
Για τη συλλογή διηγημάτων «Θεριστές» (εκδ. Μεταίχμιο) του Ζαχαρία Μαυροειδή. Εικόνα: Από την ταινία του Μαυροειδή «Το καλοκαίρι της Κάρμεν» (2023).
Γράφει η Φανή Χατζή
Ο πολυσχιδής δημιουργός Ζαχαρίας Μαυροειδής, αν και μετρά ήδη ένα πέρασμα από τη λογοτεχνία (Εφτά ψυχές στο στόμα, εκδ. Polaris), μας είναι καταρχήν γνωστός μέσα από την κινηματογραφική του πορεία. Αιχμηρό χιούμορ, τρυφερή ματιά και μια φρέσκια ανανεωτική αύρα χαρακτηρίζουν τις ταινίες του και απ’ ό,τι φαίνεται και τη γραφή του. Στο Καλοκαίρι της Κάρμεν είχε ήδη διαφανεί η δυνατότητα του δημιουργού να αποδώσει το ελληνικό καλοκαίρι διακωμωδώντας το κλισέ. Οι Θεριστές, η πρώτη του συλλογή διηγημάτων, το επιβεβαιώνουν περίτρανα.
Χάρτης του ελληνικού καλοκαιριού
Στις σαράντα δύο μικρές θερινές ιστορίες που συναποτελούν τη συλλογή συναντάμε σαράντα δύο διαφορετικές όψεις του ελληνικού καλοκαιριού. Από τα ορεινά κρύα Άγραφα μέχρι τη ζεματιστή Κέρκυρα και από την ανεμώδη Τήνο μέχρι την πάντα νοτισμένη Θεσσαλονίκη, τα διηγήματα καταλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα της ελληνικής επικράτειας και η εμπειρία του θέρους έρχεται στο φως στην πλήρη, ποικιλόμορφη διάστασή της. Η ετερογένεια δεν αφορά μόνο το ευρύ γεωγραφικό και χρονικό φάσμα της συλλογής, αλλά και τα πρόσωπα και τα βιώματά τους. Οι θεριστές δεν είναι απλώς παραθεριστές, αλλά πρόσωπα που βρίσκονται σε διαφορετικές καταστάσεις εν μέσω θέρους, εργάζονται, μελετούν, φλερτάρουν, δημιουργούν σχέσεις ζωής με ανθρώπους και τόπους.
Ο Μαυροειδής αποτυπώνει όλα τα ετερόκλητα στοιχεία που συναπαρτίζουν τη συλλογική εμπειρία που ονομάζεται «ελληνικό καλοκαίρι»: χωριό και θάλασσα, κάμπινγκ και ξενοδοχεία, φαγοπότια και νηστείες, θρησκεία και πανηγύρια, νέες και παλιές παραδόσεις, σεξ και πένθος. Εγείρει μνήμες εγγεγραμμένες στο συνειδησιακό όπως το «καλοκαίρι των πανελληνίων», με τα άγχη και τους συμβιβασμούς του, το «καλοκαίρι στο χωριό» με τη γιαγιά και τον παππού, το «καλοκαίρι στην πόλη» με τις άσκοπες βόλτες του. Κάποιες ιστορίες εστιάζουν σε πιο ιδιόμορφες πλευρές του καλοκαιριού, όπως τον εθελοντισμό σε ένα προσφυγικό καμπ ή την εποχική εργασία. Κοινός παρανομαστής όλων είναι αυτή η εποχή του χρόνου που εσωκλείει την αντίφαση, την άφατη νοσταλγία με την ονειρώδη υπόσχεση για το μέλλον.
Το καλοκαίρι αλλιώς
Κάθε τίτλος κεφαλαίου εγείρει συγκεκριμένες συνδηλώσεις, οι οποίες σύντομα ανατρέπονται. Η «Σαντορίνη» θα μπορούσε να είναι μια ιστορία με γάμους στο ηλιοβασίλεμα και γραφικά σοκάκια, αλλά αντ’ αυτού περιηγούμαστε στις ανασκαφές του αρχαιολογικού χώρου. Στην ιστορία «Μύκονος» αναμένουμε ξέφρενα πάρτι, αλλά τελικά ακολουθούμε δύο κορίτσια που εργάζονται σεζόν στο απόκρυφο και απόκρημνο ερωτικό τους καταφύγιο. Πολλοί από τους χαρακτήρες επιφυλάσσουν εκπλήξεις, όπως ο κύριος Τάκης στη Ρόδο που επισκέπτεται το πρώτο πράιντ του νησιού ή η εβδομηντάχρονη instagrammer των Ψαρών.
Ο Μαυροειδής στέκεται ακόμη σε διάφορες αθέατες όψεις του ελληνικού καλοκαιριού που απασχολούν τη λογοτεχνία τα τελευταία χρόνια. Η επέλαση της τουριστικής ανάπτυξης, η μετατροπή ενός τόπου από παρθένο έδαφος σε υπερτουριστικό πόλο έλξης, η εμπορευματοποίηση της «παράδοσης» και η οικειοποίηση ενός νησιού από βραχύβιους επισκέπτες. Βέβαια, το ύφος του συγγραφέα δεν είναι ποτέ δηκτικό ή επικριτικό, αλλά χιουμοριστικό. Τρανό παράδειγμα η ιστορία «Τήνος» που στηλιτεύει τους μέχρι κεραίας σεναριακά προγραμματισμένους γάμους, αλλά η καυστικότητα της γραφής σχεδόν παραδέχεται το αναπόφευκτο αυτών.
Γνώριμα στοιχεία
Διαβάζοντας τις ιστορίες του συγγραφέα αναγνωρίζουμε ως αρετές της λογοτεχνικής γραφής κάποια από τα προτερήματα και της κινηματογραφικής του γραφής, όπως για παράδειγμα, την διακριτικά ενσωματωμένη κοινωνική κριτική, που παίρνει τη μορφή μιας έξυπνης σάτιρας. Ο Μαυροειδής ενδιαφέρεται για έναν τόπο στη διαχρονία του, φροντίζοντας να αναδείξει τον αντίκτυπο του παρελθόντος στο παρόν. Η συγκεκριμένη συλλογή του έδωσε την ευκαιρία να εκταθεί σε μεγάλο χρονικό εύρος, να επισκεφτεί τόπους πριν και μετά την κρίση ή πριν και μετά την «αλλοίωσή» τους. Αποτυπώνει σημεία καμπής στη σύγχρονη ιστορία μας, όπως τους Ολυμπιακούς αγώνες, παρακολουθεί ερωτικά ειδύλλια στα λεγόμενα χρόνια της «αθωότητας», αλλά και στην εποχή του Tinder.
Ως σκηνοθέτης, ακόμα, μπορεί να δημιουργεί πολυαισθητηριακές σκηνές μεγάλης λιτότητας, η γραφή του είναι ελλειπτική, αξιοποιεί στο έπακρο την αρχή «show don’t tell», πολύ σημαντική για τις δύο τέχνες που υπηρετεί. Έτσι, στη γραφή του έχουν μεγάλη σημασία και τα ανείπωτα, οι σιωπές που μοιράζεται ένας χωρισμένος πατέρας με τον γιο του, μια γυναίκα με την κόρη του συντρόφου της, μια εγγονή στο σπίτι των παππούδων της. Προσμονές και ματαιώσεις, έρωτες και έχθρες αποτυπώνονται σε πυκνά ενσταντανέ.
Μωσαϊκό χαρακτήρων
Ο συγγραφέας δημιουργεί φροντισμένους μεμονωμένους πρωταγωνιστές αλλά και δυναμικά δίδυμα, αντίθετους χαρακτήρες, πάνω στους οποίους δομούνται οι κόσμοι του. Τα δύο αδέρφια στην ιστορία «Άγραφα», με τη λιτή σκιαγράφησή τους, αποτελούν κορυφαίο παράδειγμα. Στην ιστορία «Ναύπλιο ή Επίδαυρος» ο συγγραφέας επιχειρεί μάλιστα και το γνωστό κόλπο της εξιστόρησης του ίδιου συμβάντος από δύο οπτικές γωνίες, ένα σπαρταριστό Ράσομον. Άλλες φορές, όμως, οι διαφορετικές οπτικές προκύπτουν από τη συγκριτική ανάγνωση. Ήρωες που αποζητούν την απομόνωση και άλλοι τη σύνδεση, ήρωες στο άνθος και άλλοι στη δύση της ηλικίας τους, ντόπιοι ξένοι στον τόπο τους και τουρίστες που νιώθουν οικεία σε μακρινά μέρη. Παρά τις αμέτρητες διαφορές τους, όλοι οι χαρακτήρες του αντιμετωπίζονται με συμπόνοια και κατανόηση.
- Διαβάστε επίσης: 5 λεπτά με τον Ζαχαρία Μαυροειδή: «Τα διηγήματά μου φτιάχνουν έναν χάρτη του ελληνικού καλοκαιριού»
Ψηφιδωτό συναισθημάτων
Στη συλλογή του Μαυροειδή, η πολυφωνία επιτυγχάνεται από έναν συνδυασμό πειραματισμού στο ύφος, τη φόρμα, το αφηγηματικό πρόσωπο. Ο τόνος διαφέρει σε κάθε ιστορία, άλλες είναι ξεκαρδιστικές, άλλες άκρως συγκινητικές, άλλες πένθιμες ή εορταστικές. Η ποικιλόμορφη αυτή παλέτα του ύφους αντιστοιχεί απόλυτα στην πανδαισία συναισθημάτων που εγείρει στον καθένα μας η λέξη και η εμπειρία «καλοκαίρι», παίρνοντας χιλιάδες μορφές στο βάθος της ζωής μας, αλλά και στις ταξικές, οικονομικές, οικογενειακές και ιδιοσυγκρασιακές μας συνθήκες.
Όπως και το ύφος, έτσι και η γλώσσα του συγγραφέα προσαρμόζεται στο εκάστοτε ιδιαίτερο βίωμα. Μεταμορφώνεται διαρκώς, αλλάζει ηλικία, χροιά, ντοπιολαλιά, ενσωματώνει άλλοτε ένα τοπικό ιδίωμα, άλλοτε τη νεανική αργκό, άλλοτε ακόμα και τη διαδικτυακή γλώσσα για να ανταποκριθεί σε αυτή την πολυπληθή ανθρωπογεωγραφία. Ακόμα κι αν κάποιες ιστορίες είναι πιο σύντομες ή ίσως και λιγότερο μεστές από άλλες που είναι έτοιμες για μικρού μήκους ταινίες, αυτή η επιμονή στη σωστή εναλλαγή δίνει την εντύπωση μιας καλοδουλεμένης, σφιχτοδεμένης δουλειάς.
Αν ξεχωρίζαμε μια κοινή αίσθηση που επικρατεί στο σύνολο της συλλογής θα ήταν η γλυκόπικρη παραδοχή της επέλασης του χρόνου και της αδυναμίας να διατηρηθεί μία ενιαία και αλώβητη ενσάρκωση της αγαπημένης μας εποχής. Οι εικόνες και οι ήρωες του Μαυροειδή θα μας ακολουθούν σίγουρα και μέσα στο φθινόπωρο και ελπίζουμε σύντομα να μεταφερθούν στην οθόνη ή να εμπλουτιστούν με τα επόμενα εγχειρήματα του ταλαντούχου δημιουργού.
* Η ΦΑΝΗ ΧΑΤΖΗ είναι
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ζαχαρίας Μαυροειδής σπούδασε αρχιτεκτονική στη Θεσσαλονίκη, θέατρο στη Μαδρίτη και κινηματογράφο στην Αθήνα και την Κούβα. Έχει σκηνοθετήσει τις ταινίες Το καλοκαίρι της Κάρμεν (2023), Απόστρατος (2019), Ο ξεναγός (2011) και το ντοκιμαντέρ Στο σώμα της (2018).

Το 2014 εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα Εφτά ψυχές στο στόμα από τις εκδόσεις Polaris. Έχει συμμετάσχει στις συλλογικές εκδόσεις Τι μας μαθαίνει η τέχνη (ΦΡΜΚ, 2020, επιμ. Κατερίνα Ηλιοπούλου), Η χαμένη λεωφόρος του ελληνικού σινεμά (Νεφέλη, 2019, επιμ. Αφροδίτη Νικολαΐδου, Άννα Πούπου), Θηρασιά IV (Τα πράγματα, 2024, επιμ. Καλλιρρόη Παλυβού) και Η τέχνη της πραγματικότητας, πέρα από την παρατήρηση (Εκδόσεις Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, 2024, επιμ. Ορέστης Ανδρεαδάκης).
























