alt

Για το μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα «Πύλη εισόδου» (εκδ. Πατάκη).

Της Τιτίκας Δημητρούλια

Αρχίζοντας κανείς να διαβάζει το νέο μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα μπορεί και να σκεφτεί ότι έχει να κάνει με –άλλον έναν– γυναικείο, αυτοβιογραφικό μονόλογο, με μόνη καινοτομία το μέσον, τα κοινωνικά δίκτυα, όπου αυτός δημοσιεύεται σε συνέχειες – παρότι η πρώτη κιόλας σελίδα του κειμένου, μια σύντομη δημοσίευση του χρήστη «Λακάν Λακάν», δημιουργεί κατευθείαν το παραξένισμα. Στην πορεία, πάντως, και οπωσδήποτε πολύ πριν από το κλείσιμο του βιβλίου με άλλη μια δημοσίευση του «Λακάν Λακάν», αναθεωρεί πλήρως. Και όχι μόνο επειδή το μυθιστόρημα συγκροτείται από δύο, εντέλει, πολυφωνικούς μονολόγους, οι οποίοι περικλείονται στις δύο απολύτως συμμετρικές δημοσιεύσεις του χρήστη «Λακάν Λακάν», πρόδηλα προερχόμενες από κάποια συγγραφέα που προβληματίζεται ειρωνικώ τω τρόπω για την έμπνευση και σχολιάζει την κατασκευή της ηρωίδας της – αναδιπλασιασμένη λοιπόν η ψυχανάλυση, πολλαπλασιασμένοι οι καθρέφτες. Αλλά και επειδή εδώ το μέσο κάνει όντως τη διαφορά στο επίπεδο της αναπαράστασης: η αμεσότητα της δημοσίευσης και η δυνατότητα της διάδρασης, δεν λειτουργούν απλώς ενισχυτικά όσον αφορά την πολυπλοκότητα της μυθοπλασίας –η Μάρω Δούκα το έχει επιτύχει αυτό με άλλα μέσα πολλές φορές στο παρελθόν–, αλλά μετατρέπουν την ίδια αυτή μυθοπλασία σε εργαστήρι μελέτης των όρων και των ορίων της συγγραφικής δημιουργίας καθαυτήν.

Οι βόλτες της στη γειτονιά και στο κέντρο της Αθήνας –Μεταξουργείο, Ομόνοια, Μπακάκος, Ερμού, Χαυτεία, Κατράντζος, Άγιος Παντελεήμονας– είναι γι’ αυτήν μια «πύλη εισόδου» στο παρελθόν της και στον κόσμο. [...] Το παράθυρο όπου στέκει και παρατηρεί, είναι η δεύτερη πύλη εισόδου της στον κόσμο, τα κοινωνικά δίκτυα, το παρατηρητήριο, η τρίτη. 

Εν αρχή λοιπόν ην η αριστερή, φεμινίστρια Αίθρα Βλαντή, που όπως μαθαίνουμε στην πορεία έχει ένα γιο Θησέα – πολύς ο λόγος για τα ονόματα και τη δηλωτική τους σημασία στο κείμενο: δημοσιεύει τμηματικά την ιστορία της παιδικής της φίλης Αφεντούλας Μπακάλογλου, το γένος Καλημέρη, και η φίλη της Αίθρας Σεβαστή Μαρίνου κοινοποιεί κάποιες φορές τη συνέχεια της ιστορίας. Η κυρία Αφεντούλα, χήρα ετών 69, με τρεις κόρες, την Ασπασούλα, την Αργυρούλα και τη Χαρούλα –τα υποκοριστικά ως στοιχεία της γυναικείας κοινωνιολέκτου αλλά και της πληθωρικής διαδικτυακής οικειότητας– μένει στο Παγκράτι. Οι βόλτες της στη γειτονιά και στο κέντρο της Αθήνας –Μεταξουργείο, Ομόνοια, Μπακάκος, Ερμού, Χαυτεία, Κατράντζος, Άγιος Παντελεήμονας– είναι γι’ αυτήν μια «πύλη εισόδου» στο παρελθόν της και στον κόσμο, τον οποίο περιέρχεται θεατρικά, «πότε […] παραπαίουσα, πότε με βάδην παρελάσεως, ευθυτενής, ρουφώντας την κοιλιά, με τα χέρια μπρος πίσω ρυθμικά, και πότε έτσι, σαν προγραμματισμένη μαριονέτα» – συχνά δε ως άλλη Μέι στον μπεκετικό διάδρομο, αριστερό-δεξί, αριστερό-δεξί. Το παράθυρο όπου στέκει και παρατηρεί, είναι η δεύτερη πύλη εισόδου της στον κόσμο, τα κοινωνικά δίκτυα, το παρατηρητήριο, η τρίτη. 

Ανασφαλής, μοναχική, «πολύ ομιλητική από μέσα της [μου], πολύ κοινωνική», η Αφεντούλα αναζητεί εναγωνίως ωστόσο μια διαφορετική «πύλη εισόδου», αυτή που θα την οδηγήσει στον εαυτό της και στα θέλω της, που μονίμως της ξεφεύγουν: «Να θέλω να μιλήσω για μένα, να συστηθώ, να παρηγορηθώ, και να μην έχω τον τρόπο. Ποια ακριβώς είμαι. Τι ήθελα από τη ζωή, τι θέλω σήμερα, τι μου απομένει». Αναμηρυκάζοντας σκέψεις και αναμνήσεις, ματαιώσεις και πικρίες, με απόλυτη ελευθερία και ανοχή στις πιο εκρηκτικές αντιφάσεις, αναδεικνύει τη μνήμη ως αφήγηση και κατασκευή: «όλο και κάτι προσθέτω στις αναμνήσεις μου, όλο και κάτι αφαιρώ, τις χρωματίζω κάθε φορά αλλιώς, ανάλογα με τη διάθεσή μου ή και με το απρόσμενο που έρχεται και με τσιγκλάει και με φέρνει πίσω, όλο και πιο πίσω.»· αλλά και την κατασκευή της αφήγησης. 

«Κυρίας Αφεντούλας ανάβαση», ο τίτλος της πρώτης ενότητας της ιστορίας της – πλατωνική ανάβαση, άραγε, προς την αλήθεια που επανέρχεται μαζί με την ειλικρίνεια διαρκώς στον λόγο της; Μόνο που ούτε η ίδια δεν ξέρει για ποια ειλικρίνεια μιλάει: «Κι αν θέλω να είμαι ειλικρινής (πάντα το θέλω, αν και τι ακριβώς εννοώ ή θέλω να εννοήσω με την ειλικρίνεια, για να είμαι ειλικρινής, από μικρή το είχα αυτό, δεν το γνωρίζω, ειλικρινής σε σχέση με αυτή που είμαι ή με αυτή που θα ήθελα να είμαι;)» Ο λόγος της, επίμονα επαναληπτικός και εξίσου επίμονα μετέωρος, εφεκτικός, είναι ένας ατελείωτος διάλογος με τον εαυτό και τους άλλους, που ακατάπαυστα αυτοαναιρείται, ακαριαία και ριζικά. Πλάι στις πραγματικές συνομιλίες, που μεταφέρονται σε ευθύ, πλάγιο ή ελεύθερο πλάγιο λόγο, οι άρρητες δικές της απαντήσεις. Απέναντι στον δικό της λόγο, ο λόγος των άλλων, ως κάτοπτρο. Πλάι στα ταξικά και έμφυλα στερεότυπα, της βολεμένης μικροαστής που ονειρεύεται την αποκατάσταση των θυγατέρων της, σκοτεινές οικογενειακές αναμνήσεις, υφέρπουσα βία και μια παιδεία που συνδυάζει τον Δαλιανίδη και τα τραγούδια της μόδας με τον Έλιοτ, τον Σαρτρ και τη Bloomsday. Κι η αλήθεια παραμένει ως το τέλος με ερωτηματικό.

Πλάι στα ταξικά και έμφυλα στερεότυπα, της βολεμένης μικροαστής που ονειρεύεται την αποκατάσταση των θυγατέρων της, σκοτεινές οικογενειακές αναμνήσεις, υφέρπουσα βία και μια παιδεία που συνδυάζει τον Δαλιανίδη και τα τραγούδια της μόδας με τον Έλιοτ, τον Σαρτρ και τη Bloomsday. Κι η αλήθεια παραμένει ως το τέλος με ερωτηματικό.

Η Καίτη Καλή αναγνωρίζει τον εαυτό της στην ιστορία και αποφασίζει να μιλήσει απευθείας στο διαδικτυακό κοινό – κυρίας Αφεντούλας παράβαση λοιπόν. Γράφει τη δική της εκδοχή της Αφεντούλας, διανθισμένη με πολλή ποίηση, την οποία τόσο είχε λαχταρίσει στη ζωή της –τόσο, όσο ποίηση– και αιχμές για την Αίθρα, το δωσιλογικό παρελθόν του πατέρα της και την αριστερή, φεμινιστική της στράτευση, τον κοινό τους αγαπημένο και πατέρα του Θησέα. Μια η δημοσιευμένη ιστορία και μια αυτή που κρατά για τον εαυτό της, ο νοητός διάλογος με την άσπονδη παιδική φίλη-μη φίλη της.

Έπεται η κατάβαση –στον Άδη;–, η συνέχιση της ιστορίας από την Αίθρα, η αποκάλυψη των ψεμάτων και των μυστικών, το τραύμα και η βία που επιτέλους γίνονται λόγος, οι πικρές παραδοχές μιας πολύπλευρης ήττας: «και πώς εξηγείται τότε ότι έζησα σχεδόν όλη τη ζωή μου με την πεποίθηση ότι είμαι άσχετη, σχεδόν χαζή; Ποιοι ευθύνονται γι’ αυτό; Διότι, δεν μπορεί, κάποιος ευθύνεται, η ευθύνη είναι ευθύνη, κι εγώ ακόμη που το έχω επιτρέψει να αισθάνομαι χαζή, που το έχω ανεχτεί…»· κι αλλού: «αλλά προ πολλού, όσο το καλοσκέφτομαι, έχω χάσει το κάθε δικαίωμά μου στο θέλω ή στο δεν θέλω». 

Η Μάρω Δούκα, σα να ξαναπιάνει από εκεί που άφησε το 1987, στις Λεύκες Ασάλευτες, την κυρία Ελένη, μητέρα επίσης μιας Ασπασίας, που επίσης έπαιζε χαρτάκι με τις γειτόνισσες και θεωρούσε τον γάμο ύψιστο προορισμό, για να χτίσει μια ηρωίδα «έντρομη στην παράσταση», με μια ταυτότητα στέρεη και μαζί απολύτως ρευστή: έχει πλήρως εσωτερικεύσει και αναπαράγει ως μητέρα με τον καλύτερο –τον χειρότερο δηλαδή– τρόπο, τις κοινωνικές επιταγές της έμφυλης συνθήκης· μαυρίζει με τη θύμηση των πραγματικών γεγονότων, των τραυμάτων, των αποτυχιών, των αντιφάσεών της· διαλέγει τι θυμάται και πώς. Και θέλει κι αυτή «να φανταστεί τη ζωή της, να τη ζυγίσει, να τη δικαιώσει μέσα από πρόσωπα δικά της επινοημένα και φανταστικά. Σαν συγγραφέας» [σε πρώτο πρόσωπο στο κείμενο]. 

Η Μάρω Δούκα ξαναπιάνει σίγουρα τον μίτο της συλλογικής μνήμης εκεί που τον είχε αφήσει στην τριλογία της «Στις γραμμές του μύθου και της Ιστορίας», για να μιλήσει για την ατομική, την αυτοβιογραφική μνήμη. Μόνο που η ατομική μνήμη, το ξέρουμε από τον μεσοπόλεμο ήδη, από τα έργα του Μωρίς Αλμπβάκς, είναι κι αυτή πάντα συλλογική. Είναι η μνήμη ως ατομική σκοπιά των ομάδων στις οποίες μετέχει το άτομο από τη γέννηση ως το πέρας του βίου του, με πρώτη την οικογένεια και τους οικείους, όπως και στην περίπτωση της κυρίας Αφεντούλας, και με τον κύκλο των ομάδων να διευρύνεται συνεχώς. Αν προσθέσει κανείς και τη δημόσια, πολιτισμική μνήμη που αφορά τους συγγραφείς και το πέρασμά τους στην αθανασία, ένα θέμα που επανέρχεται συστηματικά στο κείμενο, αντιλαμβάνεται ότι το νέο της μυθιστόρημα της Δούκα είναι άλλη μια ψηφίδα σε ένα έργο που εξερευνά διαχρονικά από ποικίλες σκοπιές τη μνήμη και την Ιστορία στη σχέση τους με την ατομική και συλλογική συνθήκη, όχι του παρελθόντος, αλλά του παρόντος και του μέλλοντος. 

alt
Φωτογραφία © Κωνσταντίνος Πίττας
Για την έκδοση Ανθολόγιο 18+1

Η Μάρω Δούκα έχει λάβει πλήθος διακρίσεων.

Οι σημαντικότερες είναι:
Βραβείο Νίκου Καζαντζάκη (1982) για το μυθιστόρημα
Η αρχαία σκουριά.
Β' Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1984) για το
βιβλίο της Η πλωτή πόλη (δεν το αποδέχτηκε)
–Το βιβλίο Αθώοι και φταίχτες πήρε το βραβείο
αφηγηματικού πεζού λόγου του Ιδρύματος Ουράνη (2005),
βραβείο πεζογραφίας του Διεθνούς Λογοτεχνικού
Συνεδρίου των Θ' «Καβαφείων» (2005) και το βραβείο
Balkanika, 2006
–Το βιβλίο Έλα να πούμε ψέματα, πήρε το βραβείο
Νίκου Θέμελη – Δήμος Άνδρου, περιοδικό Ο αναγνώστης,
2015

 

 

Η Αφεντούλα-Καίτη και το ανεστραμμένο είδωλό της, η Αίθρα-Πελαγία, ζωντανές και πειστικές, έχουν εδώ, πέρα από τη σχέση τους και την θεματοποίηση της δύσκολης μνήμης στην αφήγηση, μια έντονη μετακειμενική λειτουργία: ο λόγος τους, και οι λόγοι γυναικών κι ανδρών που ενσωματώνει, θέτει πρισματικά αφενός το ζήτημα της κατασκευής της ταυτότητας εν γένει και της γυναικείας ταυτότητας ειδικότερα· και αφετέρου το ζήτημα του τι σημαίνει συγγραφική δημιουργία, με αναφορά στο νέο διαδικτυακό περιβάλλον αλλά όχι μόνο. 

Δεν είναι πολλές οι άμεσες αναφορές στα πολιτικοκοινωνικά τεκταινόμενα στο κείμενο: δυο κουβέντες για τον Μακάριο, για την ησυχία στη Χούντα και την υποχρέωση του νομοταγούς πολίτη να σέβεται κάθε κυβερνήτη, για το Πολυτεχνείο, με την Αίθρα πίσω από τα κάγκελα· δυο λόγια για τη μεταπολίτευση και το Πασόκ· άλλα δυο για την Κατοχή και τους δωσίλογους· μια πλάγια ματιά στην κρίση μέσα από τη λαϊκή, τον σαραντάρη που τρώει από τα σκουπίδια, και κάποιες σκόρπιες αναφορές· η Ασία κι η Αφρική που η άλλη Ασπασία ευχόταν να μπουκάρουν στην Ευρώπη για να τη σώσουν και είναι ήδη εδώ, μαζί με τον φόβο και τους χρυσαυγίτες. Το μέτρο της κοινωνίας γίνεται εδώ αυτή η «παραθαλάσσια, καταπατημένη, απόκρημνη, περιφραγμένη, χωρίς πρόσβαση στο νερό» γυναίκα, όπως την περιγράφει ο «Λακάν Λακάν». Το μέτρο της δημιουργίας, η πλατωνική προϋπόθεση της κατάβασης, μετά την ανάβαση και τη μέθεξη στην –όποια– αλήθεια, στο κόσμο των ανθρώπων, με άγχος και ταραχή, αλλά και στόχευση κι επίγνωση και διαρκή αυτοαμφισβήτηση και μόχθο επίμονο, για να μπορέσει η μυθοπλασία με τη δουλεμένη δομή και λέξη της να αναπαραστήσει κατά το δυνατόν τα ορατά και τα αόρατα του ανθρώπου μες στον κόσμο – όπως ακριβώς γίνεται στην Πύλη εισόδου, όπου η κατοπτρική δομή φτάνει σε εντυπωσιακή λεπτομέρεια και η λέξη επιλέγεται με βάση το σύνολο των σημασιών της, δηλώνει, συνδηλώνει, ανακαλεί. Βέβαια, η πρόζα «όλα τα μασάει, όλα τα χωνεύει, όλα τα υπομένει, τα χωρεί, τα συγχωρεί». Αλλά υπάρχει πρόζα και πρόζα, γυναικείος μονόλογος και γυναικείος μονόλογος, μυθιστόρημα και μυθιστόρημα: «άλλο να γράφεις κι άλλο να νομίζεις ότι γράφεις», όπως επισημαίνει η αυστηρή Αίθρα στην Αφεντούλα, μια μορφή που έχει ήδη προστεθεί στο πάνθεον των σπουδαίων γυναικείων μορφών της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Κι αφού περί μνήμης και αναμνήσεως ο λόγος, να πούμε κλείνοντας ότι τον πρασινομάτη ηθοποιό που μνημονεύει συνεχώς η Αφεντούλα-Καίτη αλλά δεν θυμάται το όνομά του, τον λένε Ντάνιελ ντει Λιούις. Μια φωτογραφία του στόλιζε, πριν από χρόνια πολλά, τον τοίχο πάνω από το τραπέζι της κουζίνας, όπου έγραφε τα κείμενά της μια πολύ μεγάλη συγγραφέας, που δεν έχει να περιμένει τον χρόνο να της ανοίξει την «πύλη της αθανασίας». Είναι ήδη ανοιχτή και της την ανοίγει ακόμη πιο διάπλατα ετούτη εδώ η Πύλη εισόδου

* Η ΤΙΤΙΚΑ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΙΑ είναι κριτικός λογοτεχνίας, Καθηγήτρια στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο ΑΠΘ.
Τελευταίο βιβλίο σε μετάφρασή της, η ποιητική συλλογή του Jean Baptiste Para «Πλάι σε γοργά νερά θα περπατήσω» (εκδ. Γκοβόστη).

→ Στην κεντρική εικόνα: Φωτογραφία: Ηλεκτρικός, 1985 © Κωνσταντίνος Πίττας


altΠύλη εισόδου
Μάρω Δούκα
Πατάκης 2019
Σελ. 344, τιμή εκδότη €17,70

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΩΣ ΔΟΥΚΑ


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η θάλασσα, του Μιχάλη Μακρόπουλου

Η θάλασσα, του Μιχάλη Μακρόπουλου

Επιστροφή σε μια νέα πατρίδα - Για τη νουβέλα του Μιχάλη Μακρόπουλου «Η θάλασσα» (εκδ. Κίχλη).

Της Διώνης Δημητριάδου

Μια ιστορία που αντλεί την προμετωπίδα από το κείμενο της Αποκάλυψης (Καὶ εἶδον οὐρανὸν καινὸν καὶ ...

Τζάμπα η παράταση, του Κώστα Καβανόζη

Τζάμπα η παράταση, του Κώστα Καβανόζη

Παράταση αθανασίας - Για τη συλλογή διηγημάτων του Κώστα Καβανόζη «Τζάμπα η παράταση» (εκδ. Πατάκη).

Του Κώστα Δρουγαλά

Ο Κώστας Καβανόζης σ' αυτό το βιβλίο επιμελείται είκοσι διηγήματά του, τα περισσότερα ήδη δημοσιευμένα σε περιοδικά, στο διαδίκ...

Το Κακό στα διηγήματα σύγχρονων Ελλήνων πεζογράφων

Το Κακό στα διηγήματα σύγχρονων Ελλήνων πεζογράφων

Σύγχρονοι Έλληνες διηγηματογράφοι αντιμέτωποι με το Κακό.

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Το διήγημα όχι μόνο ακμάζει αλλά και αφήνει εξαιρετικές εντυπώσεις, όχι μόνο έρχεται αψύ και δρομαίο αλλά και σφριγηλό, ποιητικό ή αφηγη...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Το Jojo Rabbit, του Τάικα Γουαϊτίτι, ανανεώνει το βλέμμα μας για τη ναζιστική θηριωδία

Το Jojo Rabbit, του Τάικα Γουαϊτίτι, ανανεώνει το βλέμμα μας για τη ναζιστική θηριωδία

Σκέψεις με αφορμή την ταινία του Jojo Rabbit (2019) του Νεοζηλανδού Taika Waititi (Τάικα Γουαϊτίτι), παράλληλα με μυθιστορήματα που πραγματεύονται με φρέσκο τρόπο τη ναζιστική θηριωδία. 

Του Κ.Β. Κατσουλάρη

Η ταινία Jojo Rabbi...

«Μίλησε, μνήμη» με τις λέξεις της Χίλντας Παπαδημητρίου

«Μίλησε, μνήμη» με τις λέξεις της Χίλντας Παπαδημητρίου

Ζητήσαμε από πεζογράφους, ποιητές, μεταφραστές και επιμελητές να μας στείλουν μια καλοκαιρινή φωτογραφία από το προσωπικό τους αρχείο και να την πλαισιώσουν με μια ανάμνηση. Σήμερα, η Χίλντα Παπαδημητρίου.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Εικονογράφ...

Το Jojo Rabbit, του Τάικα Γουαϊτίτι, ανανεώνει το βλέμμα μας για τη ναζιστική θηριωδία

Το Jojo Rabbit, του Τάικα Γουαϊτίτι, ανανεώνει το βλέμμα μας για τη ναζιστική θηριωδία

Σκέψεις με αφορμή την ταινία του Jojo Rabbit (2019) του Νεοζηλανδού Taika Waititi (Τάικα Γουαϊτίτι), παράλληλα με μυθιστορήματα που πραγματεύονται με φρέσκο τρόπο τη ναζιστική θηριωδία. 

Του Κ.Β. Κατσουλάρη

Η ταινία Jojo Rabbi...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Emmanuel Levinas: «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο»

Emmanuel Levinas: «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Emmanuel Levinas «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο» σε μετάφραση και επίμετρο του Θωμά Συμεωνίδη, το οποίο κυκλοφορεί το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Θάνος M. Βερέμης: «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21»

Θάνος M. Βερέμης: «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Θάνου M. Βερέμη «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ...

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Αζαριάδη «Παραπλάνηση», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Μια Σκιά

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

17 Ιουλίου 2020 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

50 καλά βιβλία για το καλοκαίρι και για πάντα

Πενήντα καλά βιβλία από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή τα οποία ξεχωρίσαμε ανάμεσα σε πολλά ακόμη καλά βιβλία. Ελληνική και μεταφρασμένη πεζογραφία, ποίηση, δοκίμια ιστ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

17 Ιουλίου 2020 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

50 καλά βιβλία για το καλοκαίρι και για πάντα

Πενήντα καλά βιβλία από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή τα οποία ξεχωρίσαμε ανάμεσα σε πολλά ακόμη καλά βιβλία. Ελληνική και μεταφρασμένη πεζογραφία, ποίηση, δοκίμια ιστ

ΦΑΚΕΛΟΙ