
Για το δοκίμιο του Δημήτρη Δασκαλόπουλου «Βιβλιογραφία Μανόλη Αναγνωστάκη (1941-2023)» (εκδ. Όμιλος Φίλων του Ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη).
Γράφει η Θάλεια Ιερωνυμάκη
Οι πολλαπλές ιδιότητες (κριτικός, βιβλιογράφος και, κυρίως, ποιητής) του Δημήτρη Δασκαλόπουλου δεν είναι μεταξύ τους ασύμβατες. Ως ποιητής είχε δώσει στην τρίτη του ποιητική συλλογή, αυτή των εφτάστιχων γυμνασμάτων, τον τίτλο Αλφαβητάρι.1 Το αλφαβητάρι δεν είναι μόνο εκείνο από το οποίο ξεκινά κανείς για να μάθει ποίηση, είναι και εκείνο στο οποίο επιστρέφει όταν θέλει να αναλογιστεί πώς την έμαθε. Ίσως η γραφή του να είναι κατά βάθος μια ανάγκη τακτοποίησης, η ανάγκη να μπουν τα ψηφία σε μια σειρά για να σχηματίσουν έναν κόσμο (ποιητικό) και συγχρόνως έναν βίο. Η ίδια πρόθεση τακτοποίησης διέπει εμφανώς τη συγκρότηση των βιβλιογραφιών, η πιο πρόσφατη από τις οποίες είναι η Βιβλιογραφία Μανόλη Αναγνωστάκη (1941-2023). Εκδόθηκε από τον Όμιλο Φίλων του Ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη σε συνεργασία με τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης το 2024 σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή. Η πρώτη κυκλοφόρησε εκτός εμπορίου, η δεύτερη είναι διαδικτυακά προσβάσιμη στην επίσημη ιστοσελίδα του Ομίλου.

Ως προς τη δομή, η έντυπη και η ηλεκτρονική μορφή είναι πανομοιότυπες. Υπάρχει μία εισαγωγή (με πληροφοριακό, ως είθισται, υλικό: έντυπα που αποδελτιώνονται, δυσκολίες, προκλήσεις, συντομογραφίες) και δύο μέρη: Το πρώτο περιλαμβάνει το έργο του Αναγνωστάκη (ποιητικό και άλλο, πρωτότυπο και μεταφράσεις, συνεντεύξεις), δηλαδή την «Εργογραφία», και το δεύτερο τη «Φιλολογία» (κριτικά κείμενα, κρίσεις, πληροφορίες, δημοσιεύματα, πίνακες: βιβλία αυτοτελή και σύμμικτα και αφιερώματα περιοδικών). Τέλος, υπάρχουν και «Πίνακες» με βιβλία και αφιερώματα περιοδικών και εφημερίδων για τον ποιητή, καθώς και «Ευρετήρια» των έργων του, των εφημερίδων και περιοδικών, των προσώπων, των ψευδωνύμων του Αναγνωστάκη, των υπογραφών (πλην του πλήρους ονοματεπωνύμου), ακόμη και των ανυπόγραφων κειμένων του.
Για τον προσδιορισμό του είδους της βιβλιογραφίας είναι χρήσιμος ένας παλαιότερος προβληματισμός του ίδιου του Δασκαλόπουλου για τη συγκρότηση των λημμάτων μιας βιβλιογραφίας· ο μελετητής αναρωτιόταν κατά πόσο ο βιβλιογράφος θα μπορούσε να προσθέτει στα λήμματα ένα είδος υπομνήματος πληροφορώντας για το περιεχόμενό τους. Ο προβληματισμός του κατέληγε στο ερώτημα: «Γιατί όμως θα πρέπει να αναγνωρίσουμε στον βιβλιογράφο την ιδιότητα, μόνον, του τυφλοπόντικα που σκαλίζει σκονισμένα έντυπα και να μην τον εμπιστευτούμε σε ορισμένα σημεία, δοκιμάζοντας έτσι την ευθυκρισία του;».2 Με βάση το συγκεκριμένο ερώτημα, που αποτυπώνει δύο τάσεις στη βιβλιογραφία, θα λέγαμε ότι ναι μεν η Βιβλιογραφία Μανόλη Αναγνωστάκη δεν είναι μια αναλυτική βιβλιογραφία, είναι περισσότερο περιγραφική, δεν στερείται ωστόσο την κριτική πληροφορία. Αφενός πολλά λήμματα της «Εργογραφίας» προσδιορίζονται ειδολογικά (άρθρο, ποίημα κ.τ.λ.), αφετέρου αρκετά επίσης λήμματα του δεύτερου μέρους, της «Φιλολογίας», υπομνηματίζονται, λ.χ. δίδεται η πληροφορία ότι σε κάποιο λήμμα υπάρχουν «πολλές αναφορές στον Μ. Αν.» ή ότι κάποιο κριτικό κείμενο ήταν αρχικά ομιλία και, ακόμη, υπάρχουν εσωτερικές παραπομπές για να προσδιοριστεί σε ποιο έργο του Αναγνωστάκη αναφέρεται κάθε κριτική.
Γιατί, στην πραγματικότητα, η βιβλιογραφία είναι μια πλούσια αφηγηματική εξιστόρηση κάθε πτυχής του έργου και της προσωπικότητάς του ποιητή και ταυτόχρονα μια αποτύπωση των κοινωνικοπολιτικών συνθηκών εντός των οποίων έδρασε.
Η βιβλιογραφία δίνει με τον τρόπο αυτό τη δυνατότητα μιας εξερεύνησης όχι μόνο της παραγωγής, αλλά και της πρόσληψης του έργου. Και αν με την πρώτη ανάγνωση είναι σαν να πηγαίνουμε από την πόλη στην πέτρα, από το σώμα στο νύχι,3 με τη δεύτερη ανάγνωση και τη μελέτη της βιβλιογραφίας ξαναγυρίζουμε στην πόλη και στο σώμα και εντέλει στον βίο ολόκληρο του Αναγνωστάκη. Γιατί, στην πραγματικότητα, η βιβλιογραφία είναι μια πλούσια αφηγηματική εξιστόρηση κάθε πτυχής του έργου και της προσωπικότητάς του ποιητή και ταυτόχρονα μια αποτύπωση των κοινωνικοπολιτικών συνθηκών εντός των οποίων έδρασε.
Η βιβλιογραφία δηλαδή λειτουργεί και ως ένα είδος πνευματικής βιογραφίας. Διαβάζουμε σε αυτήν το έργο του ποιητή, σε μια χρονολογική σειρά, και παράλληλα την υποδοχή αυτού του έργου στο πέρασμα του χρόνου. Σε αυτό τον άξονα του χρόνου υπάρχουν κάποιοι σταθμοί, κάποιες σιωπές, κάποιες εξάρσεις, όπως σε κάθε πνευματικό βίο, όπως σε κάθε πραγματική ζωή. Ο τόμος κινείται σε δύο επίπεδα που διασταυρώνονται, στον εαυτό (ο ποιητής) και στο πώς βλέπουν τον εαυτό οι άλλοι (κριτικοί). Το ερώτημα ποιος είναι ο εαυτός, εκ των πραγμάτων θα φέρει μπροστά μας πολλούς εαυτούς. Όχι μόνο λόγω της πορείας στον χρόνο, που «αδίσταχτος» αλλάζει το υποκείμενο, «θρυμματίζοντας τη σκέψη / τα στέρεα σχέδια και τις βίαιες αποφάσεις / τα αιωρούμενα γιατί, τα υγρά χαμόγελα»,4 αλλά και γιατί, ειδικά στην περίπτωση του Αναγνωστάκη, το παιχνίδι της ταυτότητας αναδεικνύεται με τα επιλεγμένα από τον ίδιο ψευδώνυμα. Ήδη από τα πρώτα χρόνια της πνευματικής του παρουσίας εκτός από Εμμ. Αν. Αναγνωστάκης που θα καθιερωθεί σε Μανόλης, ο ποιητής υπογράφει κείμενα όχι μόνο με ψευδώνυμα που παραπέμπουν στην οικογένεια ή την καταγωγή του (Εμμ. Κασιμάτης -ως γνωστόν, το επώνυμο της μητέρας του ήταν Κασιμάτη-, Μίνως Αμαριώτης, Δήμος Κρητικός), αλλά και με γυναικεία ψευδώνυμα (Φανή Δημαρά και Αλίκη Στεφανίδου). Αρκετά χρόνια αργότερα, στο κλίμα της εποχής, θα γίνει «θείος Λένον», με τις παραλλαγές του (που απαντά ή δεν απαντά ή απαντά πότε πότε) και θα αυτονομηθεί στο τέλος ως Μανούσος Φάσσης.
Αντιδογματικός στην κριτική του και ευθύβολος στις πολιτικές του παρεμβάσεις, ο Αναγνωστάκης, όπως αποτυπώνεται στη βιβλιογραφία, τεντώνεται συμπαγής όχι μόνο στον χρόνο, αλλά και στον χώρο.
Η πολύπλευρη προσωπικότητα του Αναγνωστάκη αντανακλάται και στο πλήθος των ποικίλων δημοσιευμάτων. Αντιδογματικός στην κριτική του και ευθύβολος στις πολιτικές του παρεμβάσεις, ο Αναγνωστάκης, όπως αποτυπώνεται στη βιβλιογραφία, τεντώνεται συμπαγής όχι μόνο στον χρόνο, αλλά και στον χώρο. Ο αριθμός των εντύπων στα οποία είχε δημοσιεύσει είναι εντυπωσιακός. Δεν πρόκειται μόνο για τα γνωστά μας περιοδικά ή τις εφημερίδες της Αριστεράς, αλλά και για τοπικά έντυπα – όχι μόνο της Θεσσαλονίκης. Σχεδόν συστηματική είναι η παρουσία του σε κυπριακά έντυπα, ιδίως τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του. Οι δημοσιεύσεις σε αυτά συμβαδίζουν με το ενδιαφέρον του για το Κυπριακό και δείχνουν τη στήριξή του σε εκδοτικά εγχειρήματα της Μεγαλονήσου. Βρίσκουμε όμως και δημοσιεύματα στα πιο απρόβλεπτα έντυπα, από τον Κήρυκα Χανίων μέχρι ένα περιοδικό της Άρτας. Τα δημοσιεύματα δεν περιορίζονται στη λογοτεχνία, την κριτική ή τις πολιτικές παρεμβάσεις, αλλά διανοίγονται σε σχόλια πολιτιστικού ενδιαφέροντος (ενδεικτικά: ένα σημείωμα για τη Μάχη της Κρήτης στο έντυπο Ξαστεριά του συλλόγου Κρητών Φοιτητών το 1964, μια απάντηση σε έρευνα για την πολιτιστική ζωή στα προάστια Ηρακλείου-Νέας Ιωνίας το 1982 και, βέβαια, το πλήθος της αρθρογραφίας στην Αυγή), ακόμη και σε ιατρικές δημοσιεύσεις, όπως κάποιες βιβλιοκρισίες του για ιατρικά βιβλία. Εντυπωσιακή, κυρίως μέσω συνεντεύξεων, είναι η παρουσία του και σε σχολικά έντυπα, ενδεικτική της διάθεσής του να συναναστρέφεται και να συνομιλεί με τη νεότητα.
Ο βιβλιογράφος ως κριτικός
Αν όσον αφορά το αναφερόμενο, δηλαδή τον βιβλιογραφούμενο, εν προκειμένω τον Αναγνωστάκη, η βιβλιογραφία συνιστά ένα είδος βιογραφίας, όσον αφορά τον βιβλιογράφο, εν προκειμένω τον Δασκαλόπουλο, η βιβλιογραφία αποτελεί ένα είδος κριτικής. Η βιβλιογραφία δεν είναι απλώς ένας κατάλογος έργων από έναν ερευνητή, δεν είναι η συσσώρευση δημοσιευμάτων, δεν είναι μια μηχανική απαρίθμηση, ταξινόμηση, καταμέτρηση. Ο βιβλιογράφος είναι ταυτόχρονα και κριτικός. Ο τρόπος διάταξης του υλικού, η ανεύρεση άγνωστων και η ανάδειξη αποσιωπημένων κειμένων, ο χαρακτηρισμός (ίσως ακόμη και ο αποκλεισμός) κειμένων, η εποπτεία του υλικού, η υπευθυνότητα στη σύνταξη των λημμάτων, εντέλει όλες οι πρωτοβουλίες που παίρνει ο βιβλιογράφος τόσο κατά την πορεία της έρευνας όσο και κατά τη συγγραφή του βιβλίου, συνιστούν κριτική πράξη. Στην περίπτωση του Δασκαλόπουλου η κριτική και η βιβλιογραφία είναι μάλλον συγκοινωνούντα δοχεία, αφού αυτονόητα η κριτική του είναι απόρροια της εποπτείας και της λεπτομερούς γνώσης των κειμένων που έχει λημματογραφήσει (κι αυτό είναι εμφανές στο κριτικό έργο του για τον Σεφέρη και τον Καβάφη) και αντιστρόφως η κριτική ματιά είναι εμφανής στη συγκρότηση των βιβλιογραφιών του. Εκτός από την ερευνητική δεξιότητα, τη βαθιά γνώση και εποπτεία μιας ολόκληρης εποχής, την ικανότητα μιας εύχρηστης, στην ανάγνωσή της, συγκρότησης του υλικού, η βιβλιογραφία προϋποθέτει και φαντασία. Φαντασία, όχι με τη μορφή της παρεμβατικής ανάπλασης εκ μέρους του συντάκτη, αλλά με την έννοια του ερευνητικού πάθους που κατευθύνει στην ανεύρεση στοιχείων και με την έννοια του οραματισμού στη σύλληψή, στην ανασύσταση ενός έργου, της πρόσληψής αυτού, εντέλει στην ανασύσταση μιας εποχής. Το τελικό στάδιο, η συγκρότηση και έκδοση του υλικού, εκπορεύεται όμως πρωτίστως από τη γενναιοδωρία του ερευνητή.
Η κριτική πράξη της βιβλιογραφίας από την άλλη, καθοδηγεί τον μελετητή-αναγνώστη και του ανοίγει νέους δρόμους, πολλές φορές ανυποψίαστους. Ως προς την ανάγνωση της βιβλιογραφίας, θα ήταν χρήσιμη μια σύντομη παρουσίαση για την περιήγηση στην ηλεκτρονική μορφή της, αφού οι μελετητές, δηλαδή οι συνήθεις αναγνώστες μιας βιβλιογραφίας, είναι απολύτως εξοικειωμένοι με τις έντυπες μορφές. Ένα πλεονέκτημα της ηλεκτρονικής έκδοσης είναι η νοητή (αλλά και πραγματική, μέσω της δημιουργίας ενός αρχείου word) δυνατότητα αναδιάταξης της ύλης.
Έτσι, καθώς το ένα κείμενο διαδέχεται το άλλο έχουμε μεν μια εικόνα στον χρόνο (και φυσικά αυτή μπορεί να αξιοποιηθεί με τη διαπλοκή κειμένων κάθε είδους σε μια ορισμένη χρονική στιγμή)
Ειδικότερα, η έντυπη βιβλιογραφία, όσον αφορά το πρώτο μέρος, την «Εργογραφία», είναι οργανωμένη κατά χρονολογική σειρά. Αυτό σημαίνει ότι στα λήμματα λαμβάνεται υπόψη αποκλειστικά και μόνο ο χρόνος δημοσίευσης και όχι άλλα στοιχεία, όπως η ειδολογική ταυτότητα των κειμένων. Έτσι, καθώς το ένα κείμενο διαδέχεται το άλλο έχουμε μεν μια εικόνα στον χρόνο (και φυσικά αυτή μπορεί να αξιοποιηθεί με τη διαπλοκή κειμένων κάθε είδους σε μια ορισμένη χρονική στιγμή), στην έντυπη βιβλιογραφία όμως δεν γίνεται να έχουμε την εικόνα του έργου κατά είδη. Για παράδειγμα, δεν έχουμε όλα μαζί τα ποιήματα που δημοσίευσε ο Αναγνωστάκης με τη χρονολογική τους σειρά σε έναν κατάλογο, αντίθετα χρειάζεται να ψάξουμε και να τα βρούμε ανάμεσα σε άλλα δημοσιεύματα. Αυτή η αναζήτηση μπορεί να γίνει πολύ εύκολα στην ηλεκτρονική μορφή, καθώς η βιβλιογραφία του Δασκαλόπουλου έχει το πλεονέκτημα ότι δεν είναι μια σκέτη αναγραφή λημμάτων· στα περισσότερα από τα λήμματα αναγράφεται και κάποιος προσδιορισμός του εκάστοτε δημοσιεύματος (ποίημα, άρθρο, κτλ.), όπως προαναφέρθηκε. Ένα άλλο παράδειγμα είναι οι μεταφράσεις, που επίσης δίνονται χρονολογικά. Στην ηλεκτρονική έκδοση μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ανάλογα με τη γλώσσα ώστε να προκύψουν συντεταγμένες γλωσσικές-γεωγραφικές που συνάπτονται με τις χρονικές (πιο απλά, θα μπορούσε να ερευνηθεί πότε πρωτομεταφράστηκε σε μια συγκεκριμένη γλώσσα κείμενο του Αναγνωστάκη και από ποιον, πόσες άλλες μεταφράσεις ακολούθησαν στην ίδια γλώσσα, πότε πυκνώνουν και πότε υποχωρούν, είναι αυτόνομες ή περιλαμβάνονται σε ανθολογίες με ποιήματα άλλων κ.τ.λ.).
Εντέλει, η ανάγνωση της βιβλιογραφίας μπορεί να οδηγήσει σε μια γόνιμη ερευνητική αναζήτηση, όχι μόνο στη συνανάγνωση του πρώτου με το δεύτερο μέρος της, συνανάγνωση που σε ένα βαθμό ενισχύεται από τα ίδια τα λήμματα της «Εργογραφίας», όπου για τα ποιητικά έργα δίνονται και «κρίσεις-σχόλια», αλλά και με την επί της ουσίας μελέτη. Ο αναγνώστης/η αναγνώστρια θα μπορούσε να προσέξει ορισμένα σταθερά σημεία αναφοράς της κριτικής στο έργο του Αναγνωστάκη (η σιωπή, ο χρόνος, ο πολιτικός ποιητής, κ.ά.) και να εξετάσει κατά πόσο αυτά τα σταθερά σημεία δύνανται να αναθεωρηθούν, θα μπορούσε να διερευνήσει πώς διαβάζει κάθε εποχή τον ποιητή και το έργο του, σε ποια κείμενα δίνει προτεραιότητα, ποιες πτυχές προκρίνει, με ποια θεωρητικά εργαλεία τον προσεγγίζει.
Είναι πολύ περισσότερο η άκρη του νήματος για να βγούμε από ερευνητικά αδιέξοδα, από την ανακύκλωση των ίδιων -συχνά κοινότοπων- κριτικών απόψεων
Τα πεδία που διανοίγονται είναι πολλά και η ανάγνωση της βιβλιογραφίας τελικά δεν είναι απλώς μια δεοντολογικά επιβεβλημένη υποχρέωση των μελετητών. Είναι πολύ περισσότερο η άκρη του νήματος για να βγούμε από ερευνητικά αδιέξοδα, από την ανακύκλωση των ίδιων -συχνά κοινότοπων- κριτικών απόψεων, από την αυταρέσκεια του κριτικού σολιψισμού μας που δεν καταδέχεται να λάβει υπόψη όχι μόνο προγενέστερα κριτικά κείμενα, αλλά ενίοτε ούτε το ίδιο το λογοτεχνικό έργο στο οποίο αναφέρεται. Με άλλα λόγια, για να γράψουμε μια κριτική εμπεριστατωμένη και συγκροτημένη χρειάζεται να ξεκινάμε και να επανερχόμαστε διαρκώς στο βιβλιογραφικό «αλφαβητάρι».
*Η ΘΑΛΕΙΑ ΙΕΡΩΝΥΜΑΚΗ είναι φιλόλογος, μέλος ΕΔΙΠ στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημιακών Πατρών.
1Βλ.: Δημ. Δασκαλόπουλος, Αλφαβητάρι. Εφτάστιχα γυμνάσματα, Αθήνα, Ολκός, 1976.
2Δημ. Δασκαλόπουλος, «Βιβλιογραφικά της νεότερης λογοτεχνίας μας» (1981): Τα βήματα του χρόνου. Σημειώσεις νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα, Διάττων, 1987, 111-130: 121.
3Βλ. το ποίημα του Μαν. Αναγνωστάκη, «Όλο και πιο γυμνά»: Τα Ποιήματα (1941-1971), Αθήνα, Στιγμή, 1985, 148.
4Βλ. το ποίημα του Μαν. Αναγνωστάκη, «Ήρθες όταν εγώ…»: Τα Ποιήματα (1941-1971), ό.π., 104.
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα το 1939. Έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές, βιβλιογραφίες και βιβλία με μελετήματα για πρόσωπα και θέματα νεοελληνικής λογοτεχνίας. Είναι επίτιμος διδάκτωρ Φιλολογίας του ΑΠΘ (2006) και του Πανεπιστημίου Πατρών (2010).

Έχει τιμηθεί από το Ίδρυμα Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του έργου του (2016), και με το Μεγάλο Βραβείο του περιοδικού Ο Αναγνώστης για το έτος 2021. Από τις Εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορούν τα έργα του Τα χρόνια που θά ‘ρθουν: Ποιήματα 1958-2018 (2022), Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου (2016), Παρωδίες Καβαφικών Ποιημάτων 1917-1997 (1998).






















