
Για τη συλλογή διηγημάτων της Φανής Κεχαγιά «Είμαι...» (εκδ. Μετρονόμος).
Γράφει ο Ευάγγελος Γρ. Αυδίκος
Πρωτογνώρισα την πεζογράφο Φανή Κεχαγιά πριν λίγα χρόνια, όταν μου εμπιστεύθηκε να διαβάσω το πρώτο μυθιστόρημά της, Ομηρία, ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα που ανιστορούσε τη δραματική αποτύπωση γεγονότων του εικοστού αιώνα στη συλλογική και ατομική περιπέτεια.
Αν εκείνο το μυθιστόρημα ήταν μια αξιομνημόνευτη αναμέτρηση με το ιστορικό βίωμα, η συλλογή διηγημάτων Είμαι… συνιστά τεκμήριο της αφηγηματικής δεινότητας της πεζογράφου Κεχαγιά, η οποία επιχειρεί βαθυτόμο καταβύθιση στην ψυχολογία των ηρώων/ηρωίδων της, η οποία προβάλλεται στο κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο. Δεν πρόκειται για τη δημιουργία ενός περίκλειστου κόσμου. Αντίθετα, η συγγραφέας χρησιμοποιεί ως αφόρμηση της αφηγηματικής ύφανσης μια διαμορφωμένη κατάσταση του παρόντος, η οποία συμπυκνώνεται στο ρήμα «Είμαι…».
Το ρήμα «Είμαι» αποτελεί τον καμβά πάνω και γύρω από τον οποίο η συγγραφέας υφαίνει τις ιστορίες της. Αυτό το «είμαι» διερευνά στα διηγήματά της, σε μια συνομιλία με τον Μπόρχες, ο οποίος γράφει στο ομότιτλο ποίημά του: «Είμαι κάποιος που δεν είναι κανένας […]/ Είμαι αντίλαλος, λήθη, τίποτα».1 Το «είμαι», η ταυτοτική δήλωση, μετεωρίζεται ως εναρκτήρια φράση στα δεκαεννιά κείμενά της, η οποία χρησιμοποιείται ως αρχική αφηγηματική βελονιά, για να πλέξει με τον δική της τρόπο τον πεζογραφικό της κόσμο.
Θα μπορούσα να ισχυριστώ πως η ταυτοτική δήλωση που μετεωρίζεται με τις τρεις τελείες, οι οποίες υπονομεύουν τη βεβαιότητα, λειτουργεί ως διελκυστίνδα ανάμεσα στην πεζογραφική ταυτότητα της δημιουργού αλλά και στον κόσμο των ηρώων και ηρωίδων, από τους οποίους εκπορεύεται η δυνατότητα για το παιχνίδι του μετεωρισμού ανάμεσα στον συγγραφικό εαυτό και το αφηγηματικό σύμπαν.
Αυτό το παιχνίδι είναι ευκρινές στο πρώτο διήγημα της συλλογής, που αρχίζει με τη φράση «Είμαι τεσσάρων». Πρόκειται για αυτοαναφορικό αφήγημα, στο οποίο η συγγραφέας χρησιμοποιεί ένα τετράχρονο κορίτσι, σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, για να ψαύσει την παιδική της ηλικία και τη μύηση στον κόσμο της ιστορίας.
Η κατανόηση των λέξεων
Η Κεχαγιά προσφυώς αξιοποιεί τη φυσική αδυναμία της τετράχρονης να κατανοήσει τη γλώσσα, ώστε να διερευνήσει τα όρια και τις δυνατότητες των λέξεων να συνδράμουν την κατανόηση της αποσπασματικής σχέσης με τον ιστορικό χρόνο. Αφηγείται η τετράχρονη: «Έχουμε μέρες να δούμε τον μπαμπά. Κάπου πήγε. Σε μια μεγάλη μπερδεμένη λέξη πήγε. Η μαμά μου την είπε, αλλά εγώ όλο το ξεχνάω. Ο μπαμπάς έφυγε πολύ πρωί ένα πρωί κι εγώ κοιμόμουν όταν έφυγε. Κι η αδερφή μου κοιμόταν. Αλλά θα ξανάρθει, έτσι λέει η μαμά».
Η ανακούφιση της τετράχρονης για την εκφορά της λέξης «επιστράτευση» λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο και για τη συγγραφέα, αλλά και για κάθε γραφιά που αναμετράται με τη δύναμη των λέξεων.
Η συγγραφέας προβληματίζεται με την κατανόηση των λέξεων και της ιστορικής ατμόσφαιρας. Δεν επιθυμεί μια ευκρινή ανιστόρηση. Γνωρίζει πόσο θραυσματική είναι η σχέση μας με την Ιστορία, κάτι που αναπαριστάται συχνά στα ιστορικά μυθιστορήματα με έναν νοσταλγικό και διδακτικό τρόπο. Η συγγραφέας, θα λέγαμε, έχει επηρεαστεί από τον Λούσια του Χουλιαρά2, όπου αναπαριστάται η θραυσματικότητα των λέξεων και του χρόνου. Επομένως, το πρώτο διήγημα, πέρα από την αυτοαναφορικότητα, είναι κι ένα εγχείρημα αφηγηματικό, με το οποίο επιχειρεί να κατανοήσει τον κόσμο, την κυριολεκτική και μεταφορική χρήση της γλώσσας. Η ανακούφιση της τετράχρονης για την εκφορά της λέξης «επιστράτευση» λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο και για τη συγγραφέα, αλλά και για κάθε γραφιά που αναμετράται με τη δύναμη των λέξεων.
Συνομιλώντας με τον Βαλτινό
Η Κεχαγιά συνομιλεί και μ’ έναν άλλον συγγραφέα, με αφορμή το διήγημά της «Νεκρή», στο οποίο περιγράφει τη δολοφονία μιας νεαρής στην περιοχή της Ηλείας, η οποία έμεινε έγκυος, ούσα ανύμφευτη, κι αυτό οδήγησε τη μάνα της να τη φαρμακώσει με το γεωργικό φάρμακο Φουραντάν. Αυτή τη λέξη επιλέγει ως τίτλο ο Θανάσης Βαλτινός, που έγραψε ένα δικό του διήγημα, που πρωτοδημοσιεύτηκε το 2007 στο περιοδικό Πανδώρα.3
Ωστόσο, η Κεχαγιά διαφοροποιείται τόσο στα αφηγηματικά μέσα όσο και στην εστίαση. Ο Βαλτινός χρησιμοποιεί, στο κείμενό του, την τεχνική των ανακριτικών ερωτοαποκρίσεων, μέσα από τις οποίες αναδεικνύεται η τεχνοκρατική οπτική του ανακριτή αλλά και η κοχλάζουσα ψυχολογία της μάνας, η οποία θεωρεί αναπόφευκτη την πράξη, ώστε να αποτρέψει τη σπίλωση της τιμής της οικογένειας. Η μάνα γίνεται προστάτιδα της οικογενειακής ηθικής σ’ ένα ασφυκτικό κοινωνικό περιβάλλον.
Η επιλογή της προσδίδει δραματικότητα στην αφήγηση, αναδεικνύοντας το θύμα ως πρωταγωνίστρια.
Η Κεχαγιά μετατοπίζει την οπτική στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση, από τη νεκρή, των παθών της. «Είμαι νεκρή από χτες το χάραμα. Ξημερώματα Δευτέρας 20 Ιανουαρίου ξεψύχησα, το πρωί με κατέβασαν στην Πάτρα για νεκροψία, Τρίτη απόγευμα μ’ έφεραν πίσω στο χωριό και με θάψαν. Ούτε ξενύχτι ούτε τίποτα». Η επιλογή της προσδίδει δραματικότητα στην αφήγηση, αναδεικνύοντας το θύμα ως πρωταγωνίστρια. Η μάνα γίνεται μέρος του ελεγκτικού οικογενειακού παράγοντα. «Κακομοίρα μου, μην καταλάβει τίποτα άνθρωπος, σ’ έσφαξα. Ακούς; Θα πηγαίνεις στο χωράφι σα να μην έγινε τίποτα, μωρή». Αυτός ο απειλητικός λόγος ακούγεται όταν γίνεται γνωστή η εγκυμοσύνη.
Θεωρώ προσφυή την αφηγηματική διαχείριση του υλικού, καθώς και τη μετατόπιση της οπτικής. Ο κοινωνικός περίγυρος ορίζει τις συνθήκες, όμως η πρωτοπρόσωπη αφήγηση εγχέει ένταση και δραματικότητα που καθιστά συγκλονιστικό το διήγημα. Το θύμα πλέον δεν έχει τον φόβο της έκθεσης, μόνο οι νεκροί έχουν αυτό το πλεονέκτημα.
Οι γυναίκες ως πρωταγωνίστριες
Σε όλα σχεδόν τα διηγήματα οι γυναίκες είναι πρωταγωνίστριες, είτε η ιστορία αφορά στην ανεκπλήρωτη ερωτική ζωή είτε στον βιασμό και την τυφλή εκδίκηση που μετατρέπει το θύμα σε θεριό είτε στη γυναίκα που ξεγελάστηκε, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε στιγμιαίες συνευρέσεις, με πετρωμένο κορμί, ακόμη κι αν αυτή η συνάντηση γίνεται με τον Καμύ. «Γενάρη του ’60, οι εφημερίδες βούιξαν με τον θάνατο ενός Καμύ. Στη φάτσα του αναγνώρισα τον ξένο απ’ το Βεντιλατέρ […] Νομπελίστας. Το έκανα γαργάρα πως πηδήχτηκα με τον τύπο λίγα βράδια νωρίτερα. Σιγά. Τι λογοτέχνης και φιλόσοφος, τι σοφέρ και ζιγκολό, όλοι το πουλί τους σκέφτονται. Κρίμα το παλικάρι μόνο. Απ’ την άλλη, σιγά, τι με νοιάζει;»
Αλλά και όταν ο αφηγητής είναι άντρας, πάλι η γυναίκα είναι το θύμα. Ανιστορούνται τα πάθη της. Θεωρείται υπεύθυνη για την «ηθική» εξαχρείωση («Ραμόνα») ή υπεύθυνη για τα όσα υφίσταται αφού δεν ανταποκρίθηκε στα αντρικά αισθήματα. Αντιμετωπίζεται το θύμα ως συνένοχη για τον φόνο της, μιας και αρνιόταν επίμονα να αναγνωρίσει την αντρική ιδιοκτησία στο σώμα της. «Όχι δεν είμαι τρελός, μόνο τρελός για σένα είμαι, μη με λες άρρωστο […] Τι θα πει δεν με γουστάρεις, πώς γίνεται να μη με γουστάρεις; Εδώ εγώ σου λέω σ’ αγαπώ» («Καψούρης»).
Επιχειρεί να καταβυθιστεί στην ανάγκη των ηρώων/ηρωίδων της για τρυφερότητα, η οποία υπερβαίνει τους έμφυλους και συγγενικούς δεσμούς.
Η συλλογή της Κεχαγιά έχει αξιοπρόσεκτες αρετές, στην αφήγηση αλλά και στη διερεύνηση ενός μεγάλου θέματος που είναι τα πάθη των γυναικών, που είναι και των ανδρών. Στα αξιοσημείωτα είναι η ψύχραιμη οπτική της, ακόμη κι όταν ο αφηγηματικός λόγος γίνεται ζέων. Επιχειρεί να καταβυθιστεί στην ανάγκη των ηρώων/ηρωίδων της για τρυφερότητα, η οποία υπερβαίνει τους έμφυλους και συγγενικούς δεσμούς. «Την αφήνω. Να φύγει. Την ποθώ, την ορέγομαι όσο δεν ορέχτηκα καμιά Κοκκινοσκουφίτσα ως τώρα. Αλλά την αφήνω να φύγει. Γιατί (ας το πω, δεν έχει νόημα να κρύβομαι από σας), γιατί την αγαπώ» (Κακός λύκος). Ο εκ συστήματος βιαστής αφοπλίζεται όταν ερωτεύεται κι αυτό τον οδηγεί σε σύλληψη.
Ο έρωτας, η τρυφερότητα για την Κεχαγιά δεν έχει όρια, ακόμη κι όταν πρόκειται για δύο αδέλφια ή για δύο γυναίκες. «Μικρή, κορίτσι ακόμη, ερωτεύτηκα πολύ. Πολύ… Αλλά ήταν έρωτας κοινωνικά κατακριτέος. Ένα άλλο κορίτσι. Μία συνομήλική μου. Συμμαθήτρια. Ήμασταν μικρές, αλλά νιώθαμε… Ξέραμε και οι δύο πως φτιαχτήκαμε η μία για την άλλη» («Εξομολόγος»).
Η Κεχαγιά πραγματεύεται το θέμα της με σεβασμό στη διαφορετική επιλογή. Επιλέγει δε τον παππά-σύζυγο, έναν κατ’ εξοχήν εκφραστή μιας συντηρητικής ηθικής, να γίνει ο σιωπηλός εγγυητής αυτού του δικαιώματος: «Την επομένη, εξυπνήσαμε, προγευματίσαμε, όπως κάθε πρωία, και εγώ εξέδραμον πεζή προς τον ναόν, όπως κάθε πρωία. Όταν το μεσημέρι επέστρεψα εις την οικίαν μου, η παπαδιά και τα προσωπικά της είδη ήτο άμφω άφαντα. Έκτοτε ουδείς ήκουσε το παραμικρόν δι’ αυτήν. Εξηφανίσθη όπως μοι προείπε. Και η παπαδιά πάντοτε εκράτει τον λόγον της».
*Ο ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΓΡ. ΑΥΔΙΚΟΣ είναι ομότιμος Καθηγητής Λαογραφίας στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Τελευταίο βιβλίο του το μυθιστόρημα Δρολάπι (εκδ. Εστία).
1Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Είμαι», Ποιήματα, εισαγωγή- ανθολόγηση, μετάφραση Δ. Καλοκύρης. Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2024.
2Νίκος Χουλιαράς, Ο Λούσιας, μυθιστόρημα. Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1979
3Θανάσης Βαλτινός, «Φουραντάν» περ. Πανδώρα, 20 (2007), σελ. 5-6. Οκτώ χρόνια μετά , συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο : Επείγουσα ανάγκη ελέου, διηγήματα. Εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2015.
Δυο λόγια για τη συγγραφέα
Η Φανή Κεχαγιά είναι φιλόλογος και επιμελήτρια κειμένων. Είναι απόφοιτος του τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στη Δημιουργική Γραφή του ΠΔM και απόφοιτος των Εργαστηρίων Διόρθωσης και Επιμέλειας του Ιανού.

Γράφει μυθιστορήματα, διηγήματα, παραμύθια, άρθρα και θεατρικά. Έργα της έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικές εκδόσεις και λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει συμμετάσχει στην 8η Λογοτεχνική Σκηνή του περιοδικού Εντευκτήριο και σε Πανελλήνια και Διεθνή Συνέδρια. Δύο θεατρικά έργα της έχουν ανέβει στη σκηνή (2018 και 2020). Από τις εκδόσεις Έξη κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά της Ήθελα μόνο να με αγαπήσεις (2018) και Ομηρία, η ανείπωτη ιστορία ξεριζωμού της Τζουμαγιάς (2023) και από τις εκδόσεις Ψυχογιός το παραμύθι της Τα φυγοπούλια (2021).
























