με την φαντασίωση της ανωτερότητάς του.
Η σχέση της ηρωίδας και του Νοά λειτουργεί ως ενδυνάμωση των φαντασιώσεων και της εσωτερικής επικοινωνίας με τον καθηγητή. Ο Νοά είναι ένας χαρακτήρας αφόρητα εγωκεντρικός, ξερόλας, έτοιμος να διορθώσει την ηρωίδα, να την ταπεινώσει με την φαντασίωση της ανωτερότητάς του. Οι γνώσεις του φαίνονται εντελώς επιτελεστικές, trivia που θα γνώριζε ένας ξεναγός, κάτι που η ίδια η ηρωίδα αναγνωρίζει και φαίνεται να φοβάται πως έχει υιοθετήσει, αφού ήταν έτοιμη να αρχίσει να δείχνει τα αξιοθέατα στη συνάντησή της με τον καθηγητή που δεν φαίνεται ευκόλως εντυπωσιασμένος από μνημεία και επιδερμικές γνώσεις.
Σε κάθε περίπτωση, ο καθηγητής είναι σχεδόν ένας φανταστικός φίλος της αφηγήτριας, ένας βοηθός που τον βρίσκει στην τσέπη της, που ανά πάσα στιγμή εμφανίζεται και εξαφανίζεται. Καλυμμένος με κωμικά σεντόνια αλλά συνάμα ικανός να εξαφανιστεί στη στιγμή σαν μάγος ή σαν ένα σύνολο λέξεων. Είναι μια μαρμάρινη πλάκα με την υφή του ανεξίτηλου, με το πνεύμα του διαρκούς μνημείου, ένας ολοζώντανος τάφος.
Χαριτωμένη πόζα που σκοπίμως πλατειάζει
Αν υπάρχουν κάποιες ενστάσεις για το βιβλίο θα ήταν ίσως στην υπερπληθώρα των αναφορών, καθώς και στη χαριτωμένη πόζα της ηρωίδας που σκοπίμως πλατειάζει. Δεν θα θέλαμε φυσικά να ακουστούμε σαν τον αυστηρό καθηγητή, αλλά, επί παραδείγματι, το κεφάλαιο της βιβλιοθήκης θα μπορούσε πράγματι να ήταν μικρότερο. Η αυθάδης αμετροέπεια όμως της αφηγήτριας πράττεται επί σκοπού και καταλήγει σε ένα σχόλιο πάνω στην λογοτεχνία, τη γυναικεία γραφή και το γυναικείο βίωμα. Ο χαρακτηρισμός «κοριτσίστικο» ως υποτιμητική ειδολόγηση από την πατριαρχική αυθεντία, που αναφέρεται από λοιπούς παραλήπτες των γραπτών της ηρωίδας, εκτιμάται ως καλή λογοτεχνία από τον καθηγητή που δυσφορεί κυρίως με άνδρες συναδέλφους. Η Λούνα αγκαλιάζει προσφυώς το «κοριτσίστικο», δένοντας στο λογοτεχνικό σώμα μέχρι και αναφορές στην ποπ κουλτούρα, όπως στη ρομαντική κομεντί How to lose a guy in ten days.
Κλείνοντας τις αντιλογίες στις ίδιες μου τις ενστάσεις, προχωρώ στο δεύτερο αρνητικό: ορισμένες από τις ευθείες διακειμενικές αναφορές, παρότι υφολογικά όμορφες, στέκονται κάπως ασαφείς: στο αισθαντικό κεφάλαιο Φανελένιες φαντασίες (σελ. 290) γίνεται λόγος για «κατασκευασμένες αντιθέσεις του Φλωμπέρ» διατύπωση που εμπεριέχει φιλολογική ασάφεια. Δεν θα έλεγα πως υπάρχουν κατασκευασμένες αντιθέσεις στον Φλωμπέρ. Από την άλλη αυτές τις διαφωνίες θα τις συζητούσαν καλύτερα οι δύο ήρωες και δεν είναι μεγάλα προσκόμματα στο κείμενο.
Οι άμεσες διακειμενικές αναφορές ίσως κάποια στιγμή πληθαίνουν σε βαθμό αναγνωστικού κορεσμού. Το δημιουργικό ταλέντο της συγγραφέως υπερτερεί και διακρίνεται κυρίως στις έμμεσες. Ένα εξαιρετικό χωρίο είναι και η δημιουργική έκπτυξη του πεζοποιήματος της Νίκης Ρεβέκκας Παπαγεωργίου. Γράφει η Λούνα αποδομώντας εμφατικά τη σημειολογία του πάθους: «Θέλω να μπω στις πόλεις σου, οδηγώντας σαν μανιακή, με γέλια τρελά, μαλλιά ανακατεμένα. (…) Να σβήσω τα τσιγάρα μου στους καθαρούς σου τοίχους. Να κόψω όλα τα φρούτα σου, να τα δαγκώσω ένα ένα (…) Να φτάσω στο γιγάντιο Δημαρχείο σου, γυμνή, ολόγυμνη, και να σε περιμένω εκεί μέσα. Ν’ ακούσω τη φωνή σου από τα μεγάφωνα της πολιτείας σου, να μην λέει τίποτα ενδιαφέρον» (σελ. 258)
Λούνα επιλέγει πιο παραδοσιακά την κεκαλυμμένη διήγηση υστερώντας έτσι μερικώς σε τόλμη χωρίς όμως να υπολείπεται σε αφηγηματική γοητεία.
Το βιβλίο αντλεί φυσικά έμπνευση από το I love Dick. Ωστόσο υστερεί σε σχέση με αυτό στον ρεαλιστικό του αντίκτυπο, αφού λυσιτελεί κάπως πλεοναστικά με ένα βολικό ξέσπασμα και έναν εξίσου βολικό θάνατο. Για αυτό τόσο το τέλος όσο και η περιγραφή του οπισθόφυλλου αδικούν το βιβλίο, υποσχόμενα δράμα και συνταρακτική πλοκή, ενώ το βιβλίο είναι ένας γόνιμος αναστοχασμός. Η γοητεία του I love Dick βρίσκεται στον τρόπο που μπλέκει την αφήγηση με την πραγματικότητα χωρίς να χρειάζεται να καλύψει τα γεγονότα, με αφοπλιστική ειλικρίνεια που μεταδίδεται ως συγγραφικός ριζοσπαστισμός στον αναγνώστη. Η Λούνα επιλέγει πιο παραδοσιακά την κεκαλυμμένη διήγηση υστερώντας έτσι μερικώς σε τόλμη χωρίς όμως να υπολείπεται σε αφηγηματική γοητεία. Η επίγευση που απομένει άλλωστε στο αναγνωστικό υποκείμενο είναι το ίζημα μιας παιγνιώδους ανάμιξης του πραγματικού με το μυθοπλαστικό, έτσι που αναρωτιέται αν αποτελεί και το ίδιο έναν αφηγηματικό χαρακτήρα, εγκλωβισμένο σε κάποιο βιβλίο ως λογοτεχνικός συγκαιρασμός των αληθινών ιστοριών που αποτελούν το διαχρονικό καύσιμο της λογοτεχνίας.
* Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΟΥΛΙΑΝΟΣ είναι συγγραφέας και αρθρογράφος.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Ρένα Λούνα γεννήθηκε στην Αθήνα, στη μέση του 1992. Αρθρογραφεί για θέματα φύλου στη Womanlandia και διατηρεί το λογοτεχνικό blog This book killed me.

Το 2023 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα, Οι αλεπούδες του Περ-Λασαίζ, από τις εκδόσεις Ο Μωβ Σκίουρος.























