
Για τη συλλογή διηγημάτων του Απόστολου Στραγαλινού «Το πρωί που θα φύγουμε» (εκδ. Κριτική).
Γράφει η Χριστίνα Μουκούλη
Ο άνθρωπος γεννιέται με μια έμφυτη αισιοδοξία ότι τα πράγματα στη ζωή του θα πάνε καλά. Ακόμα κι όταν συμβαίνει το αντίθετο, διατηρεί την πεποίθηση ότι τα πράγματα κάποια στιγμή θα φτιάξουν. Η προοπτική μιας καλύτερης ζωής από αυτή που τώρα βιώνει, του δίνει τη δύναμη να αντέξει τις δυσκολίες, οι οποίες, όπως πιστεύει, σύντομα θα αποτελούν παρελθόν. Η ελπίδα και η πίστη στην ευόδωση των στόχων του δοκιμάζονται συχνά κατά τη διάρκεια της ζωής του, όμως δεν σταματά να ελπίζει και να προσπαθεί για το καλύτερο. Σε αυτό περίπου το πλαίσιο κινούνται και οι ήρωες των διηγημάτων του Απόστολου Στραγαλινού.
Ζωή εν αναμονή
Μια Παρασκευή του Νοεμβρίου του 1989, ο Σώτος και ο Χάρης, μαθητές Λυκείου, κάνουν κοπάνα από το φροντιστήριο και πηγαίνουν με το τρένο από τον Βόλο στη Λάρισα, να ξοδέψουν το χαρτζιλίκι τους αγοράζοντας δίσκους. Αναπνέουν για λίγο έναν αέρα ελευθερίας και ονειρεύονται τη στιγμή που θα φύγουν από την πόλη τους για σπουδές, θα πάνε στην πρωτεύουσα ή όπου αλλού επιθυμούν, σε πόλεις άγνωστες και μυστηριώδεις, και θα αποκτήσουν εμπειρίες συναρπαστικές και μοναδικές. (Επαρχιακός δρόμος)
Ο Τέλης, που βρίσκεται πλέον στην άλλη όχθη, ζητά από κείνους που του πηγαίνουν λουλούδια, να σταματήσουν να τον επισκέπτονται, γιατί δεν βρίσκεται πια εκεί, στον τάφο που του έχουν φτιάξει. Υπόσχεται να τους ξαφνιάσει με μια επάνοδό του, σε τόπο και χρόνο που τους το φυλάει για έκπληξη. (Undead)
Ένας άστεγος σε μια πόλη της Γερμανίας, αναζητά κατάλυμα να περάσει τις μέρες των Χριστουγέννων. Όμως οι θέσεις των υπνωτηρίων της κοινωνικής υπηρεσίας είναι όλες κατειλημμένες.
Ο σαραντάχρονος Ζήσης μένει προσωρινά με τη μητέρα του, και προσπαθεί να μαζέψει λεφτά για να φύγει στο εξωτερικό. Αντιστέκεται στα κακώς κείμενα γύρω του, με το να κατεβαίνει τις νύχτες στο κέντρο της πόλης και να γράφει στους τοίχους στίχους και συνθήματα. Όταν όμως προσλαμβάνεται σε μια θέση του συνεργείου καθαριότητας του δήμου, υποχρεώνεται να σβήνει τη μέρα αυτά που γράφει τη νύχτα. Και νιώθει σαν να διαγράφει την ίδια του την ύπαρξη. (Ο εκπρόσωπος)
Ένας άστεγος σε μια πόλη της Γερμανίας, αναζητά κατάλυμα να περάσει τις μέρες των Χριστουγέννων. Όμως οι θέσεις των υπνωτηρίων της κοινωνικής υπηρεσίας είναι όλες κατειλημμένες. Είναι αναγκασμένος να βγει και πάλι στο κρύο και στη μοναξιά των δρόμων. (Αόρατος άνθρωπος)
![]() |
|
Ο Απόστολος Στραγαλινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1972. Σπούδασε Γερμανική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο της Konstanz. Eργάστηκε ως πολιτικός επιστήμονας στη Γερμανική Βουλή, στο Ευρωκοινοβούλιο και στο Ελληνικό Κοινοβούλιο. Σήμερα εργάζεται ως μεταφραστής λογοτεχνίας και καθηγητής γερμανικής γλώσσας. Η συλλογή διηγημάτων Το πρωί που θα φύγουμε είναι το πρώτο του βιβλίο. |
Ένας άντρας με βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, βλέπει τη ζωή του να περνάει μπροστά από τα μάτια του. Θυμάται τα παιδικά του χρόνια στη Γερμανία, όπου οι γονείς του, οικονομικοί μετανάστες, δούλευαν όλη μέρα στο εργοστάσιο και ονειρεύονταν πότε θα γυρίσουν στην πατρίδα. Θυμάται τα όμορφα καλοκαίρια στην Ελλάδα και τη νοσταλγία για αυτόν τον παραδεισένιο, όπως πίστευε, τόπο. Θυμάται την επιστροφή του στην Ελλάδα και τις πολλαπλές προσπάθειες να τα βγάλει πέρα, ενώ κάθε του εγχείρημα αποτυγχάνει, κι ενώ είναι τελικά ξένος στον τόπο όπου αγαπούσε και θεωρούσε πατρίδα του. (Λέο)
Ένας Αλβανός λαθρομετανάστης ταξιδεύει μόνος, διασχίζοντας τα παγωμένα ελληνικά βουνά, όταν συναντά μια κοπέλα. Η ομορφιά της τον σαγηνεύει, της δίνει το φαγητό του και το μπουφάν του, και αφήνεται να τον οδηγήσει εκείνη σε ένα μέρος πέρα από τη λογική. (Ερίσα)
Μια νεαρή σκηνοθέτρια, η οποία αναγκάζεται να δουλέψει σεζόν σε ένα νησί, εξαφανίζεται μια μέρα, αφήνοντας στην παραλία μόνο μια λέξη γραμμένη με κόκκινη μπογιά σε λευκά σεντόνια: ΕΛΕΥΘΕΡΗ. (Ρίτα ή οκτώ γράμματα σε λευκά σεντόνια)
Ένας σαρανταεφτάρης, μονίμως μεθυσμένος, πέφτει με ενθουσιασμό πάνω στους ανθρώπους για να τους ρωτήσει αν ζουν κι αν ζει και ο ίδιος. Ένας άνθρωπος με καρδιά μικρού παιδιού, που η μόνη του ευχαρίστηση είναι να πίνει τη μπύρα του και να συνομιλεί με τον κόσμο. Είναι ο μόνος τρόπος που έχει για να το σκάει για λίγο από τη δύσκολη καθημερινότητα. (Τιμολέων)
Η γοητεία του άγνωστου
Οι ήρωες του βιβλίου, άλλοτε λόγω ηλικίας κι άλλοτε για οικονομικούς λόγους, ζουν σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, αδικούνται, βιώνουν πράγματα που δεν τους εκφράζουν, που δεν αποτελούν επιλογή τους, που τους πιέζουν και τους περιορίζουν. Δυσκολεύονται να πετύχουν τους στόχους τους, όμως κάνουν υπομονή, γιατί είναι σίγουροι ότι τα πράγματα θα αλλάξουν. Ακόμα κι όταν όλα τους ωθούν στο να συμβιβαστούν με ό,τι έχουν, και να αρκεστούν σε αυτό, εκείνοι μένουν ασυμβίβαστοι, πιστοί στον αρχικό τους στόχο, στις αξίες και στα όνειρά τους.
Oι ήρωες του βιβλίου αγωνίζονται με το κεφάλι ψηλά, με αξιοπρέπεια και αισιοδοξία. Πιστεύουν σε κείνα που έρχονται, και τα οποία θα αποζημιώσουν κάθε τους προσπάθεια. Πιστεύουν ότι για κάθε τι υπάρχει η κατάλληλη στιγμή.
Αγωνίζονται με το κεφάλι ψηλά, με αξιοπρέπεια και αισιοδοξία. Πιστεύουν σε κείνα που έρχονται, και τα οποία θα αποζημιώσουν κάθε τους προσπάθεια. Πιστεύουν ότι για κάθε τι υπάρχει η κατάλληλη στιγμή. Η ελπίδα τους μένει ζωντανή ως το τέλος. Αθεράπευτα ρομαντικοί, ιδεαλιστές, ίσως και ενίοτε αιθεροβάμονες, ελπίζουν στην ύπαρξη μιας κοινωνίας όπου θα υπάρχει ισότητα, δικαιοσύνη, ελευθερία. Αγαπούν την ποίηση. Η μουσική και τα βιβλία είναι η διέξοδός τους.
Κάπου πολύ μακριά, υπάρχει η ζωή που ονειρεύτηκαν, η ζωή που περίμεναν, η ζωή που τους αξίζει. Κάπου αλλού υπάρχει η χαρά και η ευτυχία, υπάρχουν ουσιαστικές σχέσεις. Το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να φύγουν, να αλλάξουν περιβάλλον, να βρεθούν εκεί που οι συνθήκες είναι καλύτερες. Το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να μην μένουν στάσιμοι. Και στην περίπτωση αυτή, μόνο κερδισμένοι μπορεί να είναι.
Η ζωή που βρίσκεται σε αναμονή, το ευτυχισμένο αύριο που ποτέ δεν έρχεται, η νοσταλγία μιας πληρότητας που έχει υπάρξει μόνο στα όνειρα, η πραγματικότητα που διαψεύδει τις προσδοκίες, και η γοητεία του καινούργιου που βρίσκεται καθ’ οδόν, και, ναι, πλησιάζει, ωθεί τους ήρωες να βρίσκονται σε μια μόνιμη τάση φυγής. Οι απώλειες και οι ματαιώσεις δεν τους πτοούν. Η επιθυμία τους να αποδράσουν από τη μίζερη και άχαρη πραγματικότητα είναι τόσο έντονη, που είναι ικανοί να βγάλουν φτερά και να πετάξουν. Είναι ικανοί να επινοήσουν ξανά τη ζωή τους από την αρχή. Ή να δουν ακόμα και το μεγάλο, τελευταίο ταξίδι, σαν μια μοναδική ευκαιρία.
Με λόγο απλό αλλά βαθιά συναισθηματικό, με τρυφερότητα και νοσταλγική διάθεση, με πάθος για κάθε τι γνήσιο και αυθεντικό, ο συγγραφέας μιλά για όλα αυτά που αποτελούν τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης. Για την ελπίδα και την αισιοδοξία, για τη γοητεία του άγνωστου, για την ανθρωπιά και την αγάπη, ως στοιχεία απαραίτητα για μια ολοκληρωμένη ζωή, για την εγγενή ανάγκη αναζήτησης νέων εμπειριών, με στόχο την ευτυχία και την πληρότητα.
*Η ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΜΟΥΚΟΥΛΗ είναι εκπαιδευτικός.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Κάποτε το παιχνίδι χάθηκε, αν δεν ήταν χαμένο από την αρχή σ’ αυτή τη χώρα. Οι ωραίες ιδέες, τα ευγενικά οράματα, ο πόθος για ελευθερία… αφορούσαν μονάχα μια μειοψηφία; Τον μικρόκοσμό του; Μήπως ο άνθρωπος έχει γεννηθεί για να για να ποθεί την ελευθερία μέσα σ’ έναν κόσμο που δεν την ανέχεται; Είχε δίκιο ο Τερζάκης; Τι απομένει εκτός από την παραίτηση;»

























