
Ο ιχνηλάτης βιβλιοπωλείων και βιβλιοθηκών επιστρέφει με τον «Σάκο Εκστρατείας» του μιλώντας για βιβλία σαν να αφηγείται ιστορίες. Σήμερα, το δεύτερο μέρος για τις ΗΠΑ μέσα από τη λογοτεχνία.
Γράφει ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Είναι ένα είδος άμυνας, σθεναρής και αποτελεσματικής, το να επιστρέφεις σε ορισμένα βιβλία διαπιστώνοντας ότι δεν έχουν φθαρεί, απεναντίας μιλάνε μέσα από το χθες για το σήμερα, λες και εξακολουθούν να ανοίγουν δρόμους, ναι, να παραμένουν, δεκαετίες μετά τη συγγραφή τους, ρηξικέλευθα.
Ο Σάκος Εκστρατείας του Επίμονου Αναγνώστη είναι, μήνες τώρα, φορτωμένος με έργα ήδη διαβασμένα, τα οποία ξαναδιαβάζει ο κάτοχός του, αναμένοντας αναμμένος το τετράτομο θηρίο A Table for Fortune του υπερχαλκέντερου παλιοσειρά William Tanner Vollmann (28 Ιουλίου 1959), το οποίο συντίθεται από τρεις χιλιάδες τετρακόσιες σελίδες και ιστορεί την εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, πάει να πει τις ματσαράγκες της CIA, ανάμεσα στο 1968 και το 2019. Ένα εγχείρημα μεγαλόπνοο που θα το επικροτούσε ακόμα κι ο Νόρμαν Μέιλερ και που με κρατάει σε κατάσταση γόνιμης αδημονίας μέχρι να κυκλοφορήσει (τον Απρίλιο του 2026) και να το παραλάβω. Για την ώρα, ας μιλήσουμε σχετικά με ένα ανοξείδωτο ντεμπούτο και ένα συνταρακτικό κύκνειο άσμα που θίγουν ιστορίες της κοινωνικής ζωής στην Αμερική, ιστορίες οι οποίες, όπως μας διδάσκει το ογδοντάχρονο (!) αριστούργημα του Ρόμπερτ Πεν Γουόρεν Όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά (μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Πόλις) συνθέτουν τη μεγάλη τοιχογραφία της Ιστορίας.
Ο ένας από τους ευτυχώς εν ζωή τρεις μεταμοντέρνους μαΐστρους της αμερικανικής πεζογραφίας, συμβαίνει να είναι αυτός στον οποίο επανέρχομαι πιο τακτικά απ᾽ ό,τι στους άλλους δύο, τον Τόμας Πύντσον και τον, αμετάφραστο ακόμη στα ελληνικά, Τζόζεφ ΜακΈλροϊ (Joseph McElroy (21.08.1930).
Εννοώ, φυσικά, τον Ντον ΝτεΛίλο, ο οποίος, σήμερα που γράφονται τούτες οι αράδες, συμπληρώνει αισίως τα ογδόντα εννέα του χρόνια, και ο οποίος πριν από μισόν αιώνα και τέσσερα έτη, το 1971, τριανταπεντάχρονος τότε, κάνει την πρώτη του εμφάνιση και κατακτά μεμιάς (απαιτητικό) κοινό και (οξύνοες) κριτικούς με το μυθιστόρημα Americana (μτφρ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. Gutenberg).
Εδώ, ο ΝτεΛίλο δίνει την πρώτη του απάντηση στο ερώτημα τι να κάνουμε σε μια κοινωνία όπου, πίσω από την εκθαμβωτική φαντασμαγορία του american dream, σοβούν μικρότητες, ραδιουργίες, ψεύδη, μηχανορραφίες, άκρατες (αλλά ευτελείς) φιλοδοξίες, ενώ η μαίνεται η κιβδηλεία και πατινάρουν οι επιπόλαιες σχέσεις στο παγοδρόμιο της απάθειας.
Επιχρυσωμένα τίποτα συνάζονται στις σελίδες του Americana, ένα πλήθος αβαθών εξυπνάκηδων που αλληλοϋποσκάπτονται σε μίτινγκ εταιρειών, σαλόνια στελεχών, και αρένες του μπέιζμπολ. Ο ΝτεΛίλο ανατέμνει τα σίξτις. Και με τι νυστέρι!
«Η Αμερική, τότε όπως και αργότερα, ήταν ένα σανατόριο για στατιστικές κάθε είδους», σχολιάζει στη σ. 253. «Εμείς μεριμνούσαμε γι᾽ αυτές. Προσπαθούσαμε να τις καταλάβουμε. Κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να τις κάνουμε σωστά». Οι αριθμοί ήταν σημαντικοί, ήταν η άμυνα απέναντι στον τρόμο της αποκάλυψης του κενού (ο Μέιλερ θα μιλήσει για το οργιαστικό κενό εκείνων των καιρών), ήταν η μεταμφίεση της ιλιγγιώδους αναισθησίας σε μια κάποια εννοημάτωση. Και ήταν, βεβαίως, η ασπίδα απέναντι στην αμφιβολία. Αλλά η ζωή είναι μια διαρκής παραγωγή αμφιβολιών. Ο Ντοστογιέβσκι διαβεβαίωνε ότι περνώντας απ᾽ το καμίνι της αμφιβολίας έφτασε στην κατάκτηση κάποιων, παλλόμενων εντούτοις, βεβαιοτήτων.
Ο Ντέιβιντ Μπελ, ο νεαρός κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, θα περάσει μέσα από το απαστράπτον καμίνι της τηλεόρασης ώσπου να βρει έστω κάποια ψήγματα όντως εαυτού, να ανακαλύψει ότι η εικονικότητα είναι μια βιομηχανία θανάτου του εαυτού, ότι τα πίξελ τινάζουν στον αέρα τον κόσμο των αναμνήσεων, ότι είναι αβάσταχτη η πυκνοκατοικημένη έρημος μιας κοινωνίας που ομνύει αμέριμνα στην τηλοψία. Στρέφεται στην περιπλάνηση, ο νεαρός Μπελ, στην όσο πιο πολύ ανθρώπινη γίνεται σύναψη σχέσεων, στη διερώτηση για το τι σημαίνει αποδόμηση της φαινομενικότητας και ανασυγκρότηση της συνείδησης.
Αντλώντας υλικό από τις πιο προωθημένες κριτικές θεωρίες (Αντόρνο, Μποντριγιάρ, Ντεμπόρ) και από τις καλλιτεχνικές αβανγκάρντ, ο ΝτεΛίλο βάζει τον Ντέιβιντ Μπελ να προχωρήσει στην εννοημάτωση, να πει: «Το αληθινό έργο δεν μπορεί να βρεθεί στα θέατρα. Το αληθινό έργο ήμασταν εμείς και χρειαζόμασταν σκιές πάνω στις οποίες να χαράξουμε το φως μας, ταχύτητα για να κατακτήσουμε μια συνέχεια, απειροελάχιστα κενά για να φυτέψουμε τη συνείδησή μας» (σ. 533).
Τρεις δεκαετίες μετά το Americana, ο σπουδαίος Ουίλιαμ Γκάντις (William Gaddis, 29.12.1922 – 16.12.1998) θα στείλει, θα εκτοξεύσει, από τις πυροβολαρχίες του ουρανού, το εμπρηστικό υβρίδιο Αγάπη χαίνουσα (μτφρ. Γιώργος Μπέτσος, εκδ. Ποταμός), ένα σφοδρότατο μανιφέστο που θα ζήλευαν ακόμα και οι πιο ακραίοι λυσσασμένοι (enragés) και καταστασιακοί (situationnistes) του Μάη του 68.
Ο Γκάντις, ερείδεται και αυτός στην κριτική θεωρία, ιδίως στις θέσεις του Βάλτερ Μπένγιαμιν σχετικά με την εκμηχάνιση της τέχνης, προκειμένου να συντάξει, σοβαρά ασθενής και υπό το φάσμα του θανάτου, έναν σφύζοντα από ζωή ύμνο στην τέχνη και ένα δριμύτατο κατηγορώ ενάντια στην ολοένα και πιο ολέθρια πρωτοκαθεδρία του ψευδούς, του απατηλού, του πλαστού, του fake.
Δεδηλωμένα ερείδεται επίσης στα καταιγιστικά έργα του Τόμας Μπέρνχαρντ, μάλιστα παραθέτει αυτολεξεί κομμάτια από το Μπετόν (μτφρ. Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδ. Εστία), χωρατεύοντας γενναία καθώς του καταλογίζει λογοκλοπή ιδέων του προτού καν τις διατυπώσει!
Η μακάρια λήθη της διαλεκτικής, ο καλπασμός των απομιμήσεων, το προβάδισμα της τεχνολογίας έναντι της Τέχνης, η επινόηση του μηχανικού πιάνου, ήδη από το 1876, και η έλευση της τηλεόρασης, το 1927, ευθύνονται για το «κατρακύλισμα των πάντων» (σ. 60), για τον «πανταχού σαματά της αμερικανικής βιομηχανικής διαπάλης» (σ. 75), για το «βαρέλι της ποταπότητας που δεν έχει πάτο» (σ. 96).
Ο Γκάντις ξεσπάει· ούτως ή άλλως είχε καταπιαστεί διεξοδικά με το πλαστό και το κάλπικο στο μνημειώδες ντεμπούτο του The Recognitions (1955), αλλά εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με 936 σελίδες, μονάχα με εκατό στις οποίες η πύκνωση είναι τρομερή (κυριολεκτικά). Θρηνεί για την επιβολή του μαζικοδημοκρατικού ηθικισμού (όρος του αείμνηστου Παναγιώτη Κονδύλη), θρηνεί για το τέλος των ελίτ, για τον εξορισμό του ποιητή και της ποίησης, μιλάει επανειλημμένα για το ρολόγι άνευ ωρολογοποιού, και προς το τέλος αυτής της συνταρακτικής διαθήκης προσφέρει μιαν αινιγματική νύξη αισιοδοξίας γράφοντας ότι ενδεχομένως οι ελιτιστές ετοιμάζονται για έφοδο στα μετόπισθεν.
*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ είναι συγγραφέας και μεταφραστής. Τελευταίο του βιβλίο, η ποιητική σύνθεση «Το ποίημα λέει καλημέρα» (εκδ. Ιωλκός).
Απόσπασμα από το Americana:
Έχω τη μελαγχολία του Στίβεν Ντένταλους, και είναι μακρύς ο δρόμος ως τη Λέοπολντβιλ. Μαύρος πανικός στο φίλτρο του κινγκσάιζ Kent τσιγάρου μου. Έχουμε ξυπνήσει από τον εφιάλτη της ιστορίας, Μπήξτε το πιρούνι της λογικής σας στην ομελέτα με μανιτάρια (σ. 366)
Απόσπασμα από την Αγάπη χαίνουσα:
Η λογοτεχνική γλώσσα μας δεν ταιριάζει στην αγέλη των εκατομμυρίων κοινών θνητών επειδή ίσως δημιουργούν τη δική τους, έχεις πάει τελευταία σινεμά; Έχεις ακούσει τους στίχους τους τελευταία; Αφού σου λέω ξέρω ρε ηλίθιε σκατομπινέ άντε πήγαινε και γλείψε καμιά ψώλα όλοι έγιναν καλλιτέχνες σ᾽ αυτή τη δημοκρατία των τεχνών και βάλαμε μετά τον Ουόλτ Ουίτμαν να τραγουδά το ηλεκτρικό κορμί έτσι; (σ. 93)
























