
Για το μυθιστόρημα του Λένου Χρηστίδη «Bororo», που κυκλοφορεί σε επετειακή έκδοση, 30 χρόνια μετά, από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Εικόνα από την ταινία «Απόντες» του Νίκου Γραμματικού.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Πριν από τριάντα χρόνια η Ελλάδα ήταν διαφορετική και τόσο ίδια. Πριν από τριάντα χρόνια δεν είχαμε πάρει χαμπάρι ότι έρχεται πλησίστια η οικονομική κρίση κατά πάνω μας, δεν είχαμε φανταστεί πως θα αποκαθηλωθεί η κυβερνητική Αριστερά ούτε πέρασε ποτέ από το μυαλό μας ότι ένας ιός θα μας έκλεινε στα σπίτια μας.
Και; Αυτό σημαίνει πως η λογοτεχνική γενιά του ’90 έγραφε για «αγάπες και λουλούδια» ή ότι δεν ήταν υποψιασμένη; Μπορεί ένα μέρος της να φανταζόταν ότι το σύννεφο πάνω από τον ελληνικό ουρανό θα ήταν πάντα φωτεινό, εντούτοις υπήρξαν και συγγραφείς που είδαν νωρίς πού πήγαινε το πράγμα και δεν μπήκαν στο παραμύθι.
Θέμα συζήτησης
Όταν πρωτοβγήκε το Bororo του Λένου Χρηστίδη έγινε αμέσως θέμα συζήτησης, απέκτησε φανατικούς αναγνώστες. Πίσω από τις γραμμές του συγκαταριθμήθηκε μια ολόκληρη γενιά. Ο Λάμπρος, ο Διονύσης, ο Σταύρος και ο Άγγελος (οι τέσσερις ήρωες του βιβλίου) ήμασταν όλοι εμείς που βλέπαμε τη ματαιότητα στα μάτια, που απομακρυνόμασταν ολοένα και περισσότερο από ιδεολογίες, που συχνά αισθανόμασταν ανεπίγνωστα αδρανείς, νέοι και γέροι ταυτόχρονα, με την καθημερινότητα να παίρνει τη θέση των «μεγάλων γεγονότων» που τότε εξέλιπαν. Ήταν ολότελα λάθος όσοι είδαν το Bororo ως μια μετεφηβική πλάκα μιας παρέας που δεν θέλει να μεγαλώσει ή που αρνείται να μπει στον προβληματικό κόσμο των μεγάλων.
Μέσα από τα μεθύσια τους, τις ουσίες που παίρνουν, τις τρέλες τους, τα πάρτι, τα εξωφρενικά ενύπνιά τους, μας λένε (συνήθως άηχα) πως δεν γίνεται να προσαρμοστούν στο στενό ύφασμα που έχει φτιάξει η κοινωνία για τα μέλη της. Το Bororo δεν αφηγείται ιστορίες επιτυχίας ή υπέρβασης, δεν μιλάει για ευτυχισμένους έρωτες, για ακράδαντες νίκες, δεν βυθομετράει τις σκέψεις των ηρώων με τη σοβαρότητα που απαιτούν οι καλοί τρόποι. Όπως η φυλή του Αμαζονίου, από την οποία το μυθιστόρημα παίρνει τον τίτλο του, οι ήρωες αποτελούν ένα σώμα, μια υπόσταση σε τέσσερις εκδοχές. Το εγώ τους δεν έχει νόημα δίχως την ύπαρξη των άλλων. Η ταυτότητά τους, εντέλει, είναι ρευστή, συμβολική και συλλογική. Μπορεί κάποιες ατάκες να βγάζουν γέλιο, κάποιες σκηνές να μοιάζουν ευφάνταστες και κωμικές, εντούτοις κάτω από την επιφάνεια αναδύεται η λύπη, η πικρία και η απομάκρυνση από τον κόσμο των άλλων.
Τα παιδιά των '90's που θυμίζουν τη Γλυκιά Συμμορία
Αυτοί οι τέσσερις ήρωες, χωρισμένοι από τη ζωή, συνιστούν έναν ολότελα δικό τους κόσμο. Μοιάζουν σαν τους ήρωες της «Γλυκιάς συμμορίας» (1983) του Νίκου Νικολαϊδη. Ξεκομμένοι από την πραγματικότητα, αν και του Χρηστίδη δεν είναι τόσο μαχητικοί ώστε να τα βάλουν με το «σύστημα» έως τον τελικό τους αφανισμό. Λογικό, καθώς τα παιδιά των 90’s δεν μπήκαν στη λογική της ευθείας αντιπαράθεσης. Ίσως και γι’ αυτό την πάτησαν πανηγυρικά.
Το μυθιστόρημα του Χρηστίδη είναι εντελώς αντιλογοτεχνικό και αντιμυθιστορηματικό. Απουσιάζει η βασική πλοκή, καθώς ο ιστός του είναι στιγμές που ενώνονται και όχι μια κεντρική ιδέα γύρω από την οποία γυρνούν τα πάντα. Ο λόγος είναι ευθύς, κουβεντιαστός, η ειρωνεία του πράγματος (και της ζωής) αναδύεται από παντού, αφήνει μαύρες τρύπες πίσω της, ενώ ο κυνισμός ορισμένων είναι μια άμυνα ή προέρχεται από άγνοια. Δεν είναι δυναμικός, δεν δημιουργεί κατάσταση.
Αγωνία και προβληματισμός
Η γενεακή αγωνία και ο υπαρξιακός προβληματισμός είναι κάτι παραπάνω από εμφανή και «χτυπητά» σε κάθε φράση που εκστομίζουν οι ήρωες. Δεν μπορούν να κρυφτούν ή να καλουπωθούν. Γι’ αυτό και η ωμότητα του ύφους έρχεται να επιβεβαιώσει αυτό το άγχος για ό,τι έχει χαθεί και δεν πρόκειται ποτέ να ξανακερδηθεί.
Οι ήρωές του εξακολουθούν να κινούνται σε αστικά περιβάλλοντα, κυρίως στην Αθήνα, και να βιώνουν σχέσεις ρευστές, χωρίς σταθερά σημεία αναφοράς.
Ο Λένος Χρηστίδης είναι μια ξεχωριστή μορφή στην ελληνική λογοτεχνία. Ακόμη και τώρα που έχει χρόνια να μας δώσει νέο έργο. Στα κατοπινά του έργα έδειξε πως κινείται επιδέξια σε διαφορετικά ψυχοτοπία από τα κυρίαρχα της ημεδαπής λογοτεχνίας. Ο σουρεαλισμός της ελληνικής πραγματικότητας, αλλά και της ζωής γενικά θα αποκτήσει ένταση και δυναμική. Παραμένει πιστός σε μια γραφή που εστιάζει στην καθημερινότητα, την ειρωνεία και την αίσθηση υπαρξιακής αστάθειας. Οι ήρωές του εξακολουθούν να κινούνται σε αστικά περιβάλλοντα, κυρίως στην Αθήνα, και να βιώνουν σχέσεις ρευστές, χωρίς σταθερά σημεία αναφοράς.
Το κλίμα της γενιάς
Σε έργα όπως Ο τυχερός αριθμός του δόκτορος Μπου και Τα χαστουκόψαρα, η αφήγηση παραμένει αποσπασματική, ενώ ενισχύεται το στοιχείο του παιγνίου και της ειρωνικής απόστασης από τα γεγονότα. Η πλοκή δεν οργανώνεται γύρω από κορυφώσεις ή δραματικές εξελίξεις, αλλά γύρω από στιγμές, σκέψεις και διαλόγους που αποτυπώνουν το κλίμα μιας γενιάς. Ο συγγραφέας συχνά θολώνει τα όρια ανάμεσα στο σοβαρό και το ασήμαντο, αποφεύγοντας συνειδητά την ηθικολογία ή την παροχή έτοιμων απαντήσεων.
Η γλώσσα παραμένει προφορική, λιτή και άμεση, ενώ το χιούμορ λειτουργεί ως βασικό εργαλείο αποδόμησης της βαρύτητας και της ψευδοσοβαρότητας.
Στα μεταγενέστερα έργα του διακρίνεται μια μεγαλύτερη αυτοαναφορικότητα και μια διάθεση σχολιασμού της ίδιας της γραφής και της λογοτεχνικής πράξης. Η γλώσσα παραμένει προφορική, λιτή και άμεση, ενώ το χιούμορ λειτουργεί ως βασικό εργαλείο αποδόμησης της βαρύτητας και της ψευδοσοβαρότητας.
Μια στάση ζωής
Τα βιβλία του Λένου Χρηστίδη δεν επιδιώκουν να αφηγηθούν «μεγάλες ιστορίες», αλλά να καταγράψουν μια στάση ζωής: την αμηχανία, την αποστασιοποίηση και την αίσθηση κενού που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη αστική εμπειρία. Έτσι, το έργο του συνθέτει ένα ενιαίο λογοτεχνικό σύμπαν, στο οποίο κυριαρχεί η ειρωνεία, η αμφιβολία και η διαρκής αναζήτηση νοήματος χωρίς βεβαιότητες.
Στην υποθετική ερώτηση, αν μας ενδιαφέρει το Bororo, τριάντα χρόνια μετά, και με αφορμή την επετειακή έκδοσή του, η ευθεία απάντηση είναι: μας ενδιαφέρει και μάλιστα πολύ, διότι βλέπουμε πώς ξεκίνησαν όλα και πού κατέληξαν. Οι ήρωες του Bororo είναι οι σημερινοί πενηντάρηδες που από πάνω τους πέρασαν (και τους σάρωσαν) όλα τα μεγάλα ζητήματα της πολιτικής, της οικονομίας και της κοινωνίας.
Μα, ακόμη κι αν όλο αυτό ήταν μια λογοτεχνική κατασκευή, τίποτα δεν θα άλλαζε από τη στιγμή που περιέχει όλους εμάς που ζήσαμε κάπως έτσι, μεγαλώσαμε κάπως έτσι και ηττηθήκαμε κάπως έτσι.
Κάπως έτσι γίνεται πιο κατανοητή η στάση αυτής της γενιάς που εμφανίζει σημάδια κόπωσης, απόγνωσης, απομάκρυνσης από τα κέντρα των αποφάσεων και την παθητικότητα του δέκτη που δεν αντέχει άλλα χτυπήματα. Αξίζει να σημειωθεί πως στην επετειακή έκδοση υπάρχει και το επίμετρο του καθηγητή Πολιτειολογίας Δημήτρη Χριστόπουλου που μας αποκαλύπτει πως ήταν μέρος αυτής της παρέας που αναφέρει ο συγγραφέας και πως όλα τα πρόσωπα υπήρξαν, είχαν σώμα και υπόσταση και, ναι, η ιστορία τους δεν είναι αποκύημα φαντασίας, αλλά μια απτή πραγματικότητα. Μα, ακόμη κι αν όλο αυτό ήταν μια λογοτεχνική κατασκευή, τίποτα δεν θα άλλαζε από τη στιγμή που περιέχει όλους εμάς που ζήσαμε κάπως έτσι, μεγαλώσαμε κάπως έτσι και ηττηθήκαμε κάπως έτσι.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
O Λένος Xρηστίδης γεννήθηκε το 1968 στη Φρανκφούρτη της τότε Δυτικής Γερμανίας από Έλληνες γονείς. Έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα και θεατρικά. Το 1999 τιμήθηκε με το Βραβείο «Κάρολος Κουν» για το θεατρικό Δύο θεοί, το οποίο πρωτοανέβηκε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.
![]() |
|
© Sissy Morfi |
Έργα του έχουν ανέβει επίσης στο Εθνικό Θέατρο, στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, στο Studio Μαυρομιχάλη, στα θέατρα Άλφα, Ροές, καθώς και σε πολλούς άλλους χώρους σε όλη την Ελλάδα.
Τα βιβλία του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

























