
Για το μυθιστόρημα του Δαμιανού Αγραβαρά «Ω Λαλά!» (εκδ. Νήσος). Εικόνα: Η Μίνα Ορφανού στην ταινία «Στρέλλα» (2009), του Πάνου Κούτρα.
Γράφει ο Αντώνης Γουλιανός
Tο παρτάλι (εκδ. Πατάκη) του Θεώδορου Γρηγοριάδη, παρόλο που όταν πρωτοεκδόθηκε δεν έλαβε τα εύσημα που του αναλογούσαν, ούτε αναλύθηκε εις βάθος το εύρος των νοηματικών του αποχρώσεων, στις μέρες μας ανακαλύπτεται εκ νέου και πρωτοστατεί στη διαμόρφωση ενός «κανόνα» κουίρ λογοτεχνίας στην Ελλάδα.
Ο Γρηγοριάδης καταφέρνει με διορατική ενάργεια να ενώσει στο λογοτεχνικό του βιβλίο τη μεταπολιτευτική περίοδο της Ελλάδας με τη σύγχρονη εποχή. Υπό μία οπτική, ο συγγραφέας είναι αυτός που εγκαινιάζει το επόμενο στάδιο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, όχι απαραιτήτως χρονολογικά με αυστηρούς όρους, αλλά θεματολογικά: η μετεμφυλιακή αναμόχλευση, με κύριο εκπρόσωπο τον Βαλτινό, εξαντλείται λογοτεχνικά κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, και καταλήγει εντέλει ανεπαρκής και πολυχρησιμοποιημένος αναστοχασμός πάνω στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας.
Το παρτάλι, αντιθέτως, παρόλο που κυκλοφορεί μόλις στην αυγή του 21ου αιώνα (το έτος 2001) καταφέρνει να αποτυπώσει με σπάνια διαύγεια τον παλμό της νέας εποχής. Αυτός ο σύγχρονος αέρας, δεν αφορά βεβαίως μόνο την κουίρ πλευρά του πονήματος, αλλά κυρίως τη χαρτογράφηση μιας παραμελημένης λογοτεχνικώς εποχής, δηλαδή την αρχή της μεταπολίτευσης στα χρόνια αμέσως μετά τη δικτατορία. Ο συγγραφέας αποτυπώνει καλτ εκδοχές μιας φημολογούμενης ελευθεριότητας που επικράτησε τη συγκεκριμένη περίοδο, στοιχείο που αποδεικνύεται εμπράκτως τερπνό λογοτεχνικώς, αφού επί της ουσίας αναπαριστά μια εποχή της νεοελληνικής ιστορίας που παραμένει ακόμα θολή, καθώς δεν έχει αποτυπωθεί επαρκώς όχι μόνο στη λογοτεχνία, αλλά και ιστοριογραφικά.
Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί στο βιβλίο μια πολύχρωμη παλέτα διαφορετικών αφηγηματικών τεχνικών, έτσι που το μυθιστόρημα δεν καταλήγει απλώς μοντερνιστικό, αλλά αγγίζει παράλληλα μια ποικιλία μεταμυθοπλαστικότητας, καθιστώντας τη διήγηση μια ζωντανή λεκτική μετενσάρκωση του κεντρικού χαρακτήρα.
Η κουίρ πλευρά του βιβλίου είναι βεβαίως εξίσου πολύτιμη, αφού προεικονίζει εξαίσια την «Αναταραχή του φύλου» και τους προβληματισμούς της μοντερνικότητας. Το παρτάλι (και οι πολλές εκδοχές του χαρακτήρα που συναντάμε στο βιβλίο) μετακινείται ρευστά σε ένα φάσμα τραβεστισμού, μη δυαδικής και τρανς ταυτότητας, με θολές τις γραμμές ανάμεσά τους. Ο συγγραφέας φαίνεται να έχει επηρεαστεί σε κάποιο βαθμό από τις θεωρίες του σεξολόγου Money σχετικά με το φύλο. Το κεντρικό πρόσωπο μάλιστα σε ορισμένα σημεία «κατηγορεί» τη μητέρα και τον περίγυρό του για την ταυτότητά του, κάτι που προέκυψε από την αρχική αναντιστοιχία των ερωτικών επιθυμιών του και της έμφυλης περιβολής του. Σήμερα, φυσικά, είναι περισσότερο κανονικοποιημένο το ότι η ταυτότητα φύλου, η έμφυλη έκφραση και ο σεξουαλικός προσανατολισμός είναι διαφορετικές εκφάνσεις της ατομικότητας και δεν συμβαδίζουν απαραίτητα με μια συγκεκριμένη φόρμουλα ούτε και μεταξύ τους.
Προκύπτουν, παρόλα αυτά, και ορισμένα προβληματικά στοιχεία για τα οποία δεν ευθύνεται απαραιτήτως ο συγγραφέας, αφού καλείται να αποτυπώσει ρεαλιστικά μια συγκεκριμένη εποχή: έτσι συναντάμε χοντροφοβικές εκφράσεις, σεξιστικές αντιλήψεις και έμφυλα στερεότυπα (π.χ. στον τρόπο που σκιαγραφείται ο χαρακτήρας της Πένης, καθώς και το σύμπλεγμα του Μανουήλ με τη σεξουαλικότητα της μητέρας του). Ο Γρηγοριάδης προσθέτει αυτά τα στοιχεία στο μυθιστόρημα προκειμένου να τα αντιστρέψει με την πολλαπλότητα και την πολυσχιδή φύση του κεντρικού χαρακτήρα. Την ίδια λειτουργία, άλλωστε, επιτελούν και τα πολλά αφηγηματικά τεχνάσματα που εφευρίσκει, ειδικά στο κομμάτι της περιεχόμενης «επιστημονικής μελέτης» εντός της διήγησης. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί στο βιβλίο μια πολύχρωμη παλέτα διαφορετικών αφηγηματικών τεχνικών, έτσι που το μυθιστόρημα δεν καταλήγει απλώς μοντερνιστικό, αλλά αγγίζει παράλληλα μια ποικιλία μεταμυθοπλαστικότητας, καθιστώντας τη διήγηση μια ζωντανή λεκτική μετενσάρκωση του κεντρικού χαρακτήρα.
Ω Λαλά!
Ο Δαμιανός Αγραβαράς, εμφανώς επηρεασμένος από το έργο του Γρηγοριάδη, στο πρόσφατο έργο του Ω Λαλά! μεταπλάθει έναν παρόμοιο χαρακτήρα, διαλέγοντας ωστόσο μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, εν ειδεί θεατρικού μονολόγου, ο οποίος προκύπτει, υποτίθεται, από μια απομαγνητοφωνημένη συνέντευξη. Η Λαλά είναι επίσης ένας χαρακτήρας με ρευστή έμφυλη ταυτότητα που μεταπηδά από το θηλυκό στο ουδέτερο και ενίοτε στο αρσενικό.
Ο Αγραβαράς υιοθετεί τη φωνή μιας περσόνας που θεωρείται ο «στερεοτυπικός» γκέι, λόγω των πολλών σχετικών αποτυπώσεων στην ποπ κουλτούρα (σίριαλ, ταινίες κλπ). Αυτή η επιλογή επιφέρει και θετικά αλλά και ορισμένα αρνητικά. Από τη μία, δίνει την ευκαιρία μιας επανοικειοποίησης των φοβικών στερεοτύπων του παρελθόντος, από την άλλη, σε ορισμένα σημεία, ολισθαίνει τόσο εκφραστικά όσο και χαρακτηρολογικά στο κλισέ.
Υπάρχουν, παράλληλα, κάποιες σκηνές που δημιουργούν απορίες στο αναγνωστικό υποκείμενο. Οι ομοφοβικές επιθέσεις στη Λάλα από συμμαθητές της επικεντρώνονταν στον σεξουαλικό προσανατολισμό, θέμα που δεν ήταν τόσο ευρέως συζητήσιμο εκείνη την εποχή. Συνεπώς, οι ομοφοβικές επιθέσεις, θα ήταν λογικότερο να αφορούν κυρίως τη «γυναικωτή φύση» του Βαγγελάκη, κάτι που θα αναδείκνυε και τον βαθύ σεξισμό της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Ταυτόχρονα, λησμονείται η αποποινικοποίηση της ανδρικής ομοφυλοφιλίας το 1951 όταν τέθηκε σε ισχύ ο νόμος που είχε ψηφιστεί με τον ποινικό κώδικα το προηγούμενο έτος, αλλά και η διαφορετική επιτρεπτή ηλικία συναίνεσης μεταξύ αρρένων σε σχέση με ετεροφυλόφιλα ζευγάρια. Παραβλέπονται δηλαδή ακουσίως κομβικές φάσεις της ιστορίας των ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων στην Ελλάδα, καθώς επίσης και η συνεχιζόμενη νομολογική αδικία που υφίσταται η κοινότητα ακόμα και στις όποιες μέχρι τότε κατακτήσεις της.
Προκύπτει, επίσης, ένα αναμενόμενο «παράπονο» του αναγνωστικού υποκειμένου, που αναρωτιέται για ποιον λόγο να κατέχει και πάλι το επίκεντρο η ανδρική και όχι η γυναικεία ομοφυλοφιλία, αφού μάλιστα οι λεσβίες και οι θηλυκότητες ήταν αυτές που πρωτοστάτησαν στον αγώνα των ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων. Παρά ταύτα, ο Αγραβαράς δίνει επιτυχώς βάρος σε μια καλλιτεχνική περιοδολόγηση ιδωμένη μέσα από τα μάτια του «στερεοτυπικού» ομοφυλόφιλου άνδρα, που στις ελληνικές ταινίες παρουσιαζόταν παρομοίως ως «κουνιστός». Επί της ουσίας, σχηματίζεται μια λογοτεχνική και ανορθόδοξη ιστοριογραφία επανοικειοποίησης της ΛΟΑΤΚΙ+ συνεισφοράς στην καλλιτεχνική ιστορία της Ελλάδας και γενικότερα στην πολιτιστική συμβολή.
Η πορεία των κουίρ ατόμων σε μια Ελλάδα που αλλάζει
Η αφήγηση ξεκινά από τα μεταπολεμικά χρόνια και τις συνέπειες του εμφυλίου, περνώντας ύστερα στη σταδιακή ανάπτυξη των επόμενων δεκαετιών, την πολιτική κρίση του πραξικοπήματος και τέλος την ανάδυση και επικράτηση της εποχής του ΠΑΣΟΚ. Η αφήγηση είναι χρονολογικά πυκνή αφού συνοψίζει ταχύτατα ένα μεγάλο μέρος της μεταπολιτευτικής περιόδου καταλήγοντας στην οικονομική κρίση. Εξαιρετικά χρειαζούμενη είναι η «μαρτυρία» της Λάλας τα χρόνια της Χούντας, αφού συχνά παραβλέπονται οι διώξεις που υπέστησαν με κάθε τρόπο τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα. Η οπτική της Λάλας αποτυπώνει εύστοχα την πολιτική σύγχυση, αλλά και την μακρά επικράτηση του πολυπρόσωπου φασισμού στην Ελλάδα: «Χορτάσαμε ξύλο, ροχάλες και κρατητήρια. Βέβαια, αν ήσουν δεξιός ή φασίστας και τον έπαιρνες ή τον έδινες, κάνανε τα στραβά μάτια και δεν ασχολούνταν μαζί σου. Το μάρμαρο το πλήρωναν οι αδερφές που δεν είχαν πού την κεφαλήν κλίναι» (σελ. 87).
Επιπροσθέτως, ο έρωτας της Λάλας με τον Γρηγόρη αποτελεί ταυτόχρονα μια ρεαλιστική αποτύπωση ενός γκέι ρομάντζου του παρελθόντος, που, εξαιτίας της κοινωνικής επίκρισης, αναγκαστικά περιοριζόταν στους κλειστούς χώρους ενός δωματίου, αλλά και μια μνεία στο διαχρονικό πρόβλημα της ΛΟΑΤΚΙ+ μοναχικότητας
Θίγεται, λοιπόν, εμφανώς, η ταξική διάσταση της ομοφοβίας και των πολιτικών διώξεων, όπως αποτυπώνεται και σε άλλα σημεία, ακόμα και μετά τη Χούντα: «τέλη του ’70 ήταν άγρια η νύχτα αν ήσουν αδερφή ή τραβεστί» (σελ. 109) και (σελ. 112): «αδερφές, κωλομπαράδες, τραβεστί, λεσβίες, όλες στο ίδιο καζάνι βράζαμε, βράζουμε και θα βράζουμε». Παράλληλα, καταγράφεται και ένα σημαντικό φορτίο διακειμενικών σημείων που αφορούν την ιστορία της λαϊκής κουλτούρας στην Ελλάδα, από σίριαλ, ταινίες, μέχρι και μουσική, καθώς και σλόγκαν διαφημίσεων.
Επιπροσθέτως, ο έρωτας της Λάλας με τον Γρηγόρη αποτελεί ταυτόχρονα μια ρεαλιστική αποτύπωση ενός γκέι ρομάντζου του παρελθόντος, που, εξαιτίας της κοινωνικής επίκρισης, αναγκαστικά περιοριζόταν στους κλειστούς χώρους ενός δωματίου, αλλά και μια μνεία στο διαχρονικό πρόβλημα της ΛΟΑΤΚΙ+ μοναχικότητας που προκύπτει τόσο από πολιτειακούς περιορισμούς, όσο και από εμμένουσες κοινωνικές προκαταλήψεις: «Oι άνδρες πάντα θα επιστρέφουν στις γυναίκες τους. Δεν γεννηθήκαμε για έρωτες εμείς, εμάς μας χρησιμοποιούν για ένα βράδυ, ξεσπάνε και φεύγουνε. Πάντα αυτό γινόταν, πάντα αυτό θα γίνεται» (σελ. 139).
Η συνεισφορά της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας
Ο Αγραβαράς, εκτός από την καλλιτεχνική συνεισφορά της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, σημειώνει και τη συνεισφορά στον τουρισμό. Καταγράφει, με την πρωτοπρόσωπη διήγηση, τις γλαφυρές ιστορίες της Μυκόνου, αλλά και της ξέφρενης εποχής των μπουζουκιών. Τα κεφάλαια εναλλάσσονται καλώς δομημένα με τις πλευρές των απομαγνητοφωνημένων κασετών και η αφήγηση, παρόλο που είναι πυκνή, καταφέρνει να ισορροπήσει επαρκώς και να μην καταφύγει σε πολυλογίες ή λογοτεχνικά σχήματα εντυπωσιασμού.
Το βιβλίο τελειώνει με τον επίλογο του AIDS και τους τρόπους που στιγματίστηκε η γκέι κοινότητα. Η Λάλα επιβεβαιώνει άθελά της το κλισέ και πεθαίνει με τον τρόπο που απευχόταν: μόνη της σε ένα διαμέρισμα, μέχρι που η δυσωδία οδηγεί τις αρχές στην πόρτα της.
*Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΟΥΛΙΑΝΟΣ είναι συγγραφέας και αρθρογράφος.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Δαμιανός Αγραβαράς γεννήθηκε το 1996 στον Πειραιά. Είναι ιστορικός, κάτοχος του μεταπτυχιακού τίτλου Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας της Τέχνης από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με ιδιαίτερο ερευνητικό ενδιαφέρον την πολιτιστική ιστορία του 20ού αιώνα. Από τον Οκτώβριο του 2021 εργάζεται στο Αρχείο της ΕΡΤ.

Ασχολείται με την πεζογραφία και τη θεατρική γραφή. Το 2015 συμμετείχε στο πρώτο στούντιο συγγραφής θεατρικού έργου του Εθνικού Θεάτρου, και το 2016 πήρε μέρος στο Εργαστήριο Νέων Θεατρικών Συγγραφέων του Ιδρύματος «Μιχάλης Κακογιάννης». Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά (Χάρτης, Θράκα, σαλιγκάρι, Culture Book, Περί ου, Fractal). Από τις εκδόσεις Συρτάρι κυκλοφορούν η συλλογή διηγημάτων του Πέτα μακριά, Πέπε (2023) και η νουβέλα Ρίγκελ (2025).

























