
Για τη συλλογή συνεντεύξεων «Τζ. Ντ. Σάλιντζερ: Η τελευταία συνέντευξη και άλλες συζητήσεις» (μτφρ. Χρήστος Καψάλης, εκδ. Key Books).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Μια τρανταχτή παραδοξολογία περιέχει ο τίτλος του βιβλίου Τζ. Ντ. Σάλιντζερ: Η τελευταία συνέντευξη και άλλες συζητήσεις (μτφρ. Χρήστος Καψάλης, εκδ. Key Books), που φέρει την επιμέλεια και την εισαγωγή του κορυφαίου δημοσιογράφου των New York Times Ντέιβιντ Στρέιτφελντ. Πώς γίνεται να μιλάμε για συνεντεύξεις και λοιπές συνομιλίες του Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, τη στιγμή που για τρεις και πλέον δεκαετίες αποφάσισε να γίνει ο μέγας εξαφανισμένος των αμερικανικών γραμμάτων;
Με την έκδοση του εμβληματικού μυθιστορήματός του, Ο φύλακας στη σίκαλη (μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Πατάκη), και την συνακόλουθη επιτυχία του, τέτοια που τον μετέτρεψε σε σταρ πρώτης γραμμής, ο Σάλιντζερ αντί να αφήσει τη χρυσόσκονη να τον λούσει και να γευτεί τη φήμη και τη δόξα που κάθε συγγραφέας θα ονειρευόταν, κλείστηκε στο καβούκι του. Εξαφανίστηκε από παντού, απαγόρευσε να τον τραβούν φωτογραφίες, αρνήθηκε συνεντεύξεις στα μεγαλύτερα ΜΜΕ της Αμερικής, δεν δέχθηκε να δημοσιεύει ιστορίες έναντι παχυλών αμοιβών, δεν επέτρεψε στο Χόλιγουντ να εκμεταλλευτεί τα διηγήματά του και γενικώς δεν έδωσε σε κανέναν το δικαίωμα να τον ψάξει.
Από το οχυρό του στη Νέα Αγγλία, ένα οίκημα κοντά στο δάσος, περιφραγμένο και προφυλαγμένο από τα περίεργα μάτια και με τη φύλαξη που του παρείχαν τα σκυλιά του, ο Σάλιντζερ ζούσε όπως εκείνος ήθελε: μόνος, μακριά από το οργισμένο πλήθος, γράφοντας με τους δικούς του ρυθμούς· αρνούμενος να δώσει συνέχεια στη ζωή του Χόλντεν Κόλφιλντ (ο πιτσιρικάς ήρωας του Φύλακα), όπως του ζητούσαν επιμόνως οι χιλιάδες θαυμαστές του.
Ελάχιστα λόγια
Πώς, λοιπόν, αυτός ο εκούσιος ερημίτης των γραμμάτων βρέθηκε να έχει δώσει, έστω και σποραδικά, κάποιες συνεντεύξεις; Στην πραγματικότητα, τα περισσότερα κείμενα που περιέχονται στην παρούσα έκδοση περιλαμβάνουν ελάχιστα λόγια του Αμερικανού συγγραφέα. Τα περισσότερα είναι εντυπώσεις των ανθρώπων που κατάφεραν να τον προσεγγίσουν, να τον δουν από κοντά ή έστω από κάποια σχετική απόσταση και μέσω αυτών καταφέρνουμε να τον δούμε κι εμείς με τα μάτια της φαντασίας μας. Είναι σαν να βλέπουμε ένα σπάνιο «έκθεμα» μέσα από ένα διόραμα.
Ο Σάλιντζερ διευκρίνισε πως δεν χρειάζεται να μιλάει για το έργο του από τη στιγμή που αυτό θέτει όλα τα ερωτήματα και δεν δίνει καμία απάντηση. Κι όμως, οι φανατικοί «Σαλιντζερικοί» έβλεπαν στο πρόσωπό του έναν γκουρού
Τράβηξε πολλά, είναι η αλήθεια. Η επιτυχία του Φύλακα στη σίκαλη, αντί να του δώσει την ώθηση να ορίσει μια άλλου τύπου δραστηριότητα στη λογοτεχνία, τον υποχρέωσε να κλειστεί στον εαυτό του. Να ήταν η ιδιορρυθμία του; Να μην άντεξε την ένταση των συναισθημάτων που εκλύονταν κατά κύματα από τους αναγνώστες του; Ο Σάλιντζερ διευκρίνισε πως δεν χρειάζεται να μιλάει για το έργο του από τη στιγμή που αυτό θέτει όλα τα ερωτήματα και δεν δίνει καμία απάντηση. Κι όμως, οι φανατικοί «Σαλιντζερικοί» έβλεπαν στο πρόσωπό του έναν γκουρού, έναν παντογνώστη που έφερε στις ζωές τους το φως μιας μεγάλης αποκάλυψης μέσω του Χόλντεν.
Εμμονική προσπάθεια
Οι περισσότερες από τις συνεντεύξεις που εμφανίστηκαν ήταν αποτέλεσμα εμμονικής προσπάθειας των συντακτών τους, ενώ στην περίπτωση της 16χρονης Σίρλεϊ Μπλέινι, έχουμε να κάνουμε με κλασική παραβίαση της ιδιωτικότητας, αλλά και με ασύγγνωστο δημοσιογραφικό ατόπημα. Μάλιστα, η δημοσίευση αυτής της συνέντευξης του έδωσε τη χαριστική βολή για να αποφεύγει από εκείνη τη στιγμή και για χρόνια τους δημοσιογράφους και τους αναγνώστες του.
Κάθε κείμενό του περνούσε από τη βάσανο των συνεχών αλλαγών έως τη στιγμή που θα γινόταν κρυστάλλινο. Μπορούσε να παλεύει για ημέρες μέχρι να βρει τη «σωστή λέξη».
Μονήρης, αλλά και φιλικός με τα παιδιά της περιοχής που έμενε (τα έβαζε στο τζιπ του και τα πήγαινε να δουν αγώνες μπέιζμπολ). Κλειστός, αλλά και χαρωπός με κάποιους ντόπιους. Ήταν, όντως, μια παράξενη περσόνα ο Σάλιντζερ. Ένας άνθρωπος που έγραφε με τη λογική του Φλομπέρ. Κάθε κείμενό του περνούσε από τη βάσανο των συνεχών αλλαγών έως τη στιγμή που θα γινόταν κρυστάλλινο. Μπορούσε να παλεύει για ημέρες μέχρι να βρει τη «σωστή λέξη». Έγραφε για τον εαυτό του, ακόμη και όταν ότι πίστευαν πως είχε σταματήσει να γράφει. Ήταν η ευχή και η κατάρα του το γράψιμο, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Κλεινόταν σε ένα καμαράκι, κοντά στο σπίτι του, και έτσι απομονωμένος άφηνε πάνω στο χαρτί ένα μέρος του ρομαντικού του κόσμου να ξεδιπλωθεί σε ιστορίες.
Η δίκη
Το αξιοπερίεργο είναι ότι στην παρούσα έκδοση, τα περισσότερα σε έκταση λόγια του Σάλιντζερ περιέχονται στην αγωγή που έκανε κατά του βιογράφου Ίαν Χάμιλτον και του εκδοτικού οίκου Random House που επιδίωκαν να εκδώσουν τη βιογραφία του. Μόνο που σε εκείνο το κείμενο που του δόθηκε περιλαμβάνονταν επιστολές του, που εκείνος δεν ήθελε επουδενί να δημοσιευτούν. Τελικά, η υπόθεση κατέληξε στο δικαστήριο, ενώ μέρος των πρακτικών της διαδικασίας περιλαμβάνονται στο βιβλίο. Εκεί «συναντούμε» έναν άκρως λιγομίλητο και εκνευρισμένο Σάλιντζερ, να απαντάει κοφτά στον δικηγόρο της άλλης πλευράς και να δείχνει με κάθε τρόπο πως θέλει να διασφαλίσει την ιδιωτικότητά του ωσάν να είναι το τελευταίο προπύργιο της όπαρξής του. Για την ιστορία: τη δίκη την κέρδισε, η προβληματική βιογραφία δεν κυκλοφόρησε ποτέ και ο Χάμιλτον είδε την καριέρα του να πέφτει κατακόρυφα.
Ήταν, λοιπόν, ένας στρυφνός άνθρωπος ο Σάλιντζερ; Όπως σημειώνει ο Στρέιτφελντ στην εισαγωγή του, αν ζούσε σήμερα όπου οι συγγραφείς έχουν γίνει άνθρωποι της διπλανής πόρτας λόγω της ψευδούς εγγύτητας που προσφέρουν τα κοινωνικά δίκτυα, θα είχε γίνει ακόμη πιο επίμονος αναχωρητής.
Τόπος ταφής: άγνωστος
Γνωρίζοντας, δε, πως οι δημοσιογράφοι και οι θαυμαστές δεν αφήνουν στην ησυχία του το τιμώμενο πρόσωπο ούτε και μετά θάνατον, φρόντισε να μην γίνει γνωστό ούτε πού θάφτηκε. Στην ιστοσελίδα Find a grave, στο όνομα του Σάλιντζερ υπάρχει η σημείωση: «Τόπος ταφής: άγνωστος».
Όταν οι δαιμόνιοι δημοσιογράφοι έμαθαν ότι ο μέγας εξαφανισμένος επανεμφανιζόταν στο προσκήνιο, έπεσαν πάνω του σαν κοράκια, με αποτέλεσμα η έκδοση να μεταφερθεί στις καλένδες.
Στην κατακλείδα της έκδοσης υπάρχουν οι όψεις δύο «συναντήσεων» που δεν έμελλε να ευδοκιμήσουν. Η μια είναι με τον εκδότη Ρότζερ Λάθμπερι, που έπεισε τον Σάλιντζερ να εκδώσει ξανά το διήγημα «Χάπγουορθ 16» και μάλιστα έτσι όπως ήθελε να τυπωθεί ο συγγραφέας, αλλά τελικά έχασε τον χρυσό μέσα από τα χέρια του, όταν δεν κατάφερε να εξασφαλίσει τη μυστικότητα του εγχειρήματος. Όταν οι δαιμόνιοι δημοσιογράφοι έμαθαν ότι ο μέγας εξαφανισμένος επανεμφανιζόταν στο προσκήνιο, έπεσαν πάνω του σαν κοράκια, με αποτέλεσμα η έκδοση να μεταφερθεί στις καλένδες.
Οι επιστολές
Υπάρχει, επίσης, η μαρτυρία της Τζοάνα Ρικ Ρέικοφ, που εργαζόταν στον εκδοτικό οίκο που είχε τα δικαιώματα των βιβλίων του και ήταν επιφορτισμένη να απαντάει αντ’ αυτού στις χιλιάδες επιστολές φανατικών αναγνωστών του. Εκεί κατάλαβε την ταύτιση που είχαν όλοι αυτοί οι άγνωστοι με τον συγγραφέα και πώς μέσα στο φαντασιακό τους είχαν πλάσει για εκείνον την εικόνα ενός ημίθεου που έφερε όλη τη γνώση του κόσμου και της ζωής. Κι όμως, εκείνος πολύ σπάνια απαντούσε σε αυτά τα γράμματα. Γνώριζε πολύ καλά, και το έλεγε εξ άλλου, πως δεν είχε καμία σοβαρή απάντηση να τους δώσει. Κι εκείνος μόνο ερωτήματα ήξερε να θέτει.
Κάτι ήξερε, κάτι είχε δει στο μέλλον να έρχεται σαν άχθος και τιμωρία για τους ανθρώπους σαν κι αυτόν, που τάχθηκαν να λένε ιστορίες και τίποτα περισσότερο.
Τώρα πια που οι ειδήσεις γύρω από τους συγγραφείς γίνονται άμεσα γνωστές και άπαντες γνωρίζουν ακόμη και τα πιο μικρά ψήγματα της ιστορίας τους, μάλλον θα πρέπει να εκτιμήσουμε ακόμη περισσότερο τον μονήρη βίο του Σάλιντζερ. Κάτι ήξερε, κάτι είχε δει στο μέλλον να έρχεται σαν άχθος και τιμωρία για τους ανθρώπους σαν κι αυτόν, που τάχθηκαν να λένε ιστορίες και τίποτα περισσότερο.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον Τζ. Ντ. Σάλιντζερ
Ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ (1919-2010) γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη. Κέρδισε τη συγγραφική του φήμη με την έκδοση ενός και μόνο μυθιστορήματος, του Ο φύλακας στη σίκαλη, του οποίου ο κεντρικός ήρωας, Χόλντεν Κόλφιλντ, συνόψιζε τη βίαιη έκφραση του άγχους της νέας γενιάς της εποχής. Η αίσθηση που προκάλεσε το βιβλίο και η ταύτισή του με τη γενιά των μπήτνικ, ανάγκασε τον Σάλιντζερ να εγκαταλείψει τη Ν. Υόρκη για ένα σπίτι στους μακρινούς λόφους του Νιού Χαμπσάιρ.
Προηγουμένως, είχε προλάβει να δημοσιεύσει και ορισμένα διηγήματά του, σε ένα από τα οποία -στο «A Perfect Day for Bananafish» («Τέλεια μέρα για μπανανόψαρα», περιοδικό New Yorker, 1949)- εμφανίζεται για πρώτη φορά ο Seymour Glass, χαρακτήρας τον οποίο ξαναβρίσκουμε στα έργα Η Φράννυ και ο Ζού και Ψηλά σηκώστε τη στέγη, Ξυλουργοί / Σίμορ: συστατικά στοιχεία, τα μόνα άλλα βιβλία που εξέδωσε ο Σάλιντζερ. Από 35, περίπου, διηγήματά του που δημοσιεύτηκαν σε διάφορα περιοδικά, επέτρεψε να εκδοθούν όσα, κατά τη γνώμη του, μπορούσαν να αντέξουν στο χρόνο, στον τόμο Εννέα ιστορίες.
Πέθανε τον Ιανουάριο του 2010 στο σπίτι του, στο Νιού Χαμπσάιρ, από φυσικά αίτια.
























