Για το υβριδικό έργο του Έρλομ Αχβλεντιάνι (Erlom Akhvlediani) «Ο άντρας που έχασε τα λογικά του» (μτφρ. Δημήτρης Τσεκούρας, εκδ. Βακχικόν). Εικόνα: Από την ταινία «Synecdoche, New York».
Γράφει ο Σωτήρης Γρηγοράκης
Ο Έρλομ Αχβλεντιάνι με το έργο του Ο άντρας που έχασε τα λογικά του σε μετάφραση του Δημήτρη Τσεκούρα (εκδ. Βακχικόν) προσιδιάζει σε αυτό που ονομάζουμε «λογοτεχνικό υβρίδιο». Που σπάει τη διάκριση ανάμεσα στις δύο παραδοσιακές μορφές της τέχνης του λόγου: της πρόζας και του ποιητικού λόγου, του διηγήματος και του ποιήματος. Που πλάθει μια σύνθεση, ένα κράμα των δύο. Αλλά σου δίνει την αίσθηση, μετά από την αναγνωστική εμπειρία σου, ότι ανήκει σε ένα νέο, απροσδιόριστο και αβάπτιστο ακόμη λογοτεχνικό είδος. Εγώ προσωρινά και βαρύθυμα θα το ονομάζω «λογοτεχνικό υβρίδιο».
Διαβάζεις τις μεταφρασμένες από τον Δημήτρη Τσεκούρα αφηγήσεις -επισήμως διηγήματα- των ιστοριών κάθε άνδρα. Και τα υβρίδια αυτά, ιδανικά και βασανιστικά, σε παραπέμπουν στη ζωή-υβρίδιο. Στη ζωή του καθενός μας όπου συγχρωτίζονται το καλό με το κακό, το ηθικό με το αμαρτωλό, το μέτρο με το αχαλίνωτο, το ελεύθερο με το πνιγηρό, το ονειρικό με το ρεαλιστικό, το παράλογο με το λογικό... Στη ζωή-υβρίδιο του καθενός, εκεί όπου παλεύουν δύο εαυτοί, ο αληθινός με τον κληρονόμο. Στη ζωή-υβρίδιο του καθενός μας.
Διαβάζεις και φαντάζεσαι σε ελεύθερο στίχο την αφήγηση. Αλλού μακροσκελή, αλλού κοφτό, αλλού ακόμη και μονολεκτικό. Όχι μόνο στον «άντρα που αγαπούσε τη ζωή», εκεί όπου η εικόνα του αφηγηματικού κειμένου εμπλέκει την ποίηση στο παιχνίδι του λόγου:
«Αγαπούσε τα βράχια, αγαπούσε και τις
ομίχλες.
Αγαπούσε τον αέρα, αγαπούσε και τις
καταιγίδες.
Αγαπούσε το αεράκι...
Αγαπούσε το θρόισμα των φύλλων...
Αγαπούσε το ποτάμι, αγαπούσε και το
ρυάκι...»
Την «ιστορία ενός άντρα ονειροπόλου» βρέθηκα στην ανάγκη να την αντιγράψω, γράφοντάς τη σαν ποίημα. Προσωπική ανάγκη και έκφραση, απόρροια προσωπικής πρόσληψης. Άλλωστε και αυτό δεν είναι η τέχνη; Και η πρόσληψη. Έγραψα:
«Υπήρξε κάποτε
ένας άντρας, ένας αδιόρθωτος
ονειροπόλος.
....
Όλους τους αγαπούσε και
όλοι
τον αγαπούσαν:
οι άνθρωποι και όλα τα ζώα,
τα αμπέλια και τα δέντρα, η βροχή
και ο αέρας,
η αυγή και το σούρουπο.
....
και σήκωνε
το βλέμμα του
στο ταβάνι
και αποκοιμιόταν
και αναρωτιόταν:
....
Και κάπως έτσι κυλούσε η ζωή του·
αλλά
τα όνειρά του ποτέ δεν βγήκαν
αληθινά.»
Διαβάζεις και ακούς παραμύθι. Μύθο. Σύγχρονο με πινελιές του παρελθόντος. «Υπήρξε κάποτε ένας…», όπως «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν…». Λόγος με αλληγορίες, συμβολισμούς, κρύπτες, δαιδαλώδη και αδιέξοδα στενά, σκοτάδια και φώτα και λαβύρινθους και παράδοξα σχήματα, υπερρεαλιστικά…
Ένα κινηματογραφικό (ή θεατρικό) έργο
Και φαντάζεσαι κινηματογραφικά να διαβάζονται ή να λέγονται οι υβριδικές αυτές αφηγήσεις. Αντεστραμμένα. Παιδιά να τα διαβάζουν σε μεσήλικες, ώριμους και υπερώριμους. Επιλεγμένους. Μετά από οντισιόν του μεταφραστή του έργου (αποθανών ο συγγραφέας) και του σκηνοθέτη. Όλοι τους κλεισμένοι σε ένα δωμάτιο. Με τον όρο να φύγουν, αφού ακούσουν όλες τις αφηγήσεις. Και σε μια τεράστια οθόνη απέναντί τους να πρωταγωνιστούν οι ίδιοι, σε μια βουβή σκηνή με τόσο χρόνο όσο και η κάθε αφήγηση. Με μια μόνο βουβή σκηνή, την πιο χαρακτηριστική σκηνή της ζωής τους. Και οι μεσήλικες και οι ώριμοι και οι υπερώριμοι να ακούν, να βλέπουν και όλοι να καθρεφτίζονται ή να φωτογραφίζουν, να ανακαλούν, να αναγνωρίζουν: «Ο άντρας ζηλιάρης, ο άντρας τσιγκούνης, ο ξεχασιάρης άντρας, ο προσεκτικός άντρας, ο άντρας που έκανε καλό εμπόριο, ο άντρας που αγαπούσε τη Ζωή».
Ο ζηλιάρης που «ξέπλυνε από πάνω του τη ζήλια» και «στέκεται ασάλευτος και θροΐζει», ο τσιγκούνης που «έμεινε μόνος του…αφρόντιστος και ξεχασμένος», ο ξεχασιάρης άντρας που «ξέχασε τη ζωή», ο προσεκτικός άντρας «που φοβόταν να βγει από το σπίτι», ο άντρας που έκανε καλό εμπόριο και «ούτε και κοίταξε ξανά στον ουρανό για να μιλήσει με τα αστέρια», ο άντρας που αγαπούσε τη Ζωή και «καλωσόρισε τον Θάνατο». Και άλλοι πολλοί… Όπως «ο άντρας που έχασε τα λογικά του» και «δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα από τα όνειρά του· παρεκτός τον φόβο και την απελπισία». Που «ξύπνησε αλαφιασμένος και άρχισε ευθύς να ψάχνει αλλά καθόλου δεν ήξερε τι έψαχνε».
Και η ψυχανάλυση να βαθαίνει, να βαθαίνει, να σκάβει, να σκάβει, να φτάνει στα σωθικά, και άλλοι μεσήλικες και ώριμοι και υπερώριμοι να κλαίνε δυνατά, άλλοι να δακρύζουν βουβοί
Και κάποιοι μεσήλικες και ώριμοι και υπερώριμοι να παρακαλούν ψιθυριστά τα παιδιά να σταματήσουν. Κάποιοι, σχεδόν όλοι, να ταράζονται, κάποιοι να φοβούνται, κάποιοι να τρομάζουν. Και τα παιδιά, πιο δυναμικά, να μη σταματούν τις αφηγήσεις. Και η ψυχανάλυση να βαθαίνει, να βαθαίνει, να σκάβει, να σκάβει, να φτάνει στα σωθικά, και άλλοι μεσήλικες και ώριμοι και υπερώριμοι να κλαίνε δυνατά, άλλοι να δακρύζουν βουβοί, δάκρυα πολύμορφα και δυσερμήνευτα, άλλοι να παρακαλούν με χειρονομίες, άλλοι να ευγνωμονούν με χειρονομίες. Τα συναισθήματα να μεταβάλλονται. Και να περνούν στην κορύφωση. Έτσι βρεγμένοι από το κλάμα και το δάκρυ, να παγώνουν ή να στυλώνουν το βλέμμα τους κάπου. Και έτσι να τελειώνουν οι αφηγήσεις-υβρίδια. Όταν τα βλέμματα όλων είναι παγωμένα ή στυλωμένα. Και τα σώματα, άλλα καταρρέοντα και άλλα όρθια, στητά. Χωρίς να ζητούν απελευθέρωση από το δωμάτιο. Και να τελειώνει έτσι το κινηματογραφικό έργο. Γιατί όχι και θεατρικό;
Η μετάφραση στα ελληνικά
Ποίηση, διήγημα, κινηματογράφος, θέατρο, όλα μαζί. Υβριδικά. Η ισχυρά στοχαστική και ψυχογραφική αναγνωστική εμπειρία δίνει τα εύσημα στον συγγραφέα αλλά, εν πολλοίς, στον μεταφραστή Δημήτρη Τσεκούρα που φαίνεται -κατά τον ταπεινό αναγνώστη και μόνο- να κρατά αναλλοίωτο το ύφος, τον γλωσσικό χαρακτήρα και επομένως, το πνεύμα του έργου και του συγγραφέα. Άλλωστε, η μετάφραση ενός λογοτεχνικού έργου είναι λογοτεχνία και μάλιστα, βαθιά λογοτεχνία. Ο ίδιος ο μεταφραστής το δηλώνει αυτό έμμεσα στον πρόλογο του έργου με την αναφορά του στον μεταφρασμένο τίτλο του «Ο άντρας που έχασε τα λογικά του»: «Το κεφάλι του» στο πρωτότυπο αποδόθηκε μεταφραστικά με «τα λογικά του». Το δηλώνει και άμεσα σε συνέντευξή του στην ηλεκτρονική Athens Voice:
«Η μετάφραση μοιάζει πολύ με τον Έρωτα: Θέλεις να κάνεις εντελώς δικό σου κάτι που δεν πρόκειται να γίνει ποτέ εντελώς δικό σου. Και όπως ο Έρωτας, έτσι και η Μετάφραση απαιτούν και τα δύο, την απόλυτη πίστη και την απόλυτη απιστία. Ταυτοχρόνως. Να μην προδίδεις τίποτα και να είσαι υποταγμένος στο αρχικό κείμενο-σώμα αφενός, αλλά αφετέρου και την ίδια ακριβώς στιγμή να κάνεις του κεφαλιού σου και να γίνεσαι εσύ ο αφέντης του αρχικού κειμένου-σώματος. Πρόκειται για μία ισορροπία έτοιμη να τιναχθεί ανά πάσα στιγμή στον αέρα. Αλλά μόνο αυτές οι ισορροπίες αξίζουν τον κόπο: οι επικίνδυνες».
Οι ιστορίες ανδρών του Έρλομ Αχβλεντιάνι φιλοσοφούν και ψυχογραφούν, αναγκαίο και όμορφο σε μια εποχή ψυχρού και κυνικού ορθολογισμού που οδηγεί σε ανασφάλεια και κλυδωνισμό, ατομικό και κοινωνικό, κλυδωνισμό που μακάρι να κυοφορήσει κάτι μεγάλο και ανατρεπτικό, ανατρεπτικό της φθοράς και του κακού.
*Ο ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ είναι φιλόλογος.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Έρλομ Αχβλεντιάνι (Erlom Akhvlediani, 1933-2012) ήταν Γεωργιανός συγγραφέας και σεναριογράφος. Σπούδασε Ιστορία στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Τιφλίδας και συνέχισε την εκπαίδευσή του στο Κρατικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου στη Μόσχα.
Έγραψε, κυρίως, μυθιστορήματα, συλλογές διηγημάτων, μικρές πρόζες εν είδει παραβολών, και σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες. Για τα βιβλία του έχει λάβει, μεταξύ άλλων, το έγκριτο λογοτεχνικό βραβείο της Γεωργίας SABA, ενώ για το σύνολο της καλλιτεχνικής του προσφοράς έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο της πρώην ΕΣΣΔ.
Το εμβληματικό του έργο Ο Βάνο και ο Νίκο το έγραψε μόλις στην ηλικία των είκοσι πέντε ετών και είναι το πρώτο βιβλίο του που κυκλοφορεί στα ελληνικά.





















