
Για το πεζογράφημα του Σπύρου Μαντζαβίνου «Ποδολάτρες» (εκδ. Πατάκης). Εικόνα: Από την ταινία «Carmen Jones».
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Μια λογοτεχνία χωρίς ιστορία, χωρίς χαρακτήρες, χωρίς πλοκή με την κλασική έννοια, θα μπορούσε να λειτουργεί αρνητικά και να φέρνει τον αναγνώστη σε μια δίνη αμηχανίας. Στους Ποδολάτρες, όμως, του τριαντάχρονου συγγραφέα Σπύρου Μαντζαβίνου, ο αποδέκτης χαίρεται την αναγνωστική του εμπειρία χάρη στη γραφή και την αφηγηματική έλιξη του κειμένου.
Στο επίκεντρο του βιβλίου είναι το γυναικείο πόδι, από τον αστράγαλο και κάτω, που εκπέμπει αθωότητα αλλά και ερωτισμό. Από τη φτέρνα ως τα δάκτυλα με τη σάρκινη καμάρα, η πατούσα, το πέλμα, τα μαξιλαράκια κ.λπ. δημιουργούν ένα ιδιαίτερο φετίχ, όχι όπως οι κατεξοχήν ερωτογενείς ζώνες του θήλεος, αλλά ως ένα σημείο που δεν τυγχάνει πάντα της προσοχής του άντρα. Εκτός αν θεωρήσουμε ότι το πέλμα αντικατοπτρίζει την αγάπη για τα πόδια που ανεβαίνουν μαγικά μέχρι πιο ψηλά. Άλλωστε οι περισσότεροι ψυχολόγοι αναγνωρίζουν στο φετιχοποιημένο αντικείμενο ή μέλος του σώματος μια έμμεση σεξουαλική σημασία.
Ωστόσο, ο Σπύρος Μαντζαβίνος προσπερνά με πιρουέτες τη φιλήδονη φύση του πέλματος -δεν την αρνείται, αλλά δεν την προβάλλει πορνογραφικά- και ανάγει την εστίασή του σ’ αυτό σε ένα είδος λεξιλαγνεικής προσήλωσης και λατρείας της εξιστόρησης και της περιγραφής. Όργανο αναγνωστικής διέγερσης είναι η ίδια η γλώσσα, τόσο με την εικονοπλαστική της δύναμη, που προσεγγίζει γυμνές ή υποδεδημένες πατούσες, όσο και την αφηγηματική της ορμή που προδιαγράφει το βλέμμα του παρατηρητή.
Αυτό το βλέμμα φτιάχνει μικρές ιστορίες, από την κοπέλα που περπατά αμέριμνη μέχρι τις δεσποινίδες στην παραλία με τα βρεγμένα πέλματα, κι από το κορίτσι στο μετρό ως την καθισμένη κόρη στο πεζούλι, ή από την αεικίνητη σερβιτόρα ως την στιγματισμένη από τον χρόνο γυναίκα που κάθεται στο παγκάκι και την ξανθομαλλούσα ξυπόλυτη του πλοίου κ.ά. Μαζί με το πόδι αναδεικνύονται άλλα σημεία περιμετρικά του, όπως φυσικά τα κάθε είδους παπούτσια και πέδιλα, τα καλσόν, τα βαμμένα ή μη νύχια, η στάση του σώματος, η κίνηση της γάμπας, το χορευτικό λίκνισμα, το σταυροπόδι και το άφημα του ενός ποδιού πάνω στο άλλο, και ούτω καθεξής.
Γι’ αυτό έχει μεγάλη σημασία η οπτική γωνία, η οποία αναδεικνύει συχνά το αδιόρατο, το ανεπαίσθητο, το μύχιο.
Στην ουσία, δεν είναι το ίδιο το αντικείμενο του πόθου, αλλά η ματιά τού ποδομανούς, ο οποίος αναβαπτίζει τα ερεθίσματα σε μια δική του απροσδιόριστη για τους άλλους έκσταση. Γι’ αυτό έχει μεγάλη σημασία η οπτική γωνία, η οποία αναδεικνύει συχνά το αδιόρατο, το ανεπαίσθητο, το μύχιο. Είναι η εμμονή του που ξαναβλέπει τον κόσμο και τις αιθέριες υπάρξεις μέσα σ’ αυτόν, ανικανοποίητος ηδονοβλεψίας μελών που δεν έχουν στιγματιστεί ως απαγορευμένα και σχολαστικός εξεταστής κάθε ανατομικής λεπτομέρειας. Θέλγεται από την οπτική επαφή, αλλά δεν θα έλεγε όχι και στην απτική.
Το βιβλίο του Σπύρου Μαντζαβίνου ταλαντώνεται ανάμεσα στο ίδιο το πόδι και τον φετιχιστή που το παρατηρεί, όπως κινείται σαν εκκρεμές και ανάμεσα στην ποδολατρία και τη γλωσσολαγνία, η οποία με πολλαπλούς τρόπους (συνυποδηλώσεις, λεξιπλασίες, υπαινιγμούς, λοξές περιγραφές, χορταστικά σχόλια κ.λπ.) ανάγει το αντικείμενο της παρατήρησης σε αντικείμενο της λογοτεχνικής εξιστόρησης. Το βιβλίο ξεδιπλώνει μπροστά στον αναγνώστη μια πανδαισία εικόνων, ερωτικών υπονοούμενων και οραματικών ονείρων, που παίρνουν σάρκα και οστά από την εξίσου θεαματική πανδαισία της γλώσσας. Από την αισθητική του βλέμματος στην αισθητικής της γραφής.
*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε -σε δική του επιμέλεια- ο πρώτος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Από το τοπικό στο παγκόσμιο» (εκδ. Διόπτρα).
Απόσπασμα από το βιβλίο
«[…] εκείνο που κάποιος εν πολλοίς “ερωτεύεται”, το κάτω μέρος -το πέλμα (με τη στενή έννοια)- είναι το απόκρυφο, ο ευσεβής πόθος, το κάτι άλλο. Το κάτω μέρος –αυτή η ροζ μαγεία- αναστατώνει· είναι το λαχταριστό απόκρυφο, σαν μέλος κρυφό του σώματος, και πιθανώς αυτή του η κρύφια φύση έχει κάπως να κάνει με τη διέγερση που προκαλεί. Σπανίως το βλέπεις, καθώς παραμένει κολλημένο στη σόλα του πεδίλου·του αρέσει να κρύβεται από τα λαίμαργα μάτια και σε ελάχιστες περιπτώσεις θα το δεις σε εξωτερικούς, δημόσιους χώρους.»
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Σπύρος Μαντζαβίνος γεννήθηκε στις 14 Απριλίου του 1995 στην Αθήνα και κατάγεται από τα Κοριάννα της Κεφαλλονιάς. Σπούδασε Ιστορία και Κλασική Φιλολογία στο Tubingen της Βάδης Βυρτεµβέργης και Σκηνοθεσία στη Σχολή Κινηµατογράφου Σταυράκου. Το 2018 εξέδωσε τη συλλογή διηγηµάτων του Μνηστηροφονία και άλλες ιστορίες (εκδ. Καστανιώτη) και ήταν υποψήφιος για το βραβείο πρωτοεµφανιζόµενου συγγραφέα του περιοδικού Κλεψύδρα.

Έχει σκηνοθετήσει την ταινία «Πανελλήνιον», η οποία απέσπασε τρία βραβεία στο 26ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιµαντέρ Θεσσαλονίκης (2024): το βραβείο του Ελληνικού Κέντρου Κινηµατογράφου, της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών και της Επιτροπής Νεότητας του Πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης και ήταν υποψήφια για καλύτερο ντοκιμαντέρ της χρονιάς στα Βραβεία Ίρις της Ελληνικής Ακαδημίας Kινηματογράφου. Τιμήθηκε επίσης με το βραβείο Orpheus ως Best Documentary στο Los Angeles Greek Film Festival. Τέλος ήταν υποψήφια ως καλύτερο ντοκιμαντέρ στο Berlin Greek Film Festival και στο Διεθνές Μεσογειακό Φεστιβάλ στη Μασσαλία (Prix Med Festival).
Είναι επίσης ζωγράφος και χαράκτης.
























