
5 λεπτά με έναν συγγραφέα. Σήμερα, ο Ζαχαρίας Μαυροειδής για τη συλλογή διηγημάτων του «Θεριστές» (εκδ. Μεταίχμιο).
Επιμέλεια: Book Press
Πώς ξεκινήσατε να γράφετε το βιβλίο σας; Θυμάστε το αρχικό ερέθισμα;
Η πρώτη ιστορία που εμπνεύστηκα, πριν από τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια, αφορούσε ένα οικογενειακό ταξίδι στα πατρογονικά εδάφη με αφορμή μια εκταφή. Η ιστορία αυτή εξελίχθηκε σταδιακά στο διήγημα της «Αρκαδίας» και για αρκετό καιρό ήταν αναρτημένη σε ένα blog που διατηρούσα.
Το ζητούμενό μου ήταν η απόλαυση της αφήγησης και η επικοινωνία με το εν δυνάμει κοινό, χωρίς κάποια φιλοδοξία για έκδοση. Τα λογοτεχνικά κείμενα έχουν αυτό το τεράστιο πλεονέκτημα σε σχέση με τις ταινίες: μπορούν να ολοκληρωθούν σε εύλογο χρόνο και με σχετικά ανώδυνο τρόπο. Αυτό είναι που με κάνει να επιστρέφω κάθε τόσο στη λογοτεχνική γραφή: η δυνατότητα να αφηγηθώ ιστορίες χωρίς να πρέπει να περάσω μέσα από την οδύσσεια της κινηματογραφικής παραγωγής.
Πολλές από τις ιστορίες των Θεριστών ξεκίνησαν ως ιδέες για κινηματογραφικά σενάρια τα οποία σταδιακά μετουσιώθηκαν σε διηγήματα. Κάπως έτσι, χρόνο με τον χρόνο, προστίθεντο κι άλλες ιστορίες μέχρι που κάποια στιγμή αποφάσισα να τις συνθέσω σε μια συλλογή με άξονα το ελληνικό καλοκαίρι.
Η πλοκή ή οι χαρακτήρες θεωρείτε ότι είναι ο οδηγός σας όταν γράφετε; Πού ρίχνετε μεγαλύτερο βάρος;
Καθότι η βασική αφηγηματική προϋπηρεσία μου είναι στον κινηματογράφο, οι αφηγήσεις μου έχουν πάντα ένα ικανό υλικό πλοκής. Νομίζω όμως ότι αυτό το υλικό είναι στην υπηρεσία του χαρακτήρα του οποίου η περιγραφή ή η πιθανή μετατόπιση και εσωτερική αλλαγή αποτελεί το μεδούλι της αφήγησης. Στους Θεριστές είχα τη χαρά να εξερευνήσω πάρα πολλούς χαρακτήρες, Έλληνες και ξένους, άνδρες και γυναίκες, ντόπιους και επισκέπτες του εκάστοτε τόπου, διάφορων ηλικιών και σεξουαλικών προσανατολισμών, μόνους, με φίλους ή/και συντρόφους κ.ο.κ.
Όλοι αυτοί οι τόποι, ο καθένας με τον δικό του χαρακτήρα, και όλοι αυτοί οι ετερόκλητοι πρωταγωνιστές και πρωταγωνίστριες σκιαγραφούν το αφηρημένο συλλογικό βίωμα του ελληνικού καλοκαιριού.
Η πολυφωνία και η ετερογένεια ήταν βασικό αφηγηματικό ζητούμενο. Το ίδιο όμως ίσχυσε και για την πλοκή όπου εξερεύνησα διαφορετικές αφηγηματικές φόρμες, παίζοντας με το πρόσωπο του αφηγητή, τη γραμμικότητα της αφήγησης, τον εγκιβωτισμό κ.ά., ενώ σταδιακά προστέθηκε και το γεωγραφικό στίγμα ως παράμετρος, προσπαθώντας να χαρτογραφήσω με τα διηγήματα την ελληνική επικράτεια. Προς το τέλος της συγγραφής ήθελα να συνθέσω τα εξής στοιχεία: μια καλοκαιρινή ιστορία που να αφορά απόφοιτους λυκείου που περιμένουν αποτελέσματα Πανελληνίων, μια ιστορία στην περιοχή της Μακεδονίας, μια ιστορία που να αγγίζει κυριολεκτικά τον θερισμό, ένα καλοκαίρι με Μουντιάλ. Κάπως έτσι γεννήθηκε το διήγημα «Σέρρες», ένα από τα τελευταία που προστέθηκαν στη συλλογή.
Ήρωες που βρίσκονται στην Κέρκυρα, τη Μύκονο, τον Έβρο, την Αθήνα. Κάθε ιστορία αφορά και έναν άλλον τόπο. Τι συνδέει τις αφηγήσεις σας μεταξύ τους; Πώς μοιάζει ο «χάρτης» που φτιάχνουν;
Αυτό που συνδέει τις ιστορίες είναι η χρονική τους τοποθέτηση στο καλοκαίρι και η γεωγραφική επικράτεια της Ελλάδας, της οποίας τον χάρτη κατά μία έννοια συνθέτουν. Όλοι αυτοί οι τόποι, ο καθένας με τον δικό του χαρακτήρα, και όλοι αυτοί οι ετερόκλητοι πρωταγωνιστές και πρωταγωνίστριες σκιαγραφούν το αφηρημένο συλλογικό βίωμα του ελληνικού καλοκαιριού.
Ανάμεσα στην πραγματικότητα και την επινόηση, πού γέρνει η πλάστιγγα;
Δανείζομαι αρκετά στοιχεία από την πραγματικότητα τα οποία ενίοτε παραποιώ, ενίοτε διατηρώ σχετικά αυτούσια. Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις όπου η αφήγηση είναι ιδιαίτερα πιστή στα πραγματικά γεγονότα, δεν παύει να πρόκειται για μια γενναία και βαθύτατα υποκειμενική ερμηνεία. Από μόνη της η πράξη της σταχυολόγησης κάποιων γεγονότων προς αφήγηση έναντι κάποιων άλλων αποτελεί μια τεράστια επέμβαση στο υλικό της πραγματικότητας.
Η λιτότητα της σεναριακής γραφής αποτελεί επίσης μια σημαντική επιρροή. Έχω μάθει να περιγράφω χώρους και δράσεις με τις απόλυτα απαραίτητες λέξεις.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει με το κινηματογραφικό κάδρο που ακόμα και όταν καταγράφει την πραγματικότητα, όπως στην περίπτωση ενός ντοκιμαντέρ, πάντα αφήνει εκτός κάδρου πολλά περισσότερα από όσα μας παρουσιάζει. Αυτή η επιλογή συνιστά κατά μία έννοια αλλοίωση της πραγματικότητας, άρα κάθε αφήγηση δεν μπορεί παρά να ενέχει έναν ικανό βαθμό επινόησης.
Ασχολείστε με το σινεμά, ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Επηρεάζουν αυτές οι ιδιότητες τον τρόπο που γράφετε λογοτεχνία;
Η λογοτεχνική μου γραφή βασίζεται πολύ στις εικόνες και στους ήχους για να περιγράψει τόσο τα δρώμενα της πλοκής, όσο και τα όσα διακυβεύονται στο μυαλό και την ψυχή των χαρακτήρων. Η λιτότητα της σεναριακής γραφής αποτελεί επίσης μια σημαντική επιρροή. Έχω μάθει να περιγράφω χώρους και δράσεις με τις απόλυτα απαραίτητες λέξεις. Αυτή η προϋπηρεσία με οδήγησε σε έναν αρκετά λιτό τρόπο έκφρασης. Ταυτόχρονα, με κέντρισε να αξιοποιήσω την ελευθερία του λογοτεχνικού λόγου, τόσο σε επίπεδο λεξιλογίου όσο και σε επίπεδο φόρμας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ζαχαρίας Μαυροειδής σπούδασε αρχιτεκτονική στη Θεσσαλονίκη, θέατρο στη Μαδρίτη και κινηματογράφο στην Αθήνα και την Κούβα. Έχει σκηνοθετήσει τις ταινίες «Το καλοκαίρι της Κάρμεν» (2023), «Απόστρατος» (2019), «Ο ξεναγός» (2011) και το ντοκιμαντέρ «Στο σώμα της» (2018).
![]() |
|
Πηγή: Zacharias Mavroeidis Films |
Το 2014 εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα Εφτά ψυχές στο στόμα από τις εκδόσεις Polaris. Έχει συμμετάσχει στις συλλογικές εκδόσεις Τι μας μαθαίνει η τέχνη (εκδόσεις ΦΡΜΚ, 2020, επιμ. Κατερίνα Ηλιοπούλου), Η χαμένη λεωφόρος του ελληνικού σινεμά (εκδόσεις Νεφέλη, 2019, επιμ. Αφροδίτη Νικολαΐδου), Θηρασιά IV (Τα πράγματα, 2024, επιμ. Καλλιρρόη Παλυβού) και Η τέχνη της πραγματικότητας, πέρα από την παρατήρηση (Εκδόσεις Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, 2024, επιμ. Ορέστης Ανδρεαδάκης).
























