
Για το μυθιστόρημα του Qabel «Ο πατέρας μου, η πόλη μου και τα τριάντα μου» (εκδ. Loggia). Εικόνα: Από την ταινία «God's Own Country» (2017).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Από το... όρος των τριάντα ετών, πολλά πράγματα μοιάζουν ακόμη ατελεύτητα (αν και όχι τόσο μακρινά όσο στην εφηβεία) και κάποια άλλα λειτουργούν με την ένταση του επείγοντος που δεν χωράει άλλες αναβολές. Είναι η στιγμή που αντιλαμβάνεσαι πως ο καιρός της προπαρασκευής έχει τερματιστεί, όλες οι χάρες που σου παρείχε η κοινωνία και η οικογένεια έφτασαν στο τέλος τους, οι εγγενείς αμφιβολίες πρέπει να γίνουν σιγά σιγά βεβαιότητες και κάπου στο βάθος αρχίζει να σε τυλίγει μια θλίψη που δεν ξέρεις από πού προέρχεται και πού εκβάλλει.
Ο ήρωας του μυθιστορήματος Ο πατέρας μου, η πόλη μου και τα τριάντα μου βρίσκεται σε αυτή ακριβώς την κατάσταση, όταν φτάνοντας στα τριάντα του βλέπει τον ελάχιστο δρόμο που έχει μόλις διανύσει και το τούνελ που τον περιμένει στο μέλλον. Καμία ωραιοποίηση, κανένα μαλακό σύννεφο πάνω στο οποίο σκοπεύει να ανέβει. Μόνη η σκληρή πραγματικότητα που μένει ξεκρέμαστη μπροστά του.
Η άγνωστη ταυτότητα
Πέραν της ηλικίας του, των στοιχείων και των γεγονότων που καθόρισαν τη ζωή του, δεν γνωρίζουμε κάτι άλλο για τον πρωταγωνιστή. Βέβαια, δεν γνωρίζουμε ούτε για τον συγγραφέα, που εμφανίζεται πρώτη φορά στα ελληνικά γράμματα με το ψευδώνυμο Qabel.
Μαθαίνουμε πως ο ήρωας, μετά το τέλος των σπουδών του, αποφασίζει να επιστρέψει στη γενέτειρά του που είναι ελληνική επαρχιακή πόλη που περιβάλλεται από θάλασσα, δίχως όμως να κατονομάζεται. Ακόμη και οι άνθρωποι που τον περιτριγυρίζουν στο βιβλίο εμφανίζονται με το αρχικό γράμμα του ονομάτός τους. Υπάρχει, άραγε, κάποια λογική γι’ αυτή την κρυψίνοια; δεν
Δίχως να γνωρίζουμε τις συγγραφικές προθέσεις, φαίνεται πως ο ήρωας επιθυμεί να λειτουργήσει ως αρχέτυπο των τριαντάρηδων, έτσι που αντί να δηλωθεί ευθέως η ταυτότητά του, να αρκούν οι περιπέτειές του για να ορίσουν μια ολόκληρη γενιά. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές φορές, μιλώντας για τη ζωή του και τα δεινά της, χρησιμοποιεί το πρώτο πληθυντικό, σαν να αναφέρεται σε όλη τη γενιά του κι όχι μόνο στην προσωπική του ιστορία.
Τα τρία ζητήματα
Τρία είναι τα ζητήματα που ορίζουν αυτή την ιστορία, αλλά και την προβληματική του ήρωα: η σχέση με τον πατέρα του, η πόλη στην οποία ζει και η ηλικία του. Είναι τα μέρη πάνω στα οποία ακουμπάει τους σπόρους των συναισθημάτων του περιμένοντας -κάποιες φορές επί ματαίω- να ανθίσουν.
Πρόκειται για μια διαλεκτική μεταξύ πατέρα-γιου που δεν βγάζει ποτέ θετικό πρόσημο.
Με τον πατέρα του υπάρχει μια δυναμική έως πολεμική σχέση. Καίτοι εξαρχής παραδέχεται πως δεν προέρχεται από κακοποιητική οικογένεια και ότι η βία δεν ήταν μέρος της καθημερινότητάς του, εντούτοις η χειριστική και αρκετά τοξική συμπεριφορά του πατέρα του θα τον επηρεάσει έντονα. Πρόκειται για μια διαλεκτική μεταξύ πατέρα-γιου που δεν βγάζει ποτέ θετικό πρόσημο. Άλλα πρεσβεύει ο γεννήτορας κι άλλα το τέκνο του. Οι ιεραρχήσεις τους είναι διαφορετικές, ενώ ο βαθμός αλληλοκατανόησής του είναι μικρός και εμποδισμένος από τη διαφορετική γωνία θέασης της πραγματικότητας.
Εντέλει, αυτός που βγαίνει σχεδόν πάντα χαμένος, καθώς βλέπει τα όνειρά του να πηγαίνουν στράφι, είναι ο νεότερος
Μήπως είναι ο πρώτος 30άρης που δεν κατάφερε να τα βρει με τους γονείς του; Αυτό που ονομάζουμε επιτιμητικά «αγία ελληνική οικογένεια» στηρίχθηκε πάνω σε μια στοιβάδα παρεξηγήσεων, ψεμάτων, αμετακίνητων απόψεων, επιβολής και ακύρωσης. Εντέλει, αυτός που βγαίνει σχεδόν πάντα χαμένος, καθώς βλέπει τα όνειρά του να πηγαίνουν στράφι, είναι ο νεότερος, σε σχέση με τον γονιό που έχει την ασφάλεια της οικονομικής ανεξαρτησίας και ενός παρελθόντος που δεν αλλάζει.
Η πόλη
Η πόλη είναι ο άλλος πόλος που καθιζάνει τον ήρωα. Η ελληνική επαρχία εμφανίζεται στο βιβλίο με όλα τα χτυπητά της χρώματα. Κλειστή κοινωνία σημαίνει κλειστοφοβική και αβόλευτη με καθετί νέο. Η καθημερινότητα του ήρωα βουλιάζει ολοένα και περισσότερο σε κακοπληρωμένες δουλειές και τη γενικότερη ανέχεια. Έχουν παρέλθει οι ωραίες περιπέτειες των φοιτητικών χρόνων. Τώρα είναι η ώρα της ευθύνης. Ο ήρωας δεν επιθυμεί να συνεχίσει τη δουλειά του πατέρα και προτιμάει ένα απλό οκτάωρο σε μια δουλειά που δεν θα του αρέσει και δεν θα τον κάνει να αισθάνεται δικαιωμένος.
Πλέον, τα τριάντα γίνονται ένα μεταίχμιο: ένα πράγματα τελειώνει, ένα νέο αρχίζει, αλλά το τέρμα είναι αμφίβολο.
Στοχάζεται συνεχώς για το τι σημαίνει να φτάνεις στα τριάντα, καθώς κοιτάζει παράλληλα και τους φίλους του ή τους γνωστούς του που έχουν την ίδια ηλικία. Βλέπουμε τις σχέσεις του με το άλλο φύλο, που επίσης τον καθορίζουν, την αγνή συνύπαρξή του με μια γάτα και τελικά το βάθος της απώλειας ενός φίλου που ορίζει και το ολοκληρωτικό τέλος της αθωότητας. Πλέον, τα τριάντα γίνονται ένα μεταίχμιο: ένα πράγματα τελειώνει, ένα νέο αρχίζει, αλλά το τέρμα είναι αμφίβολο.
Μέσα απ' την καρδιά
Όπως ο Βιντσέντζο Λατρόνικο γράφει για τη γενιά Ζ στην Τελειότητα, έτσι και ο Qabel αναλαμβάνει να μιλήσει για τα πάθη μιας ολόκληρης γενιάς, αυτής των 30άρηδων. Το αποτέλεσμα έχει όντως ενδιαφέρον. Ειδικά στα σημεία που ο αφηγητής μιλάει μέσα απ' την καρδιά του για όσα βιώνει κι αφήνει το κύμα των γεγονότων να τον παρασύρει σε αχαρτογράφητα νερά. Όπου στα λόγια του παρεισφρέει η στοχαστική διάσταση, σαν να χάνεται ο αυθορμητισμός και το κείμενο να γίνεται αρκετά πεποιημένο, αλλάζοντας εντελώς τη νότα της φωνής του. Συνέπεια αυτού είναι να έχεις την αίσθηση δύο διαφορετικών αφηγητών μέσα στον ίδιο κείμενο.
(...) ο Qabel μάς παραδίδει ένα αυθόρμητο και ειλικρινές βιβλίο, του οποίου η καρδιά σφύζει από δύναμη.
Η κορύφωση του μυθιστορήματος (αν θεωρήσουμε πως είναι ο θάνατος ενός φίλου) έρχεται πολύ αργά και δίχως κάποια προετοιμασία. Το μυθιστόρημα είναι φτιαγμένο πάνω σε μια σειρά από γεγονότα, επομένως αναμένεις εκείνο το σημαντικό που θα αλλάξει εντελώς την πορεία της ζωής του ήρωα. Τούτο συμβαίνει, αλλά έχει παρέλθει πολύς χρόνος από δεδομένα ίσης πάνω κάτω «αξίας» που σε αφήνουν πάντα σε μια τεταμένη αναμονή. Ακόμη κι έτσι, πάντως, ο Qabel μάς παραδίδει ένα αυθόρμητο και ειλικρινές βιβλίο, του οποίου η καρδιά σφύζει από δύναμη. Ίσως, δε, είναι μια καλή ευκαιρία να σκεφτούμε τους σημερινούς τριαντάρηδες υπό άλλο πρίσμα, λιγότερο αυστηρό και επικριτικό. Στο κάτω κάτω, κάθε γενιά έχει τα καλά της, αλλά και τα άσχημά της. Ποιος ο λόγος να ρίχνουμε το ανάθεμα συμπαρασύροντας όλα τα μέλη της στον πάτο;
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
























