
«Με απασχόλησε ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία αντιμετωπίζει όσους παρεκκλίνουν από αυτό που θεωρείται λειτουργικό, παραγωγικό ή «φυσιολογικό» μας είπε η Ρένα Λούνα με αφορμή το μυθιστόρημά της «Αγαπητή μαρμάρινη πλάκα» (εκδ. Ίκαρος).
Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου
Στο δεύτερο μυθιστόρημα της Ρένας Λούνα Αγαπητή μαρμάρινη πλάκα (εκδ. Ίκαρος) μια νεαρή φοιτήτρια συνδέεται ερωτικά με τον κατά πολύ μεγαλύτερο καθηγητή της, μια σχέση που θα την οδηγήσει στα όριά της. Αφού βιώσει τη συντριβή, η ηρωίδα θα καταφέρει στο τέλος να αντιμετωπίσει το παρελθόν της, εν μέρει μέσω της γραφής της, αφήνοντας τη φωνή της να ακουστεί.
Μιλήσαμε με τη συγγραφέα για την πρωταγωνίστριά της, το ύφος του επιστολικού μυθιστορήματός της, τη συνομιλία του έργου της με άλλα βιβλία, τη φεμινιστική λογοτεχνία.
Πώς προέκυψε η ιδέα για το μυθιστόρημά σας; Ποιο ήταν το αρχικό ερέθισμα;
Θα ήταν άδικο να σταθώ σε ένα μόνο ερέθισμα. Το Αγαπητή Μαρμάρινη Πλάκα είναι ένα μωσαϊκό των τελευταίων ετών της ζωής μου: βιβλία, σκέψεις, ταξίδια και φυσικά άνθρωποι που έχω γνωρίσει. Το μικρό του σύμπαν βρήκε τον εαυτό του μέσα από συγγενικά κομμάτια προηγούμενων εμπειριών και όταν δομήθηκε επαρκώς, όλα τα μέρη έδωσαν ζωή το ένα στο άλλο.
Για παράδειγμα, σε ένα ταξίδι στη Μάλτα, βρέθηκα σε ένα φιλόξενο μικρό εστιατόριο με μόλις τέσσερα ξύλινα τραπέζια με καρό τραπεζομάντιλα, που το διεύθυνε μια εντυπωσιακή γυναίκα: γρήγορες, κοφτές κινήσεις, φιλικό χαμόγελο, ζεστά μάτια. Στον πέτρινο τοίχο του μαγαζιού είδα μια στραβή κορνίζα με το πτυχίο της από μια από τις σημαντικότερες σχολές μαγειρικής. Πιο δίπλα κι άλλα πτυχία. Ωστόσο, φαινόταν να τα κάνει όλα μόνη της. Επέμενε να πάρω το κουνέλι, το οποίο αποδείχθηκε πως ήταν ένα πραγματικά μίζερο πιάτο, παρότι όλα τα υπόλοιπα φαγητά της μου άρεσαν πολύ. Δεν είμαι σίγουρη γιατί κάποια πράγματα ή άνθρωποι μας τραβάνε την προσοχή, αλλά έπιασα τον εαυτό μου να ονειροπολεί για τη ζωή της.
Μια άλλη πηγή έμπνευσης είναι οι λογοτεχνικοί κύκλοι που έχω γνωρίσει, το αναγνωστικό πάθος που μας ενώνει, οι εύθραυστες ισορροπίες, οι ανταγωνισμοί. Συχνά σκέφτομαι πως οι συγγραφικές μας φιλοδοξίες είναι ιδιαίτερα μεγεθυμένες μέσα μας και μου μπήκε η ιδέα να γράψω για τη δυσκολία να βρει ένας συγγραφέας τη θέση του ανάμεσα στον χάρτινο και τον πραγματικό κόσμο. Η λογοτεχνία είναι το μεγαλύτερο σπίτι – μερικές φορές όμως μπορεί και να καταπιεί όσους περιορίζονται μονάχα σε αυτή.
Το βιβλίο είναι στην ουσία ένα επιστολικό μυθιστόρημα. Για ποιον λόγο επιλέξατε αυτή τη φόρμα; Είχατε κάποιο πρότυπο;
Η αφήγηση στέκεται ανάμεσα στις επιστολές και το ημερολόγιο. Η ηρωίδα μου ονειρεύεται την ελευθερία, την αναζητά, την απαιτεί, συνεπώς δεν θα μπορούσα να σκεφτώ καλύτερο τρόπο για να εκφραστεί. Το πνεύμα της πριν γνωρίσει τον καθηγητή βρισκόταν σε καταστολή· σε εκείνον βλέπει κάποιον που μπορεί να εξομολογηθεί, μπορεί να κάνει φιγούρα, μπορεί να μοιραστεί τις απογοητεύσεις της, αλλά και να βασιστεί πάνω του: του ζητάει να της επιμελείται κείμενα, να τη συμβουλεύει, να την προστατεύει, να τη συστήνει εκεί που πρέπει.
Η επιστολική και η ημερολογιακή γραφή δημιουργούν συχνά την αίσθηση ότι ο αναγνώστης διαβάζει κάτι που δεν προοριζόταν γι' αυτόν, και αυτή η αίσθηση οικειότητας-ντροπής με ενδιέφερε ιδιαίτερα.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας διάβαζα σχεδόν αποκλειστικά έργα επιστολικής και ημερολογιακής γραφής, είτε επρόκειτο για προσωπικά ημερολόγια ή γράμματα συγγραφέων που δεν είχαν προορισμό την έκδοση, είτε όσα έχουν αυτή τη μορφή και είναι λογοτεχνικά έργα. Με επηρέασε ιδιαίτερα το Ημερολόγιο της καρδιάς της Γεωργίας Σάνδη, το Χρυσό σημειωματάριο της Ντόρις Λέσινγκ, το Zoo: Γράμματα όχι για την αγάπη του Βίκτορ Σκλόφσκι και τα Πάθη του νεαρού Βέρθερου του Γκαίτε.
Προσπαθούσα να καταλάβω πώς διαφορετικοί συγγραφείς αξιοποίησαν μορφές γραφής που συνήθως συνδέουμε με την ιδιωτική ζωή για να χτίσουν χαρακτήρες και να αφηγηθούν ιστορίες. Η επιστολική και η ημερολογιακή γραφή δημιουργούν συχνά την αίσθηση ότι ο αναγνώστης διαβάζει κάτι που δεν προοριζόταν γι' αυτόν, και αυτή η αίσθηση οικειότητας-ντροπής με ενδιέφερε ιδιαίτερα.
Στο μυθιστόρημά σας κάνετε πολύ συχνά αναφορές σε άλλους συγγραφείς, όπως η Σίλβια Πλαθ, η Βιρτζίνια Γουλφ, η Φλάνερι Ο’ Κόννορ, ο Ντέιβιντ Λοτζ, σε ζωγράφους κλπ. Τι προσδίδει στο μυθιστόρημά σας αυτή η έντονη συνομιλία με άλλους δημιουργούς;
Η ηρωίδα μου πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής της συνομιλώντας κυρίως με λογοτεχνικούς ήρωες, ονειροπολώντας, μελετώντας τις βιογραφίες των αγαπημένων της συγγραφέων. Δημιούργησε μέσα της ένα οικείο τοπίο φιλίας και θαυμασμού. Ο καθηγητής, για εκείνη, είναι συγγενικό της πλάσμα· διαισθάνεται ότι οι αναφορές της όχι απλά τον ενδιαφέρουν, αλλά πως τον εντυπωσιάζουν.
Η αφηγήτριά μου κρύβεται πίσω από τα μεγάλα ονόματα, τους ζητάει να πάνε στον πόλεμο για λογαριασμό της. Εάν εκείνοι βίωσαν κάτι παρόμοιο με αυτό που περνάει τώρα, παρηγορεί τον εαυτό της μέσα από αυτή τη σκέψη.
Με ενδιέφερε να αποδώσω τον ψυχισμό της μέσα από μια αφήγηση που σε σημεία πλησιάζει τη συνειδησιακή ροή. Τα λόγια σημαντικών συγγραφέων ήταν ένα πολύτιμο εργαλείο ώστε να αποδώσω τη διάθεσή της, τις ανησυχίες της και κυρίως την εσωτερική αλλαγή της σε αργούς αφηγηματικούς ρυθμούς. Η αφηγήτριά μου κρύβεται πίσω από τα μεγάλα ονόματα, τους ζητάει να πάνε στον πόλεμο για λογαριασμό της. Εάν εκείνοι βίωσαν κάτι παρόμοιο με αυτό που περνάει τώρα, παρηγορεί τον εαυτό της μέσα από αυτή τη σκέψη. Μου φαίνεται λογικό μια τόσο μοναχική προσωπικότητα όπως εκείνη να φέρνει τόσα πολλά ονόματα μέσα στη ζωή της. Σε κάποια σημεία, οι άλλοι συγγραφείς λειτουργούν για εκείνη ως «σωσίες», μέσω των οποίων εκφράζεται ελεύθερα, ωστόσο της είναι αδύνατο να σταθεί χωρίς το προστατευτικό τους περίβλημα και να βασιστεί αποκλειστικά στο δικό της Εγώ.
Ένα από τα θέματα του βιβλίου σας αφορά στην ψυχική υγεία, τον τρόπο που «λειτουργεί» η επιστήμη της ψυχιατρικής, μιας και η ηρωίδα σε ένα σημείο οδηγείται στο ψυχιατρείο και αργότερα καλείται να συμμετάσχει στην έκθεση «Σύγχρονες καλλιτέχνιδες που τρελάθηκαν». Με ποιον τρόπο προσεγγίζετε αυτό το ιδιαίτερο θέμα;
Η ηρωίδα μου δεν ήταν σίγουρη εάν έπρεπε ή όχι να συμμετάσχει στην έκθεση. Αυτή η δύσκολη ιστορία ήταν πίσω της πια και δεν υπήρχε λόγος να τη σκαλίσει. Όταν διαπίστωσε πως φοβάται να ανατρέξει στα χαρτιά της, πήρε την απόφαση τελικά να το κάνει. Αναρωτιέται στην αρχή: «Δεν έχω τη δύναμη να αντιμετωπίσω ένα ξύλινο κουτί που βρίσκεται μέσα στην ίδια την ιδιοκτησία μου; Είμαι ακόμα κρυμμένη και κατανικημένη από τα ίδια μου τα ραβασάκια;»
Με ενδιέφερε να προσεγγίσω την ψυχική υγεία όχι ως σταθερή ταυτότητα, αλλά ως μια εύθραυστη κατάσταση που επηρεάζεται διαρκώς από τις σχέσεις μας, τις κοινωνικές προσδοκίες και τον τρόπο που «αφηγούμαστε» τον εαυτό μας, στον εαυτό μας. Η ηρωίδα μου περνά μια περίοδο ψυχικής κατάρρευσης, όμως δεν ήθελα να την αντιμετωπίσω μέσα από μια ψυχιατρική διάγνωση. Με ενδιέφερε περισσότερο να εξετάσω τι συμβαίνει όταν ένας κατά τα άλλα δυσκολεμένος κοινωνικά άνθρωπος επενδύει σχεδόν όλη του την ύπαρξη σε μια σύνδεση, σε μια πνευματική αυθεντία ή σε μια φαντασίωση για το ποιος θα ήθελε να γίνει. Όταν αυτά καταρρεύσουν, καταρρέει μαζί τους και το ψυχικό οικοδόμημα της ταυτότητάς του.
Η έκθεση «Σύγχρονες καλλιτέχνιδες που τρελάθηκαν» λειτουργεί μέσα στο μυθιστόρημα και ως ένα δεύτερο ερώτημα: ποιος αποφασίζει τελικά ποια γυναίκα είναι «ιδιοφυΐα», «εκκεντρική» ή «τρελή»;
Ταυτόχρονα, με απασχόλησε ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία αντιμετωπίζει όσους παρεκκλίνουν από αυτό που θεωρείται λειτουργικό, παραγωγικό ή «φυσιολογικό». Συχνά δείχνουμε κατανόηση απέναντι στον ψυχικό πόνο μόνο μέχρι το σημείο που δεν μας φέρνει σε αμηχανία. Από εκεί και πέρα αρχίζει η απόσταση και η καχυποψία.
Η έκθεση «Σύγχρονες καλλιτέχνιδες που τρελάθηκαν» λειτουργεί μέσα στο μυθιστόρημα και ως ένα δεύτερο ερώτημα: ποιος αποφασίζει τελικά ποια γυναίκα είναι «ιδιοφυΐα», «εκκεντρική» ή «τρελή»; Οι γυναίκες δημιουργοί κουβαλούν ιστορικά ένα ιδιαίτερο βάρος σε αυτό το ζήτημα, καθώς η ψυχική τους οδύνη συχνά είτε ρομαντικοποιείται, είτε χρησιμοποιείται για να υπονομεύσει το έργο τους.
Ο ιδανικός αναγνώστης σας είναι άντρας, γυναίκα, ή το φύλο του δεν παίζει κανέναν ρόλο;
Ο ιδανικός αναγνώστης είναι ο φιλοπερίεργος. Αυτή/ος που θα ήθελε να μάθει πώς είναι να κατοικείς μια διαφορετική έμφυλη (κι όχι μόνο) εμπειρία από τη δική της/του.
Πώς αποτιμάτε τον όρο «φεμινιστική λογοτεχνία» σήμερα; Συμφωνείτε με αυτόν, διαφωνείτε και γιατί; Τον διεκδικείτε για τα δικά σας βιβλία;
Διαβάζοντας το Βιβλίο της Πολιτείας των Κυριών της Κριστίν ντε Πιζάν, σκέφτομαι πόσο παλιά είναι στην πραγματικότητα αυτή η συζήτηση. Κάθε σύστημα εξουσίας γεννά και τις αφηγήσεις που το αμφισβητούν, γι’ αυτό ο φεμινισμός στη λογοτεχνία είναι μια παράδοση που εκτείνεται αιώνες πίσω.
Δεν χρειάζεται μια ηρωίδα να είναι μάχιμη, μπορεί να είναι «ελαττωματική», συνένοχη σε καταπιεστικά συστήματα, πολιτικά ανενημέρωτη, αυτοκαταστροφική, ακόμα και μισογύνισσα. Εάν ο συγγραφέας καταφέρει να φωτίσει τις γυναικείες συνθήκες και εάν η οπτική γωνία που βρίσκεται στο κέντρο της αφήγησης αναδεικνύει και αμφισβητεί, σιωπηλά ή φωναχτά, κατ’ εμέ, έχει φεμινιστικές απολήξεις.
Όταν στην αφήγηση αντιμετωπίζεται η γυναικεία εμπειρία, όταν αποκαλύπτεται ή ασκείται κριτική στην πατριαρχική εξουσία, όταν οι γυναίκες δεν περιγράφονται με μια μόνο βασανιστικά επίπεδη ταυτότητα, όταν αμφισβητούνται οι έμφυλοι ρόλοι, όταν το πολιτικό συγκρούεται με την καθημερινότητα των γυναικών, θεωρώ πως έχουμε στα χέρια μας ένα φεμινιστικό βιβλίο. Δεν χρειάζεται μια ηρωίδα να είναι μάχιμη, μπορεί να είναι «ελαττωματική», συνένοχη σε καταπιεστικά συστήματα, πολιτικά ανενημέρωτη, αυτοκαταστροφική, ακόμα και μισογύνισσα. Εάν ο συγγραφέας καταφέρει να φωτίσει τις γυναικείες συνθήκες και εάν η οπτική γωνία που βρίσκεται στο κέντρο της αφήγησης αναδεικνύει και αμφισβητεί, σιωπηλά ή φωναχτά, κατ’ εμέ, έχει φεμινιστικές απολήξεις.
Θεωρώ πως το Αγαπητή Μαρμάρινη Πλάκα έχει φεμινιστικές στιγμές. Στο μεγαλύτερο του μέρος, η ηρωίδα μου απορρίπτει τις γυναικείες παρέες, κάπως τις φοβάται και ίσως τις θεωρεί χάσιμο χρόνου σε σχέση με το μεγαλείο της συντροφιάς του καθηγητή και του δικού του (κυρίως αντρικού) κύκλου διανοούμενων. Θα χρειαστεί να περάσει από αρκετές διαψεύσεις μέχρι να αναθεωρήσει ορισμένες από τις πιο βαθιές βεβαιότητές της.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Ρένα Λούνα γεννήθηκε στην Αθήνα, στη μέση του 1992. Αρθρογραφεί για θέματα φύλου στη Womanlandia και διατηρεί το λογοτεχνικό blog This book killed me. Το 2023 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα, Οι αλεπούδες του Περ-Λασαίζ, από τις εκδόσεις Ο Μωβ Σκίουρος.
























