
Για το βιβλίο του Δαμιανού Αγραβαρά «Ω Λαλά!» (εκδ. Νήσος). Κεντρική εικόνα: Η Λόλα, ο πατέρας του πρωταγωνιστή στην ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ «Όλα για τη μητέρα μου».
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
«Εν αρχή ην ο λόγος». Στη λογοτεχνία αυτό ισχύει στον μέγιστο βαθμό. Αν δεν γίνει λεξιθηρία, μπαρόκ γλωσσολαγνία ή γιρλάντα με λεκτικές φιοριτούρες, ο λόγος, το ύφος αν θέλετε, είναι το παν, ή έστω… ένα από τα πάντα. Ο λόγος παίρνει το εξωγλωσσικό (αν υπάρχει κάτι τέτοιο!) και το αισθητοποιεί, το ανάγει σε καλλιτέχνημα και το καταξιώνει ως ποιότητα και ουσία και φωνή.
«Ω Λαλά!», ένας σπαρταριστός μονόλογος
Ο τριαντάχρονος Δαμιανός Αγραβαράς (γενν. 1996), με θητεία στην πεζογραφία και το θέατρο, παρουσιάζει μια μαγνητοφωνημένη μαρτυρία που καταγράφεται στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Αφηγητής, εξομολογούμενος και αυτοβιογραφούμενος είναι ο Ευάγγελος Χατζηδημητρίου, που γεννήθηκε το 1947 σε μια φτωχή πολυμελή οικογένεια στο Δουργούτι. Το έργο, όμως, δεν είναι μια μελό εξιστόρηση της μιζέριας, ούτε μια ανάλυση της κοινωνικής κινητικότητας που ανέβασε πολλούς από τα χαμηλά στα ψηλά, αλλά ένας σπαρταριστός μονόλογος που ιχνηλατεί τη ζωή ενός ομοφυλόφιλου, ο οποίος μεγαλούργησε (όχι ως πρωταγωνιστής) στο θέατρο και στις πιάτσες και σταδιακά έφθινε, χτυπημένος από το AIDS.
Η ζωή του/της Λαλά, όπως ήταν το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο, περνά από τις φτωχογειτονιές και τις οικοδομές, όπου δούλευε μικρός, μέχρι τις σκηνές των θεάτρων και τα πλατό των κινηματογραφικών στούντιο, όπου έκανε την όποια καριέρα, δίπλα σε μεγάλα ονόματα της σόου μπιζ, όπως την Αλίκη Βουγιουκλάκη ή τη Ζωζώ Σαπουντζάκη. Η Λαλά είναι «η Βαγγελίτσα η πουστρίτσα» (όπως τη φώναξε κάποιος), που κατάλαβε έφηβος (ή και πιο πριν) τις σεξουαλικές του προτιμήσεις, στράφηκε νωρίς σε νταβραντισμένους οικοδόμους ή αργότερα σε γεροντοπιασμένους οικογενειάρχες και συνδύασε τις ερωτικές του κλίσεις με τις καλλιτεχνικές ευκαιρίες και τον χορό, ενώ παράλληλα κέρδιζε τα προς το ζην κάνοντας πιάτσα στα στέκια του ομοφυλόφιλου έρωτα. Από τη φτώχια ως την εφήμερη καλοπέραση κι από το σανίδι στο κρεβάτι, η Λαλά βίωσε την ηδονή και την κατακραυγή, τη δόξα και την πτώση, την άνοδο και την κατακρήμνιση, το χειροκρότημα και το φτύσιμο… ώσπου τα τελευταία χρόνια χτυπιέται από τη σεξουαλικώς μεταδιδόμενη νόσο του AIDS. Κάνοντας έναν χειμαρρώδη απολογισμό της ζωής και της καριέρας της, δεν μετανιώνει αλλά βγάζει στα φόρα όλες τις εμπειρίες που τη στιγμάτισαν.
Όλο αυτό δεν θα άξιζε, αν δεν ορθωνόταν λογοτεχνικά με μια γλώσσα περιβόλι, η οποία συνδυάζει το λαϊκό με το έντεχνο και το προφορικό με το στοχαστικό, περιχυμένο με λίγα καλιαρντά και πολλά λεκτικά σχήματα που βγάζουν στη βιτρίνα, ωμά και χωρίς διπλωματία, γεγονότα και σκέψεις. Ο αφηγητής σολάρει υπέροχα κι ο αναγνώστης πατινάρει σε μια γλωσσική ατραπό που περιλαμβάνει –στην κατηφορική της μαγεία– νεολογισμούς και λέξεις του περιθωρίου, αλλά και χούμορ και στρωτή αφήγηση ή χυμώδεις περιγραφές και αυτοσαρκασμό.
Σε αυτό το γλωσσικό λιβάδι ο Δαμιανός Αγραβαράς στηρίζει το ιδεολογικό του πρόσημο που είναι η ανάγκη να ζήσει ο καθένας με τον τρόπο του και να ξεπεράσει κοινωνικά εμπόδια και σαθρές αγκυλώσεις, Κι αν αυτό σήμερα είναι ευκολότερο, τότε, το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, ήταν δύσκολο ή και ακατόρθωτο, αφού πολλοί ομοφυλόφιλοι συμβιβάστηκαν σε μια μικροαστική ή μεσοαστική οικογένεια και σε μια βολεμένη καθημερινότητα.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Σύντομα αναμένεται –σε δική του επιμέλεια– ο δεύτερος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής» (εκδ. Διόπτρα).
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Από τότε πάει. Όποτε με έβλεπαν στη γειτονιά, έκαναν τις φωνές του τσιριχτές και δώσ’ του:
“Τι μας κάνετε, κυρία Λαλά, είδατε αν έπιασε λιμάνι ο Έκτος Στόλος, κυρία Λαλά;”
Έννοια σου, όμως, είχα συνηθίσει τις χαζομάρες, μήτε γύριζα το κεφάλι να τους κοιτάξω. Ευάγγελος Χατζηδημητρίου, του Ιωάννη και της Μερόπης, αλλά μην τα πιστεύεις, μπαρούφες είναι όλα. Το Ευάγγελος, λάθος. Κανείς δεν με φωνάζει Ευάγγελο, αυτό είναι όνομα για κάναν εισαγγελέα να το παίζει ιστορία. Ούτε Βαγγέλη με φωνάζουνε. Τι είμαι; Νταλικέρης; Ξέρεις εσύ κανέναν νταλικέρη με τέτοια μέση; Το Χατζηδημητρίου και το του Ιωάννη; Λάθος κι αυτά, βάψ ’τα μπλε και ρίξ ’τα στη θάλασσα να πάνε στον γερο-διάολο κι ακόμα παραπέρα».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Δαμιανός Αγραβαράς γεννήθηκε το 1996 στον Πειραιά. Είναι ιστορικός, κάτοχος του μεταπτυχιακού τίτλου Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας της Τέχνης από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με ιδιαίτερο ερευνητικό ενδιαφέρον την πολιτιστική ιστορία του 20ού αιώνα. Από τον Οκτώβριο του 2021 εργάζεται στο Αρχείο της ΕΡΤ.
![]() |
|
Ο Δαμιανός Αγραβαράς |
Ασχολείται με την πεζογραφία και τη θεατρική γραφή. Το 2015 συμμετείχε στο πρώτο στούντιο συγγραφής θεατρικού έργου του Εθνικού Θεάτρου, και το 2016 πήρε μέρος στο Εργαστήριο Νέων Θεατρικών Συγγραφέων του Ιδρύματος «Μιχάλης Κακογιάννης». Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά (Χάρτης, Θράκα, σαλιγκάρι, Culture Book, Περί ου, Fractal). Από τις εκδόσεις Συρτάρι κυκλοφορούν η συλλογή διηγημάτων του «Πέτα μακριά, Πέπε» (2023) και η νουβέλα «Ρίγκελ» (2025).

























