
Για τα αφηγήματα «Σφερδούκλια στο κεφάλι» (εκδ. Δώμα) του Βρασίδα Καραλή και «Σταυρός στο ακροθαλάσσι» (εκδ. Άγρα) του Θωμά Κοροβίνη.
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Δύο συγγραφείς-αφηγητές μιλάνε με τη γιαγιά τους. Αυτή η σύμπτωση (;) των δύο βιβλίων, που εκδόθηκαν μέσα στο 2024, μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για να γνωρίσουμε τα έργα, αλλά κυρίως να σκεφτούμε τι είναι αυτό που επαναφέρει προγονικές φωνές και τοπικές παραδόσεις στο σήμερα. Ο Βρασίδας Καραλής αναθυμάται τα λόγια και τη συμπεριφορά της γιαγιάς Διονυσίας στα Κρέστενα Ηλείας μέχρι το 1986, όταν αυτή πέθανε. Ο Θωμάς Κοροβίνης συζητά το 1975 με τη γιαγιά Ελπινίκη, που ζει στη Θεσσαλονίκη αλλά κουβαλά τον κόσμο της Ανατολικής Θράκης, απ’ όπου προέρχεται. Δυο γιαγιάδες, δυο συζητήσεις, ένας προνεωτερικός κόσμος που κατεβαίνει σαν ποτάμι από την Πελοπόνησσο και τη Θράκη.
Η γιαγιά Διονυσία στα Σφερδούκλια στο κεφάλι γεννήθηκε το 1899, παρακολούθησε μόνο δυο τάξεις στο σχολείο κι επομένως ήταν ουσιαστικά αναλφάβητη, παντρεύτηκε με το ζόρι κι έκανε έναν γιο που σκοτώθηκε το 1943 και τέσσερις «δυγατέρες». Τα σκόρπια λόγια που θυμάται ο αφηγητής, απ’ όταν ήταν μικρός κι άκουγε τη γιαγιά του να μιλά ή να τραγουδά, μεταφέρουν τον προφορικό λόγο του απλού ανθρώπου της υπαίθρου, που διασώζει ατομικές και κυρίως συλλογικές αντιλήψεις.
Η προνεωτερική κοινωνία συναντά την τεχνολογία, π.χ. το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, ο προφορικός λόγος στηριγμένος στη μνήμη αναχωνεύει τις αναγνώσεις φυλλάδων και λαϊκών αναγνωσμάτων, η λαϊκή σοφία την προεπιστημονική εξήγηση του κόσμου, η θρησκευτικότητα τις τοπικές δεισιδαιμονίες, η αγάπη για τη φύση την αγάπη για τη ζωή, οι νεκροί τους ζωντανούς… Στο γιαγιαδίστικο μυαλό, ένα παλίμψηστο εποχών και προσώπων δημιουργεί μια αϊστορική -πολυστρωματική- πραγματικότητα, με τον Κολοκοτρώνη να συναντά τους αρχαίους θεούς και τον Μεγαλέξανδρο να διασταυρώνεται με τον Χριστό. Η πολιτική, τέλος, αντηχείται στους πολέμους της χώρας αλλά και στο ανάθεμα κατά του Βενιζέλου, ο οποίος είναι κόκκινο πανί για τη Διονυσία, όπως και οι κομμουνιστές.
Αντίστοιχα, η γιαγιά Ελπινίκη στο Σταυροί στο ακροθαλάσσι γεννήθηκε το 1898 στο Λουλέ Μπουργκάς της Ανατολικής Θράκης και πέθανε το 1979. Έφερε στον κόσμο πολλά παιδιά, κάποια από τα οποία πέθαναν εντωμεταξύ, αλλά περισσότερο η ίδια θρηνούσε τον γιο της Κωνσταντίνο, που πάτησε το 1945 νάρκη.
Οι διάλογοι με τον εγγονό της, που είναι είκοσι δύο ετών, παρουσιάζουν μια ολόκληρη φιλοσοφία η οποία συναιρεί διδάγματα για τη ζωή και τον θάνατο, τον γάμο και τη γέννα, ιστορίες από τα μέλη της οικογένειας και τους συχωριανούς της, αλλά και την Ιστορία στη μεθόριο, όπως την έζησε καταρχάς στην Οθωμανική αυτοκρατορία και την πολυεθνοτική Θράκη κι έπειτα στην ελεύθερη Ελλάδα. Τα έχει κι αυτή, όπως και η Διονυσία, με τον Βενιζέλο αλλά και με τον βασιλιά, που οδήγησαν τους Θρακιώτες στον ξεριζωμό τους, θυμάται φυσικά τους Τούρκους και τους Βούλγαρους, αλλά και τους Γερμανούς, έχει αρκετά τακτοποιημένα στον νου της τη ζώσα Ιστορία και τη γεωγραφία της βορείου Ελλάδας. Όλα αυτά συνοψίζονται ενίοτε σε παροιμίες και λαϊκές ατάκες, οι οποίες με λακωνικό τρόπο αποτυπώνουν τη σοφία των αγράμματων αλλά ουσιωδώς σκεπτόμενων απλών ανθρώπων.
Νεο-ηθογραφία
Τι ήρθε, ξαναρωτώ, στον Βρ. Καραλή και στον Θ. Κοροβίνη να παραθέσουν τις συζητήσεις με τις γιαγιάδες τους και να αποτυπώσουν μέσα από τα μάτια τους μια παλιότερη εποχή; Μια πρώτη απάντηση προκύπτει αν συνυπολογίσουμε τη γενικότερη τάση της πεζογραφίας μας, τα τελευταία τριάντα-σαράντα χρόνια, να γυρίζει την πλάτη στην Αθήνα και τις λοιπές μεγαλουπόλεις και να επιστρέφει στην ιδιαίτερη πατρίδα του καθενός. Πρόκειται για μια νεο-ηθογραφία, που, όπως και η γιαγιά της, η ηθογραφία του 19ου αιώνα, δεν εξυμνεί την αγνότητα του χωριού και ωραιοποιεί τις γηγενείς καταστάσεις, αλλά ισομοιράζει νοσταλγία και κατάκριση, ιδεαλισμό και ρεαλισμό, φυσιολατρία και μοιρολατρία, λαϊκές αντιλήψεις και χωριάτικες παθογένειες. Ο κόσμος της προνεωτερικής Ελλάδας αντιδιαστέλλεται με το σήμερα και τον αστικό (παγκοσμιοποιημένο) τρόπο ζωής, όχι στην εξωραϊσμένη του μορφή αλλά στην ανοίκεια εικόνα ενός χαμένου παραδείσου και κόλασης. Ειδικά η γυναίκα παρουσιάζεται από πολλούς συγγραφείς να υφίσταται τον ζυγό της οικογένειας, τον κλοιό της μικρής κοινωνίας, την πατριαρχική επιβολή του άντρα.
Αυτή η επιστροφή, που συχνά, όπως εδώ, συνδυάζεται με την οικογενειακή κληρονομιά, είναι ταυτόχρονα και αναζήτηση της προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας. Η γιαγιά -ή άλλο μέλος της οικογένειας- είναι ο αυθεντικός πρόγονος ο οποίος ανήκει σε μια άλλη εποχή και η μαρτυρία του μπορεί να αφήσει ισχυρά ίχνη, αναμοχλεύοντας τις ρίζες και την τοπική παράδοση. Ο σύγχρονος άνθρωπος, παραδαρμένος από την απάτριδα συνθήκη και την ανωνυμία της πόλης, αναζητεί την ιδιαίτερη πατρίδα, την ντοπιολαλιά, το βλέμμα που αρδεύεται από τη θρησκεία, την τοπική κοσμοθεωρία και το κοινοτικό φαντασιακό, ώστε και ο ίδιος να συνδεθεί με το βαθύτερο είναι του.
Η δική του αντίληψη του κόσμου υποσυνείδητα έρχεται σε αντίθεση με μερικές πεποιθήσεις της γηραιάς Ελπινίκης, με συνέπεια να ορθώνεται πιο γλαφυρά η απόσταση της νεωτερικής με την προνεωτερική πραγματικότητα.
Οι γιαγιάδες είναι αρκούντως παλιές, γεννημένες οριακά τον 19ο αιώνα, αρκούντως φορείς ιστορικών βιωμάτων, αρκούντως ανένταχτες στο σήμερα και συνάμα ζωντανές, ώστε να μεταφέρουν με τον προφορικό λόγο (ο οποίος θεωρείται από πολλούς πιο ανόθευτος, σε αντίθεση με τη μεσολάβηση της γραφής) τον κόσμο που χάνεται. Κι όμως η δική τους μαρτυρία, αποσπασματική, υποκειμενική και αυθόρμητη, καταφέρνει να τον διασώσει και να ρίξει γέφυρες μεταξύ του απονευρωμένου 21ου αιώνα και του σκληρού και συνάμα μεστού άλλοτε.
Και στα δύο κείμενα η παρουσία του εγγονού-ακροατή-αφηγητή όχι μόνο δημιουργεί συνθήκες διαλόγου και «συνέντευξης», αλλά και διαμορφώνει τον δεύτερο πόλο. Στον μεν Βρ. Καραλή, αυτός είναι παιδί, με αποτέλεσμα να είναι ευεπίφορος δέκτης όσων λέει η γιαγιά και συνεπώς να αντιδρά με την ίδια αμόλυντη από την παιδεία και τον πολιτισμό υποδοχή. Στον δε Θ. Κοροβίνη ο αποδέκτης είναι νέος, με μεγαλύτερη παιδεία και πνεύμα αμφισβήτησης – εξού και η παιγνιώδης διάθεση με την οποία ενίοτε περιπαίζει τη γιαγιά, χωρίς να πάψει να τη σέβεται. Η δική του αντίληψη του κόσμου υποσυνείδητα έρχεται σε αντίθεση με μερικές πεποιθήσεις της γηραιάς Ελπινίκης, με συνέπεια να ορθώνεται πιο γλαφυρά η απόσταση της νεωτερικής με την προνεωτερική πραγματικότητα. Και δεν ξεχνάμε ότι και στις δύο περιπτώσεις ο αφηγητής-συγγραφέας δεν είναι το μικρό παιδί ή ο αμούστακος νέος, αλλά ο ώριμος συγγραφέας, που βλέπει από τη σημερινή του σκοπιά και διηθεί όσα άκουσε και κατάλαβε τότε.
Η πρόσληψη των μεγάλων γεγονότων
Η γιαγιά και στις δύο περιπτώσεις δεν είναι απλώς ο εαυτός της, αλλά ευρύτερα ο γνήσιος φορέας της συλλογικής εμπειρίας, που αυθόρμητα αφηγείται τη μικροϊστορία του τόπου και τη μοίρα της γυναίκας. Μέσω της μνήμης, της χαλαρής και διαθλασμένης μνήμης, δεν μαθαίνουμε τόσο τα γεγονότα, τοπικά ή εθνικά, αλλά τη συναισθηματική πρόσληψή τους και δη αντίληψή τους από την Ελπινίκη ή τη Διονυσία και ως εκ τούτου, επαγωγικά, την αίσθησή τους εκ μέρους ενός πληθυσμού που δεν βλέπει τη μεγάλη εικόνα, αλλά διυλίζει το γίγνεσθαι μέσα από το ζην.
*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε –σε δική του επιμέλεια– ο πρώτος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Από το τοπικό στο παγκόσμιο» (εκδ. Διόπτρα).
Αποσπάσματα από τα βιβλία
«Δεν την είδα ποτέ να γελάει. Το ’43 έχασε τον μοναχογιό της, κι έμεινε με τις τέσσερις θυγατέρες. Έκλεισε πόρτες και παράθυρα.
»Άκληρη, άκληρη, αναστέναζε.
»Δεκαπέντε χρόνια αργότερα γεννήθηκε ο αδελφός μου Νίκος. Τότε άρχισε κι εκείνη να ξαναζεί και να χαίρεται. Επιτέλους, ένα αγόρι στο άντρο των γυναικών. Εγώ ήρθα τέσσερα χρόνια μετά, κι η χαρά της είχε στο μεταξύ μαραθεί.»
(Βρασίδας Καραλής, Σφερδούκλια στο κεφάλι)
«-Έλα, γιαγιά.
-Καλώς τον! Τι ορίζεις;
-Πιο εύκολα σ’ εβρισκα χωρίς τηλέφωνο! Γάνιασα μέχρι να σ’ το βάλω! Κι εσύ…! Απ’ το πρωί σε ψάχνω! Πήρα εκατό φορές! Τι έγινε; Το ρίξαμε στο γυρουλιό;
-Πάψε! Θα με βγάλ’ς και σουρτούκα! Ξεχάστ’κα στον Χαράλαμπο, τον μπακάλ’. Γύρισ’ η κουβέντα μας στα παλιά και σωσμό δεν είχαμε!
-Τον ξεμάτιασες κιόλας;
-Ού! Πιάστηκαν τα σαγόνια μ’ απ’ το χασμουρητό!»
(Θωμάς Κοροβίνης, Σταυρός στο ακροθαλάσσι)
Δυο λόγια για τους συγγραφείς
Ο Βρασίδας Καραλής (1960) γεννήθηκε στην Κρέστενα Ηλείας. Είναι καθηγητής Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ.

Ο Καραλής έχει μεταφράσει Βυζαντινούς ιστορικούς και αυστραλιανή λογοτεχνία στα νέα ελληνικά και έχει δημοσιεύσει μελέτες, όπως: Ο Νίκος Καζαντζάκης και το παλίμψηστο της ιστορίας (1994), Για τον Ανδρέα Αγγελάκη (2003), Αναγνώσεις σολωμικών κειμένων (2004). Στα αγγλικά έχει δημοσιεύσει, μεταξύ άλλων, τα: Realism in Greek Cinema (2017), The Cinematic Language of Theo Angelopoulos (2022), Theo Angelopoulos: Filmmaker and Philosopher (2023), και έχει επιμεληθεί συλλογικούς τόμους για τον Μάρτιν Χάιντεγκερ, τη Χάννα Άρεντ και τον Κορνήλιο Καστοριάδη. Από τις εκδόσεις Δώμα κυκλοφορεί επίσης, το βιβλίο του Ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου (2023).
Ο Θωμάς Κοροβίνης γεννήθηκε το 1953 στη Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης. Φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Από το 1988 έως το 1996 έζησε στην Κωνσταντινούπολη, υπηρετώντας στο Ζάππειο και το Κεντρικό Παρθεναγωγείο της. Εδώ και χρόνια ερευνά πτυχές του ελληνικού και του τουρκικού λαϊκού πολιτισμού καθώς και τις σχέσεις μεταξύ τους. Συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Από το 1995 μέχρι και το 1999 εργάστηκε ως παραγωγός και επιμελητής ραδιοφωνικών εκπομπών στον 9,58 FM της Θεσσαλονίκης.

Έγραψε τα βιβλία: Τουρκικές παροιμίες, Κανάλ ντ' Αμούρ, Τα πρόσωπα της Σωτηρίας Μπέλλου, Φαχισέ Τσίκα, Σκανδαλιστικές και βωμολοχικές ελληνικές παροιμίες, Κωνσταντινούπολη, λογοτεχνική ανθολογία: Τούρκοι ποιητές υμνούν την Κωνσταντινούπολη, Ο Μάρκος στο χαρέμι, Το χτικιό της Άνω Τούμπας, Οι ασίκηδες, Οι ζεϊμπέκοι της Μικράς Ασίας, Όμορφη νύχτα, Σμύρνη: μια πόλη στη λογοτεχνία, Ο γύρος του θανάτου, Το αγγελόκρουσμα, κ.ά.
Το 1995 βραβεύτηκε με το βραβείο Αμπντί Ιπεκτσί. Το 2011 με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το βιβλίο του Ο γύρος του θανάτου, με θέμα την υπόθεση του Δράκου του Σέιχ-Σου, Αριστείδη Παγκρατίδη. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Είναι επίσης συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής λαϊκών τραγουδιών.























