
Για τη νουβέλα της Μάρως Κακαβέλα «Το καλοκαίρι του σκύλου» (εκδ. Στερέωμα). Τι συμβαίνει σε δύο γονείς που χάνουν το παιδί τους; Πώς συνεχίζουν τη ζωή τους και πού εναποθέτουν το βάρος της απουσίας; Κεντρική εικόνα: «Δύο άνθρωποι (Οι μοναχικοί)» του Έντβαρτ Μουνκ.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Το προνόμιο των νεκρών: να ζουν κι αφού έχουν πεθάνει. Όσο υπάρχουν αυτοί που μένουν πίσω, που με τα δάκρυα τούς «πλένουν» και τις ενθυμήσεις τούς γεμίζουν σε «σώμα», οι αποθανόντες θα βρίσκονται σε μια παράξενη κατάσταση ύπαρξης και μη ύπαρξης.
Τι συμβαίνει σε δύο γονείς που χάνουν το παιδί τους; Πώς συνεχίζουν τη ζωή τους και πού εναποθέτουν το βάρος της απουσίας; Η νουβέλα Το καλοκαίρι του σκύλου της Μάρως Κακαβέλα είναι γεμάτη από τις πληγές που αφήνει μια απουσία στο κορμί των ζώντων.
Ήδη, από την αρχή, το βιβλίο βαραίνει με δύο θανάτους νέων παιδιών. Το 2012, ο Γιάννος, γιος του Ηλία και της Έρσης, παρασύρεται από έναν μεθυσμένο ταξιτζή και πεθαίνει στην άσφαλτο. Ο ασυνείδητος οδηγός, Θόδωρος Παράσχος, καταδικάζεται, αλλά εκτίει μικρό μέρος της ποινής του. Έπειτα από δύο χρόνια αποφυλακίζεται. Αρκετά χρόνια πιο πριν, το 1989 στην Κρήτη, δύο αδέλφια σκοτώνουν έναν συντοπίτη τους και στη συνέχεια κρύβουν το πτώμα. Όταν θα αποκαλυφθεί το φονικό, προφυλακίζονται, δικάζονται και τελικά αθωώνονται. Ένα καλοκαίρι μετά, ο μικρός γιος του μεγαλύτερου από τους δολοφόνους εξαφανίζεται για να βρεθεί μετά από κάποιους μήνες νεκρός. Κανείς δεν έμαθε ποιος ήταν ο δράστης.
Τα δύο παιδιά
Κι όμως, τα δύο παιδιά, αν και έχουν από καιρό περάσει στην αντίπερα όχθη, συνεχίζουν να κυκλοφορούν στο μυαλό και στις ζωές των δικών τους. Η απουσία τους είναι πιο καθοριστική από την παρουσία τους. Η Κακαβέλα αποφασίζει να μοιράσει την αφήγηση της ιστορίας σε διάφορες φωνές, από το πρώτο πρόσωπο που χρησιμοποιεί στους μονολόγους του μικρού Νικόλα και του Ηλία, έως την τριτοπρόσωπη και σαφώς πιο αποχρωματισμένη τριτοπρόσωπη αφήγηση των ανακρίσεων που διεξάγει ο αστυνόμος Νικήτας, όταν ο ταξιτζής-δολοφόνος βρίσκεται με μια σφαίρα σφηνωμένη στο κεφάλι του.
Βασικός ύποπτος για το φόνο είναι ο πατέρας του Γιάννου, ένας άνθρωπος που έχει χάσει τα πάντα. Το παιδί του, την ησυχία του, τη γυναίκα του και στην ουσία φυτοζωεί κουβαλώντας τύψεις, ενοχές και πόνο. Μπορεί να αρνείται το φόνο και επικαλείται ένα πραγματικό τρωτό άλλοθι («ήμουν με τον σκύλο μου στο σπίτι»), αλλά αυτή η άρνηση γίνεται η γέφυρα για να συνδεθεί με τον Νικήτα με ουσιαστικό και ανθρώπινο τρόπο και όχι στενά υπηρεσιακό. Έχουν, άλλωστε, κάτι κοινό που ως εκείνη τη στιγμή δεν το είχαν παραδεχθεί ποτέ δημόσια.
Ξένο σώμα
Ο Γιάννος ήταν ομοφυλόφιλος, κάτι που ο πατέρας του δεν μπορούσε ποτέ να αποδεχθεί. Σε αντίθεση με τη μητέρα του, που πάντα τον στήριζε και το δέσιμο μεταξύ τους ήταν ολότελα ψυχικό. Ο Ηλίας ήταν μονίμως ένα ξένο σώμα στην οικογένεια, ένας αποσυνάγωγος και έγινε επίσημα τέτοιος όταν χώρισε με την Έρση.
Από την άλλη, ο Νικήτας είναι κι αυτός ομοφυλόφιλος και βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, καθώς δεν έχει αποφασίσει αν θα δεσμευτεί περισσότερο με τον σύντροφό του ή θα βρεθεί αντιμέτωπος με το φάσμα της μοναξιάς. Στην υπηρεσία του δεν το γνωρίζει κανείς, ενώ η ανοϊκή μητέρα του ούτε ξέρει ούτε μπορεί να τον συμβουλέψει. Κάπως έτσι, από διαφορετικούς δρόμους και με άλλες ιστορίες πάνω από τα κεφάλια τους, αυτοί οι δύο άνθρωποι θα μοιραστούν τις απόκρυφες σκέψεις τους, έστω κι αν ξέρουν πως οι ρόλοι τους είναι διακριτοί και απαράβατοι.
Εν μέσω καύσωνα
Εν μέσω αυγουστιάτικου καύσωνα στην Αθήνα της κρίσης, ο Ηλίας ψάχνει πού θα αφήσει τον σκύλο του, τον Θύμιο, που τον βρήκε, κουτάβι ακόμη, στο αυτοκίνητο του Θόδωρου Παράσχου, όταν πήγε να τον βρει, αφότου είχε αποφυλακιστεί (η «επίσκεψη» ήταν για ευνόητους λόγους). Τι να το κάνει το σκυλί όταν έχει αποφασίσει να λύσει όλα τα σχοινιά που τον δένουν με τη ζωή;
Ξέρει πως κάποια στιγμή θα καταρρεύσει το άλλοθι που προβάλλει και ότι ο αστυνόμος Νικήτας θα τον πιάσει στη φάκα. Μα, ο Ηλίας μέσα του έχει ήδη καταδικαστεί από τις αποφάσεις που πήρε.
Η συνάντηση με τη γυναίκα του θα είναι τραυματική, καθώς θα φέρει στην επιφάνεια τις παλιές διαφωνίες και την απόσταση που τους χωρίζει. Το ίδιο δύσκολη θα είναι και η συνάντησή του με τον σύντροφο του γιου του. Είναι η στιγμή της απόλυτης συνειδητοποίησης για τον Ηλία: έκανε λάθη, έγινε θύμα του εγωισμού του, δεν μέτρησε καλά την αγάπη που όφειλε να δείξει στους ανθρώπους της ζωής του. Επομένως, δεν βρίσκει κανένα νόημα να συνεχίσει να ζει. Δεν είναι ο φόβος της δικαιοσύνης που τον τρομάζει. Ξέρει πως κάποια στιγμή θα καταρρεύσει το άλλοθι που προβάλλει και ότι ο αστυνόμος Νικήτας θα τον πιάσει στη φάκα. Μα, ο Ηλίας μέσα του έχει ήδη καταδικαστεί από τις αποφάσεις που πήρε. Ο αδόκητος θάνατος του γιου του φανέρωσε όλα τα λάθη του.
Οι φωνές
Η νουβέλα της Κακαβέλα είναι χαμηλότονη, όπως πρέπει να είναι μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία. Οι αλλαγές στις «φωνές» λειτουργούν και μπορεί οι δύο θάνατοι να μην έχουν σχέση, ωστόσο καταδεικνύουν πώς η έλλειψη αγάπης και νοιαξίματος μπορούν να επιφέρουν τον θάνατο ενός ανθρώπου πριν καν αυτός πεθάνει. Μπορεί τα δύο παιδιά να πέθαναν με βίαιο τρόπο, αλλά προηγουμένως είχαν υποστεί πολλούς μικρούς θανάτους. Ο Γιάννος από την άρνηση του πατέρα του να τον δεχθεί όπως ήταν και ο μικρός Νικόλας από την έχθρα του χωριού προς τον φονιά πατέρα του. Μια αιχμηρή ξενότητα που τους έκανε να καταλάβουν πως οι πράξεις των ανθρώπων -ή ακόμη και οι μη πράξεις τους- είναι ικανές να επιφέρουν σοβαρότερα τραύματα.
Σε σχέση με την προηγούμενη νουβέλα της, Τίνος είσαι εσύ (εκδ. Στερέωμα), βλέπουμε ένα προχώρημα της Κακαβέλα, μια πιο ώριμη διευθέτηση της ιστορίας, διατηρώντας όμως το πρωταρχικό στοιχείο της λιτότητας και της ανθρώπινης ματιάς που μας είχε φανερώσει στο πρώτο της βιβλίο.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα (βιογραφικό σημείωμα από τον εκδοτικό οίκο)
Η Μάρω Κακαβέλα γεννήθηκε το 1967 στην Αθήνα, και συγκεκριμένα στον Βοτανικό. Εξακολουθεί να κατοικεί εκεί, κάτω από την Ομόνοια, στο μαλακό υπογάστριο της πόλης. Σπούδασε μηχανολόγος μηχανικός στο Πανεπιστήμιο Πατρών, δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Δημοσιογραφικών Σπουδών και σκηνοθεσία στη Σχολή Σταυράκου.

Έχει περάσει από σαράντα κύματα και άλλες τόσες δουλειές. Από κειμενογράφος στο Mega, μέχρι βοηθός παραγωγής στο Black Out του Μενέλαου Καραμαγγιώλη και διαλογογράφος σε τηλεοπτικές σειρές. Βέβαια, ψωμί στο τραπέζι της βάζει το επάγγελμα του μηχανικού. Και παντεσπάνι οι μεταφράσεις που ενίοτε ολοκληρώνει. Παρακολούθησε κατ’ εξακολούθηση και καθ’ έξιν μαθήματα δημιουργικής γραφής επί τρία συναπτά έτη στη Σχόλη του Πατάκη με τον Νίκο Δαββέτα, και ολοκλήρωσε τον τριετή κύκλο θεατρικής γραφής του Θεάτρου Πορεία.
























