
Για το μυθιστόρημα του Qabel «Ο πατέρας μου, η πόλη μου και τα τριάντα μου» (εκδ. Loggia).
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Η γενιά των Μιλένιαλ είναι ίσως η πιο αδικημένη και ελάχιστα προνομιούχα μέσα στη μακρά ειρηνική και εξελισσόμενη περίοδο της Μεταπολίτευσης. Όσοι δηλαδή γεννήθηκαν μεταξύ του 1981 και του 1996 (ή το 2000, κατά άλλους μελετητές) δοκίμασαν στο πετσί τους την οικονομική κρίση των ετών 2009-2018 και, ακριβώς μετά, τη διετία του κορωνοϊού και της καραντίνας. Επομένως στα τριάντα τους, λίγο πάνω ή λίγο κάτω, και μέχρι να φτάσουνε στα 35-40 χρόνια τους έχουν πληγεί οικονομικά και κοινωνικά, αλλά και ψυχολογικά.
Αυτές οι πολλαπλές κοινωνικές και προσωπικές κρίσεις διαμορφώνουν αντίστοιχα τη γραφή των συγγραφέων, η οποία κινείται στην αυτοβιογραφία ως ένα είδος ψηλάφησης της ατομικής τους πορείας, επιλέγουν απλούστερη γλώσσα και λιτότερο πλουμιστό ύφος, αποστρεφόμενοι τον ελιτισμό του μοντερνισμού...
Ζουν, λοιπόν, την επισφάλεια και την ανεργία χωρίς διέξοδο, φεύγουν μετανάστες στο εξωτερικό, βιώνουν την παγκοσμιοποίηση και τις πολλαπλές ταυτότητες, πλοηγούνται στη διαδικτυακή θάλασσα και στα ψευδαισθητικά πεδία των κοινωνικών δικτύων, με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται να συνάψουν ουσιαστικές διανθρώπινες και διαφυλικές σχέσεις. Αυτές οι πολλαπλές κοινωνικές και προσωπικές κρίσεις διαμορφώνουν αντίστοιχα τη γραφή των συγγραφέων, η οποία κινείται στην αυτοβιογραφία ως ένα είδος ψηλάφησης της ατομικής τους πορείας, επιλέγουν απλούστερη γλώσσα και λιτότερο πλουμιστό ύφος, αποστρεφόμενοι τον ελιτισμό του μοντερνισμού, εστιάζουν στο μικρό και καθημερινό, όπως και στον ρεαλισμό της πόλης ή της περιφέρειας, και αξιοποιούν με άνεση τη διακειμενικότητα, τον κινηματογράφο, την pop culture, τα ποικίλα θεάματα και τη λογική της εικόνας.
Ο Qabel, Έλληνας συγγραφέας που κατεβαίνει για πρώτη φορά στη λογοτεχνική σκηνή (αν δεν μας ξεγελά με το ψευδώνυμό του), αναδεικνύει τη γενιά του και βάζει τον αφηγητή του να αντιπροσωπεύει όλους εκείνους τους νέους που υπέφεραν από τρία δεινά, τα οποία στιγματίζουν, διαχρονικά ή παροδικά, την εποχή μας. Έτσι, στο μυθιστόρημά του Ο πατέρας μου, η πόλη μου και τα τριάντα μου, το πρώτο ενικό πρόσωπο, που εξομολογείται, αφηγείται και σχολιάζει, εναλλάσσεται με το πρώτο πληθυντικό, το οποίο εκφράζει μια συλλογικότερη διάσταση όσων εξιστορούνται.
Καταρχάς, ο πατέρας. Δεν είναι ο σατράπης αγράμματος χωριάτης που χρησιμοποιεί την απειλή και τον ξυλοδαρμό. Δεν εμπίπτει δηλαδή στο στερεότυπο του επαρχιώτη αγροίκου που φέρεται βάναυσα σε γυναίκα και παιδιά. Είναι ο σχετικά μορφωμένος ας πούμε εξηντάρης που έφυγε από το χωριό και ξαναγύρισε να καταξιωθεί, να επιβληθεί με τις ικανότητές του και να ξεχωρίσει. Επομένως, τι ενοχλεί; Φαινομενικά τίποτα, αλλά ουσιαστικά πολλά. Ο πρωταγωνιστής βιώνει το χάσμα γενεών που υποβόσκει σε κάθε συνάντησή του με τον πατέρα, σε κάθε κουβέντα του γεννήτορά του που αποπνέει δήθεν ακηδεμόνευτη σκέψη και θέλει να επιβάλει τη γραμμή του, χωρίς να φαίνεται ότι την επιβάλλει. Τον βρίσκει κομπλεξικό και αυτάρεσκο μέσα στην αυτάρκειά του, εντέλει έναν ξένο με τον οποίο δεν μπορεί να συνδεθεί.
Μετωνυμικά γύρω από τον πατέρα είναι η πόλη. Δεν είναι το ασφυκτικό χωριό, αλλά μια κοινωνία που διατηρεί τη μικροαστική νοοτροπία της και ζει με όλες τις βεβαιότητές της να οριοθετούν και να περιορίζουν το άτομο. Οι κάτοικοί της, φιλήσυχοι πολίτες κατά τ’ άλλα, δεν διαβάζουν βιβλία, φέρονται ρατσιστικά στους μετανάστες, χτίζουν ασύστολα… Η νοοτροπία του χωριού, όπου «οι άνθρωποι είχαν ξεχάσει να σκέφτονται», συνεχίζεται σχεδόν απαράλλακτη στον αστικό ιστό, αφού όλοι δουλεύουν χωρίς άλλη έγνοια, ζουν χωρίς αισθητική και ποιότητα, εγκλωβίζουν την ατομικότητα σε ένα προδιαγεγραμμένο πλαίσιο και τελματώνουν κάθε ρυάκι που ξεπηδά.
Διαβάζουμε το πιο διαυγές μανιφέστο των Millennials, την πιο αποκρυσταλλωμένη αυτογνωσία μιας γενιάς.
Συνεπώς, είναι λογικό ο αφηγητής, γεννημένος τη δεκαετία του 1980, να ασφυκτιά και να αναπνέει δύσκολα όλον αυτόν τον κομφορμισμό, ώσπου έρχεται η σκληρή ενηλικίωση να τον αποτελειώσει. Τα τριάντα, εκεί ανάμεσα στα 25 και τα 35, πνίγονται στο έμπα του 21ου αιώνα και τις μυλόπετρες της κρίσης, η οποία δεν δηλώνεται ρητά, αλλά τόσο η περίοδος πριν από αυτήν όσο και η ίδια η κρίσιμη δεκαετία της καταφτάνουν να ρημάξουν μια ολόκληρη γενιά. Είναι δέσμιος σε μια δουλειά γραφείου με τις υπερωρίες και τις προθεσμίες υπό μάλης, με τα λίγα χρήματα να δαπανώνται σε ευτελή ενοίκια και καθημερινές υποχρεώσεις, με στερήσεις και άγχη, με λίγο χόρτο και ποτό, με πολύ σκοτάδι γύρω του και μέσα του. Συνεκδοχικά, εκφράζει τους νέους της εποχής που τα κάνουν όλα γρήγορα, έχουν αποκτήσει πτυχία αλλά συνειδητοποιούν εκ των υστέρων ότι σε όλα αυτά υπάρχει μια εγγενής ματαιότητα, ότι η ανάγκη για παραγωγικότητα έχει αφαιμάξει τη δημιουργικότητά τους, ότι η κακή διατροφή και η ακρωτηριασμένη κοινωνικότητα είναι ο κανόνας…
Όλο αυτό ο πρωταγωνιστής το μετατρέπει σε γραφή, αφού γίνεται ο «εκπρόσωπος τύπου» των συνομηλίκων του και γράφει, γιατί νιώθει –όπως ίσως όλοι– προδομένος. Παρόλο που δεν πιστεύει ότι η γενιά του είναι χαμένη και άτυχη, όπως οι μεγάλοι θέλουν να τη βλέπουν, βιώνει ένα ισχυρό σοκ και προσπαθεί διά της γραφής (εντέλει) να σωθεί και να συμβιβαστεί με την ήττα που σφραγίζει τις προσπάθειες όλων. Διαβάζουμε το πιο διαυγές μανιφέστο των Millennials, την πιο αποκρυσταλλωμένη αυτογνωσία μιας γενιάς.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε –σε δική του επιμέλεια– ο δεύτερος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής» (εκδ. Διόπτρα).
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Τα τριάντα ήταν ένας ηλιόλουστος κόσμος κατάμεστος από νευρικές φιγούρες μεταξύ των οποίων κι εγώ. Οι γονείς και η δουλειά μάς τρέλαιναν. Ήμασταν οργανισμοί που μεταβόλιζαν το άγχος και τη θλίψη για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Δεν πεθαίναμε. Σχιζοποιούμασταν παραμένοντας παραγωγικοί. Στο τέλος των τριάντα δεν υπήρχε πλέον κανένας από τους δικούς μου που να μην ιρίδιζε κάπου στο φάσμα της κατάθλιψης. Κρίσεις, αϋπνίες, ίλιγγοι, χαλάζια και έρπητες. Κι από την άλλη, μια παλέτα από μυοσκελετικούς και κάθε είδους πόνους».





















