
Για το πεζογράφημα του Στέφανου Ρέγκα «Η μοίρα των ζώων» (εκδ. Πλήθος). Κεντρική εικόνα: Ο πίνακας «Μεγάλα μπλε άλογα» του Φραντς Μαρκ.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης
Το πρόσφατο έργο του Στέφανου Ρέγκα Η μοίρα των ζώων (εκδ. Πλήθος, 2024) ανήκει σε εκείνη την κατηγορία της ποιητικής πρόζας που δεν αναπαριστά τον κόσμο αλλά τον ανασυντάσσει εκ νέου μέσα από τον ρυθμό και τη γλωσσική του ύλη. Σε αντίθεση με τα κείμενα που προσφέρουν διαυγή νοηματικά σχήματα, ο Ρέγκας επιλέγει την αμφισημία και την ασθματική διατύπωση, προτείνοντας μια γραφή που βιώνεται περισσότερο παρά «κατανοείται». Στην επιφάνεια, το κείμενο προβάλλει ως παραληρηματική ροή συνείδησης· στην ουσία, ωστόσο, οικοδομεί μια αυστηρή αισθητική αρχιτεκτονική, όπου ο ρυθμός, η αναδίπλωση και η επαναληπτικότητα συγκροτούν το ισοδύναμο μιας εσωτερικής δραματουργίας.
Η γραφή του Ρέγκα έχει έναν σχεδόν μυστικιστικό ρυθμό, όπου η σύνταξη χαλαρώνει και αφήνει τη φράση να ξεχειλίζει σε κύματα. Το επαναλαμβανόμενο μοτίβο («έριξα ρίχνω», «πάντα το ίδιο αλλαγμένο πάντοτε») δημιουργεί μια δονητική αίσθηση, σαν η εμπειρία να εκτυλίσσεται ξανά και ξανά, παραλλασσόμενη. Εδώ, η γλώσσα δεν υπακούει στη λογική της αφήγησης, αλλά στην αίσθηση της βύθισης. Οι εικόνες είναι οργανικές, γήινες, σωματικές: το χώμα, το πηγάδι, τα πλάσματα, οι ρίζες, η γύμνια. Η φύση δεν παρουσιάζεται ως σκηνικό αλλά ως υπαρξιακή μήτρα, ως χώρος μετάβασης και αλήθειας. Το πηγάδι είναι μια από τις πιο δυνατές μεταφορές: άβυσσος που καταπίνει και επιστρέφει, μια ατέρμονη ανταλλαγή ανάμεσα στο πάνω και στο κάτω, στο συνειδητό και στο ασυνείδητο. Ο αναγνώστης αισθάνεται ότι βρίσκεται μπροστά σε ένα σύμπαν όπου η τάξη και το χάος είναι συμφιλιωμένα: «Όλα είναι στη σωστή τους θέση».
Η φραστική ροή του κειμένου αναπτύσσεται με αλλεπάλληλους κύκλους επανάληψης («έριξα ρίχνω», «πάντα το ίδιο αλλαγμένο πάντοτε») που εγκαθιδρύουν μια ρυθμολογική δόνηση. Η «ασθματική» επιμονή του ρήματος μετατοπίζει την προσοχή από τη σημασιοδότηση στη διαδικασία παραγωγής νοήματος. Τα γεγονότα δεν αφηγούνται, αλλά συμβαίνουν γλωσσικά. Η εκφορά -κάποτε πληθυντική («θα μπορούσαμε να δακρύσουμε»), άλλοτε πρωτοπρόσωπη ενικού, άλλοτε υπόρρητα δευτεροπρόσωπη («παρατηρούμε πως με παρατηρείς»)- επιτελεί μια διαρκή ετεροτοπία του υποκειμένου. Το «εγώ» εκκρεμεί ανάμεσα σε «εμείς» και «εσύ», άρα ανάμεσα σε βιωμένη εμπειρία, συλλογική συμμετοχή και αναστοχαστική θέαση. Ο ομιλητής αποσταθεροποιείται και τοποθετείται σε ένα συνεχές εκκρεμούς ταυτότητας. Η σύνταξη είναι ασθματική, εσκεμμένα χαλαρή. Τα ρήματα («έριξα ρίχνω», «πάντα το ίδιο αλλαγμένο πάντοτε») λειτουργούν ως παλμοί, εγκαθιδρύοντας έναν ρυθμό που υπερβαίνει τη σημασιοδότηση. Η αφήγηση δεν «προχωρά» με την κλασική έννοια· συντελείται. Η συντακτική είναι αισθητική στρατηγική, η πρόζα εργάζεται ως ποιητικό σώμα, και ο ρυθμός -όχι η πλοκή- παράγει συγκίνηση και νόημα.
(...) δεν πρόκειται για ετυμηγορία αλλά για αναγνώριση συμμετοχής σε μια κοινή συνθήκη θνητότητας και τρωτότητας.
Το πεδίο των εικόνων είναι γήινο, υποχθόνιο, οργανικό: χώμα, πηγάδι, ρίζες· «μικρά πλάσματα» που παραμονεύουν· μια «άλλη» γύμνια που γίνεται «βαθιά ανάσα». Το πηγάδι, ως άβυσσος και ως δεξαμενή, συνιστά το κεντρικό τροπικό κέντρο: ο κουβάς «ανεβάζει» «πάντα το ίδιο αλλαγμένο», καθιστώντας την ύλη -το εύπλαστο, το σχεδόν άμορφο- φορέα μιας μόνιμης μεταμόρφωσης. Το γλωσσικό συμβάν, έτσι, παριστά την οντολογία του. Η ύλη της φράσης (λέξεις-χώμα) πλάθεται εκ νέου κάθε φορά που ανασύρεται. Η παρεμβολή των ζωικών μορφών δεν υπηρετεί ένα αθωωτικό «ειδυλλιακό» στερεότυπο· διασαλεύει το ανθρωποκεντρικό κάδρο, υπενθυμίζοντας ότι ο κόσμος υφαίνεται από συγκατοικήσεις – ανθρώπινες και μη-ανθρώπινες. Η καταληκτική έμφαση στο «πρέπει να… αποφασίσεις… ότι αυτή είναι η μοίρα των ζώων» μετατοπίζει την ηθική ευθύνη από την καταγγελία στον προσανατολισμό: δεν πρόκειται για ετυμηγορία αλλά για αναγνώριση συμμετοχής σε μια κοινή συνθήκη θνητότητας και τρωτότητας.
Η επωδός «όλα είναι στη σωστή τους θέση» δεν είναι παθητική συμφιλίωση, είναι ενεργή απο-ενοχοποίηση: «φωνάζεις εγκληματίας αλλά καθόλου εγκληματίας». Η γλώσσα ακυρώνει, έτσι, το δικανικό φαντασιακό της «ευθύνης» και προκρίνει μια ηθική του ανήκειν (όπου «εμείς» και «τα μικρά πλάσματα» μοιραζόμαστε έναν ρυθμό ύλης και αναπνοής). Το σχήμα «πλήρης αποχή πλήρης» συνοψίζει αυτή την παραδοξότητα: για να συναντηθούμε ξανά με τη ζωή, χρειάζεται να αποχωριστούμε, προσωρινά, ό,τι είχαμε κεκτημένο ως ταυτότητα. Η χειρονομία «σηκώνω το χέρι μου… και κατεβαίνει γεμάτο πλούσιο» είναι το σωματικό ισοδύναμο αυτής της μεταστροφής. Το άδειο γίνεται πλούσιο χάρη στην κίνηση μέσα στην ύλη – όχι παρά τη ύλη.
Η γνωστή θητεία του Ρέγκα στη σπινοζική φιλοσοφία και η ακαδημαϊκή του δραστηριότητα προσφέρουν ένα παραγωγικό πρίσμα ανάγνωσης. Στην Ethica του Σπινόζα, το σώμα και το πνεύμα συνιστούν τρόπους της ίδιας Υποστάσεως, η διάκριση δεν είναι διχοτομία, είναι τροπικότητα. Στο κείμενο του Ρέγκα, η «γύμνια», το «στήθος» που «πάλλεται», το «χώμα» ως «τροφή», οι «ρίζες» που εκτίθενται, συγκροτούν μια μονιστική σκηνογραφία, όπου το ανθρώπινο δεν υπερέχει αλλά συν-πάλλεται με τα «μικρά πλάσματα». Έτσι, η «μοίρα των ζώων» δεν διαβάζεται ως ειρωνικός καθαγιασμός της βιολογικής αναγκαιότητας, αλλά ως ηθική ρύθμιση του βλέμματος: να δεις αλλιώς το ήδη συνδεδεμένο.
Τα ζώα δεν προβάλλονται ως αθώες, εξιδανικευμένες μορφές, αλλά ως συν-υποκείμενα ενός κοινού πεδίου ύπαρξης.
Η αξία του βιβλίου του Ρέγκα έγκειται στην «ανοικτή μορφή» του, καθώς δεν εικονογραφεί μια ιδέα αλλά παράγει αισθητηριακή σκέψη. Ο ρυθμός της πρόζας -κύματα επανάληψης, παραφορά της εικόνας, σπειροειδής προέλαση- απαιτεί αργή βύθιση και συχνές επιστροφές. Η εναλλαγή προσώπων και η επίμονη μεταφορά της ύλης προτείνουν μια γραφή-σώμα. Η συνεκτικότητα επιτυγχάνεται δια της ρυθμικής και εικονικής συνέχειας. Ωστόσο, η ίδια μέθοδος ενέχει ρίσκο, καθώς η συνεχής αναδίπλωση μπορεί να εξαντλήσει αναγνώστες που αναμένουν «κορυφώσεις» κλασικής δραματουργίας ή διαυγέστερα σημασιολογικά νησιά. Εκεί εδράζεται η κριτική ευθύνη του κειμένου, στο να διατηρήσει, μέσα στην ορμή του, στιγμές μικρο-παύσης, «διαφάνειες» όπου ο αναγνώστης προλαβαίνει να σταθεί, πριν συμπαρασυρθεί στον επόμενο κυματισμό.
«Είναι όλα τόσο όμορφα θα μπορούσα να δακρύσω… πρέπει να συναντήσεις ν’ αποφασίσεις επιτέλους ότι αυτή είναι η μοίρα των ζώων». Η παραπάνω φράση αποτελεί μικρογραφία της συνολικής πρότασης του Ρέγκα. Τα ζώα δεν προβάλλονται ως αθώες, εξιδανικευμένες μορφές, αλλά ως συν-υποκείμενα ενός κοινού πεδίου ύπαρξης. Εντέλει, Η μοίρα των ζώων δεν είναι ένα βιβλίο «για τα ζώα», ούτε ένα μανιφέστο οικολογικής ηθικής, είναι μια λογοτεχνική χειρονομία που επιχειρεί να επαναφέρει τη γλώσσα στην υλικότητά της και τον άνθρωπο στη συγκατοίκηση με το μη-ανθρώπινο. Σε μια εποχή όπου η λογοτεχνία συχνά αποζητεί την ευκρίνεια του νοήματος, ο Ρέγκας προτείνει το αντίθετο: μια λογοτεχνία της άμορφης μορφής, όπου το «πάντα το ίδιο αλλαγμένο» γίνεται ο πιο ουσιώδης τρόπος εμπειρίας.
*Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στο ΕΚΠΑ. To 2021 δημιουργήθηκαν υπό την αιγίδα του οι εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία. Έχει εκδώσει τις συλλογές πεζογραφίας Είδωλα (2021) και Επικράτειες (2024).
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Στέφανος Ρέγκας γεννήθηκε το 1983 στην Αθήνα. Σπούδασε βιβλιοθηκονομία, πολιτική επιστήμη και ιστορία, και εκπονεί διατριβή στη σπινοζική φιλοσοφία. Συμμετέχει στη συντακτική ομάδα του περιοδικού Kaboom και έχει δημοσιεύσει ποικίλα κείμενα, όπως και μεταφράσεις βιβλίων.

Τα Είδη γνώσης (εκδ. Πόλις) είναι το πρώτο του βιβλίο, Η μοίρα των ζώων είναι το δεύτερο (εκδ. Πλήθος).























