
Για το βιβλίο του Κυριάκου Χαρίτου «Γράμματα στην Παναγία» (εκδ. Πατάκη).
Γράφει η Φανή Χατζή
Τα Γράμματα στην Παναγία είναι είκοσι έξι επιστολές ενός γιου στη μητέρα του. Βρέθηκαν μέσα σε έναν πήλινο κύλινδρο, ο οποίος χρονολογείται από τον 2ο μ.Χ. αιώνα, βορειοδυτικά της Δαμασκού μέσα σε κατακόμβες που ξεθάφτηκαν κατά τον βομβαρδισμό της πόλης Ζαμπαντάνι στη Συρία. Ο παραλήπτης προδίδεται στον τίτλο της συλλογής, η Παναγία. Ο αποστολέας, όμως, δεν αποκαλύπτει ποτέ την ταυτότητά του. Είναι ο Ιησούς, έτσι είμαστε προγραμματισμένοι να σκεφτούμε συνειρμικά διαβάζοντας τις πρώτες επιστολές. Όμως αυτός που υπογράφει δεν είναι ο Χριστός όπως τον ξέρουμε από τις Γραφές και τις λοιπές του αναπαραστάσεις.
Η διφυής υπόσταση του Θεανθρώπου
Το χρονικό φάσμα των επιστολών εκκινεί λίγο πριν από την αναχώρηση του Ιησού για την έρημο και καταλήγει πριν από την οριστική του καταδίκη σε θάνατο, χωρίς να ακολουθεί πιστά τη βιβλική σειρά των γεγονότων που προηγούνται του θανάτου του. Σε αυτό το αφήγημα, δεν μας ενδιαφέρουν τα διδάγματα, τα θαύματα, οι παραβολές του, αλλά ένας ήρωας που συναντά τη ζωή και τον θάνατο, γνωρίζει τον πόνο και τον κουβαλά μέσα του, φέρει το βάρος της ευθύνης ενός μεσσία. Ταυτόχρονα, βιώνει τη σαρκική αφύπνιση, νιώθει, γεύεται, οσφραίνεται. Σαν αφηγητής, ο Ιησούς είναι εξαιρετικά ενδιαφέρων, αφού είναι ταυτόχρονα παντογνώστης αλλά και εσωτερικός, διακατέχεται από μια βαθύτατη κοσμική γνώση αλλά άγνοια ως προς τα πρωτόγνωρα ανθρώπινα βιώματα της σάρκας.
Ο Ιησούς ως λογοτεχνικό πρόσωπο έχει εγείρει κάποιες φορές το ενδιαφέρον της λογοτεχνίας. Χαρακτηριστικότερα τα μυθιστορήματα του Σαραμάγκου και του Καζαντζάκη. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλα θρησκευτικά όντα (π.χ. Σιντάρτα του Έσσε). Ο Χαρίτος, όμως, δεν ενδιαφέρεται για μια αναδιήγηση της ζωής του Ιησού, ούτε για εναλλακτικά σενάρια, εκσυγχρονισμό ή εκμοντερνισμό του χαρακτήρα του. Επιθυμεί να καταγράψει τις σκέψεις ενός πλάσματος, του μοναδικού με βάση τη χριστιανική θρησκεία, που έζησε με το βάρος της διττής φύσης, ενός Θεού και ανθρώπου. Πώς μετουσιώνεται αυτή η διφυής υπόσταση σε ένα σώμα; Σε αυτό το ερώτημα μοιάζει να απαντά ο συγγραφέας.
Ένας γήινος φθαρτός Ιησούς
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα διαμορφώνει έναν από τους θεματικούς πυρήνες του βιβλίου, που είναι η συνύπαρξη και ταυτόχρονα σύγκρουση σώματος-πνεύματος, ή αλλιώς η ανταγωνιστική σχέση μεταξύ υλισμού («Το σώμα μου [...] παίρνει όμηρο το πνεύμα») και ιδεαλισμού («Φοβάμαι να ξυπνήσει η σάρκα μου. Τη σκεπάζω. Με ένα βαρύ στρωσίδι από σκέψη»). Ο Ιησούς του Χαρίτου είναι πλασμένος από τα υλικά δύο κόσμων, από αστέρια και ανθρώπινη σάρκα, από αιθέρα και ανθρώπινη ανάσα, αλλά η φθαρτή του υπόσταση υπερτερεί, και όσο η αφήγηση προχωρά, εξανθρωπίζεται ολοένα και περισσότερο. Ο συγγραφέας παίρνει τον Ιησού ως σύμβολο, ιδέα και πνεύμα και του εμφυσά ύλη και αισθήσεις. Η λάσπη, το ξύλο, το δέρμα, είναι κάποια από τα γήινα υλικά-σύμβολα που επανέρχονται στη γραφή του.
Ο Ιησούς δεν είναι ένας προφήτης που πρόκειται να ακουστεί μέσα από άλλους ευαγγελιστές, αλλά ποιεί ο ίδιος τον Λόγο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Παναγία σκιαγραφείται μέσα από τα μάτια του γιου της και αυτή ως ανθρώπινη. Φροντιστική και τρυφερή, γίνεται εξ αποστάσεως η σιωπηλή αποδέκτρια και μέτοχος της ανησυχίας του παιδιού της. Η μεγαλύτερη όμως ένδειξη της φθαρτής φύσης αυτού του Ιησού είναι ότι γράφει. Μάλιστα, η απεύθυνσή του εδώ δεν είναι μια επίκληση προς τον ουράνιο πατέρα όπως στις Γραφές, μια προσευχή που ψελλίζεται, αλλά ένα «μάνα» σκαλισμένο σε μια περγαμηνή. Ο Ιησούς δεν είναι ένας προφήτης που πρόκειται να ακουστεί μέσα από άλλους ευαγγελιστές, αλλά ποιεί ο ίδιος τον Λόγο.
Η υπόδειξη του θαύματος
Αυτός ο εξανθρωπισμένος Ιησούς ποιεί τον Λόγο αλλά όχι τα θαύματα. Αυτά, τα υποδεικνύει. Γίνεται ο οδηγός μας, αυτός που θα εντοπίσει το θαύμα όχι στο περπάτημα στο νερό ή σε μία ανάσταση νεκρού, αλλά σε ένα κεράσι, σε ένα ανθρώπινο χάδι, στη χαρά των ανθρώπων. Με αυτή την έννοια, αυτή η αρμαθιά γραμμάτων δεν απαιτεί από τον αναγνώστη να παρακάμψει την πίστη του, αλλά να τη διευρύνει. Ο Ιησούς του Χαρίτου δεν σωματοποιήθηκε για να αποδείξει την ύπαρξη του θείου, αλλά για να αποδείξει ότι το πραγματικό θείο είναι η πίστη καθαυτή και αυτή είναι ρευστή και ασαφής. Γι’ αυτό δεν μπορεί να λεκτικοποιηθεί, για να μπορεί να μπει σε λέξεις πρέπει να αλλάξει η γλώσσα.
Η πίστη σε αυτά τα γραπτά, λοιπόν, απαιτεί μια παράκαμψη και ταυτόχρονα μια επίταση της πίστης, όπως το ζητά από εμάς γενικά η λογοτεχνία. Υπό αυτή την έννοια, τα γράμματα του Χαρίτου μας υπενθυμίζουν την επιμονή στον γραπτό λόγο ως φορέα της αλήθειας, την ανάγνωση της λογοτεχνίας σαν Ευαγγέλιο.
Το βιβλίο μας καλεί στην αρχή σε ένα άλμα πίστεως («leap of faith»), να αφεθούμε στην ανάγνωση χωρίς να περιμένουμε αποδείξεις και αντιστοιχίες με τα βιβλικά κείμενα. Ένα εξωκειμενικό μυθοπλαστικό σχόλιο στην αρχή μας ενημερώνει ότι «τα σπαράγματα που ακολουθούν βρέθηκαν γραμμένα σε περγαμηνή τοποθετημένη σε πήλινο κύλινδρο». Επ’ αυτών «τόσο η Ρωμαιοκαθολική όσο και η Ορθόδοξη Εκκλησία αποφάνθηκαν με βεβαιότητα πως είναι πλαστά […] Κάποιοι ωστόσο επιμένουν στην αλήθεια τους». Η πίστη σε αυτά τα γραπτά, λοιπόν, απαιτεί μια παράκαμψη και ταυτόχρονα μια επίταση της πίστης, όπως το ζητά από εμάς γενικά η λογοτεχνία. Υπό αυτή την έννοια, τα γράμματα του Χαρίτου μας υπενθυμίζουν την επιμονή στον γραπτό λόγο ως φορέα της αλήθειας, την ανάγνωση της λογοτεχνίας σαν Ευαγγέλιο.
Γραφή διφυής
Η γραφή του Χαρίτου χαρακτηρίζεται κι από μια διττότητα άλλου είδους. Είναι βαθιά συγκινητική, μα ταυτόχρονα λιτή. Οι λέξεις τοποθετούνται δωρικά, καρφώνονται γερά στις προτάσεις, χωρίς να περισσεύει καμία. Κάποια χωρία διαβάζονται χαμηλόφωνα σαν προσευχή, άλλα αναδύουν μια υπαρξιακή κραυγή. Η ποίηση και η πρόζα εναγκαλίζονται στον λόγο του Χαρίτου και ο λυρισμός είναι εμφανής σε όλη την εικονοποιία του. Μια διάχυτη ποιητική λειτουργία στο κείμενό του είναι η ανοικείωση. Οι θρησκευτικά φορτισμένες εικόνες ανοικειώνονται σε μεταφορικές παραφθορές. Για παράδειγμα, η φλεγόμενη βάτος εδώ είναι το σώμα που αφυπνίζεται, ανασταίνονται οι λέξεις και όχι οι άνθρωποι, πλάστης δεν είναι ο Θεός αλλά ένας άνδρας που απλώνει λάσπη σε έναν άλλον για να ανακουφιστεί μια φαγούρα.
Δεν υπάρχει τίποτα που θα μπορούσε να θεωρηθεί «βέβηλο» ή «ιερόσυλο» για τους πιο πιστούς στο βιβλίο, πέρα από έναν Ιησού που σαστίζει όταν αντιλαμβάνεται το αναπόφευκτο του θανάτου, που κλαίει όταν οι άλλοι νομίζουν ότι προσεύχεται, που ανησυχεί όταν αναλογίζεται τη μειονεκτική θέση της μάνας του. Αντιθέτως, ο Χαρίτος υπενθυμίζει ότι στον πυρήνα του ο χριστιανισμός, όταν δεν καλύπτεται από μισαλλοδοξίες και εκκλησιαστικές νοθεύσεις, πρεσβεύει αξίες με πανανθρώπινη ισχύ. Φωτίζοντας το απόσταγμα της χριστιανοσύνης, την ενσυναίσθηση, την ευγνωμοσύνη, την αδελφοσύνη, και την ταπεινότητα, τα σπαράγματα του Χαρίτου μας κάνουν να ξαναβρίσκουμε την πίστη μας. Αυτή τη φορά ίσως όχι στο θείο, αλλά στα επίγεια θαύματα ανάμεσα στους ανθρώπους.
*Η ΦΑΝΗ ΧΑΤΖΗ είναι μεταφράστρια, απόφοιτος του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Αγγλικών και Αμερικανικών Σπουδών.
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Κυριάκος Χαρίτος γεννήθηκε στη Χαλκίδα και μεγάλωσε στην Αυστραλία. Σπούδασε στην Αθήνα και στην Αγγλία.

Έχει γράψει εφτά παιδικά βιβλία. Το 2024 κυκλοφόρησε το νέο του παιδικό βιβλίο, «Το μεταξένιο» (Μεταίχμιο). Έχει μεταφράσει παιδική λογοτεχνία και τις κωμωδίες του Αριστοφάνη σε κόμικς για τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Το 2007 στη Δράμα βραβεύτηκε για το σενάριο της ταινίας «Εν θερμώ». Το 2016 κυκλοφόρησε το ποιητικό του έργο «Το επί ματαίω» από τις εκδόσεις Κέδρος. Το 2022 κυκλοφόρησε το έργο του «Μικρή εγκυκλοπαίδεια του θανάτου» από τις εκδόσεις Στερέωμα. Δημοσιεύει πεζά και ποίηση στον τύπο και σε λογοτεχνικά περιοδικά.
























