21 Φεβρουαριου 2020

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:02:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΣΤΗΛΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Η δεκαετία του ’10: αποτιμήσεις και προοπτικές της πεζογραφίας μας

Η δεκαετία του ’10: αποτιμήσεις και προοπτικές της πεζογραφίας μας

E-mail Εκτύπωση

loukas vassilikosΗ ελληνική πεζογραφία των δέκα τελευταίων χρόνων στο μικροσκόπιο. Τάσεις, ρεύματα, θεματολογίες, η επιρροή της κρίσης στα μυθιστορήματα, τις νουβέλες και τα διηγήματα. Συγγραφείς που συντονίζονται με τον καιρό τους και άλλοι που συνεχίζουν τον μοναχικό τους δρόμο.

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη
Φωτογραφία © Λουκάς Βασιλικός

Η μακρά δεκαετία του '10 (2010-2019, την οποία εφεξής θα καταγράφω Δ'10) στην ουσία ξεκινά στις 23 Απριλίου 2010, όταν η χώρα μπαίνει επίσημα στα μνημόνια. Με κυβερνήσεις των Γιώργου Παπανδρέου (2009-2011), Λουκά Παπαδήμου (2011-2012), Αντώνη Σαμαρά (2012-2015), Αλέξη Τσίπρα (2015-2019) και Κυριάκου Μητσοτάκη (2019-), με εναλλαγή δηλαδή κεντρώων, δεξιών και αριστερών κυβερνήσεων, η χώρα διήνυσε την κρίση με τρία μνημόνια, με μεγάλες κοινωνικές αναταραχές, με διπολικό εμφυλιακό κλίμα, που άφησαν το στίγμα τους στην κοινωνικοπολιτική αλλά και στην πολιτισμική ζωή μας.

Τρία καθοριστικά δεδομένα που στιγμάτισαν τη δεκαετία αυτή είναι η μετανάστευση-προσφυγιά, η οποία κορυφώθηκε με τον πόλεμο στη Συρία και τον φονταμενταλισμό του Isis[...], η τρομοκρατία, που έδρασε ακόμα και μετά τη σύλληψη της 17Ν, και η καταστροφή της φύσης [...].

Η πολιτική αντιπαλότητα, που δοκίμασε τη δημοκρατία, η πρώτη φορά Αριστερή κυβέρνηση, οι εμφυλιακές αντιδικίες, η Χρυσή Αυγή με τον ναζιστικό της λόγο και τις ναζιστικές πρακτικές είναι μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Δ’10. Στο ίδιο κλίμα καθοριστικά επέδρασαν η οικονομική κρίση, τα σκάνδαλα κι οι δίκες επιφανών υπουργών, η ανεργία, η περικοπή των εισοδημάτων των Νεοελλήνων, η φυγή πολλών νέων στο εξωτερικό, οι Αγανακτισμένοι και οι λοιπές κινητοποιήσεις, οι σχέσεις μας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και κυρίως με τη Γερμανία. Σε επάλληλους κύκλους δεν πρέπει να ξεχνάμε τις σχέσεις με τα υπόλοιπα κράτη, όπως με τη Βόρεια Μακεδονία, με την οποία υπογράψαμε τη Συνθήκη των Πρεσπών (2018), την Τουρκία και τις απειλές της, τις ΗΠΑ και τη σχέση έλξης και άπωσης που διέπει το θυμικό των Ελλήνων κλπ. 

Τρία καθοριστικά δεδομένα που στιγμάτισαν τη δεκαετία αυτή είναι η μετανάστευση-προσφυγιά, η οποία κορυφώθηκε με τον πόλεμο στη Συρία και τον φονταμενταλισμό του Isis, αλλά πάντα τροφοδοτούνταν από τις υπανάπτυκτες χώρες της Εγγύς και Μέσης Ανατολής, η τρομοκρατία, που έδρασε ακόμα και μετά τη σύλληψη της 17Ν, και η καταστροφή της φύσης, που είτε ως κλιματική αλλαγή είτε ως ρύπανση εκδικήθηκε τον άνθρωπο και προκάλεσε φονικούς ολέθρους. Παράλληλα μ’ αυτά, μικρά, μεσαία ή μεγάλα θεωρήθηκαν το κλείσιμο και το ξανάνοιγμα της ΕΡΤ, η μάχη για τις άδειες των τηλεοπτικών σταθμών, η προπαγάνδα του Τύπου, η επέκταση του διαδικτύου και η επικράτηση των κοινωνικών μέσων, οι αθλητικές επιτυχίες και αποτυχίες, ο Λάνθιμος κι ο ελληνικός κινηματογράφος, η Αμφίπολη και το Μουσείο της Ακρόπολης (που άνοιξε το 2009), τα ανθρώπινα δικαιώματα και η προστασία τους, τόσο για τους αλλοδαπούς που ζουν υπό άθλιες συνθήκες, εγκλωβισμένοι στη χώρα μας, όσο και για τους ντόπιους που βιώνουν τις επιπτώσεις της οικονομικής ύφεσης, ο εμφανής ή αφανής ρατσισμός, ο κλονισμός κι η εδραίωση της δημοκρατίας, η παγκοσμιοποίηση…

alt
alt
alt

Σ’ αυτό το ρευστό σκηνικό, όπου κάθε κίνηση και κάθε ιδεολογία φέρει το στίγμα της κρίσης αλλά και της αναζήτησης νέων σταθερών, η λογοτεχνία πού κινήθηκε; Μπόρεσε να παρακολουθήσει τις εξελίξεις, άλλαξε η ίδια ρότα, ανοίχτηκε ή κλείστηκε στον εαυτό της, ανέλυσε –και πώς– την ελληνική κοινωνία και ποια έργα της έμειναν (και θα μείνουν, αν μπορούμε να το εκτιμήσουμε) στον Κανόνα της ελληνικής γραμματείας;

Το ΔΙΗΓΗΜΑ σε αγαστή άμιλλα με το μυθιστόρημα συνεχίζει να δίνει πολύ καλά δείγματα. Ναι, το μυθιστόρημα προσπαθεί να ανέβει σε ποιότητα και σε εύρος, να αποτυπώσει τη σύγχρονη πολύπλευρη πραγματικότητα, να διευρύνει τα όριά του, να ξεπεράσει τις παγιωμένες του σταθερές. Ναι, το μυθιστόρημα δοκιμάζει τις αντοχές του, γίνεται υβρίδιο, φλερτάρει με τον non-fiction, χρησιμοποιεί τα εξωλογοτεχνικά τεκμήρια, γίνεται σπονδυλωτό που θέλει να συναρμόσει ποικίλες ιστορίες, συντήκει ρεαλιστικά, μοντερνιστικά και μεταμοντέρνα στοιχεία. Προσπαθεί να ισορροπήσει τη γλώσσα με τη δομή. Αλλά το ελληνικό διήγημα δεν έπαψε να προσφέρει τη δυνατότητα για μεγάλη ένταση σε πολύ μικρή έκταση, να οδηγεί στη μέγιστη δυνατή απόλαυση του όλου αλλά και των μερών, να χρησιμοποιεί τη γλώσσα μέσα στη μικρή του έκταση –χωρίς να χρειάζεται να συστήσει μια πολυδιάστατη πλοκή–, να μετατραπεί ή να υιοθετήσει το σχόλιο, τον στοχασμό, τον κοινωνικό ή πολιτικό προβληματισμό.

Το ίδιο συμβαίνει και στις νουβέλες, οι οποίες άλλοτε τείνουν προς τη διηγηματογραφική πυκνότητα, περιεκτικότητα και εστίαση, κι άλλοτε προς τη μυθιστορηματική πολυπλοκότητα, την ανάδειξη πληρέστερων πεδίων και την εμβάθυνση σε ευρύτερους και βαθύτερους χώρους. Ίσως η μικρή φόρμα χρωστά πολλά στα σεμινάρια δημιουργικής γραφής, που δούλεψαν και δουλεύουν το μικρό, επιμένοντας σε ό,τι μπορούν να διδάξουν.

Τη Δ’10 συνεχίζει να γράφει με την ίδια πάντα ποιότητα ο κορυφαίος εν ζωή διηγηματογράφος μας, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης: Το 2011 δημοσιεύει το Περιπολών περί πολλών τυρβάζω, το 2014 τον Νοέμβριο και το 2017 το Ντεπό. Τα περισσότερα από τα διηγήματα του Γ. Σκαμπαρδώνη δεν συστήνουν απλώς έναν ιστό αράχνης που καλύπτει τη θεσσαλονικιώτικη ζωή, αλλά οργανώνουν ένα πλέγμα συνδέσεων, παραλληλισμών, αντιθέσεων και αντιστίξεων, με αποτέλεσμα να συντίθεται ένα κράμα υψηλής αισθητικής και έντονης συγκρουσιακής συγκίνησης. 

Άλλοι διηγηματογράφοι που ξεχωρίζουν είναι ο Δημοσθένης Παπαμάρκος (Μεταποίηση, 2012, και Γκιακ, 2014) με την παλαιική ατμόσφαιρα να εξαίρει τον θάνατο, τη βία, την τιμή των απλών ανθρώπων· ο Γιάννης Παλαβός (Το αστείο, 2012, και Το παιδί, 2019) με τη φύση να διαλέγεται με τον άνθρωπο σε μια αναμενόμενη βία· η Ελισάβετ Χρονοπούλου (Φοράει κοστούμι, 2013) με τα ρεαλιστικά διηγήματά της να πραγματεύονται τον Άλλο, τον εκτός μέσου όρου σημερινό συνάνθρωπο· η Μαρία Κουγιουμτζή (Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου;, 2011 και Όλα μπορούν να συμβούν μ' ένα άγγιγμα, 2016) με τα σκληρά σκηνικά και τις άγριες συναντήσεις· altη Λένα Κιτσοπούλου (Μεγάλοι δρόμοι, 2010, και Το μάτι του ψαριού, 2015) με τα υπερβολικά, ακραία, προβοκατόρικα κείμενά της να βγάζουν από τα ρούχα του τον μέσο βολεμένο Έλληνα, επειδή προκαλούν ένα απρόσμενο σοκ.

Άλλες συλλογές που αξίζουν –και προσέχθηκαν λίγο ή πολύ– είναι το Γυναικών (2010) του Μιχάλη Γκανά, οι Ιστορίες του Χαλ (2011) του Γιώργου Μητά, Το κουμπί και το φόρεμα (2012) του Σωτήρη Δημητρίου, Ο Λένιν στον Άγιο Αντώνιο (2012) της Μέμης Κατσώνη, Η αθανασία των σκύλων (2013) του Κώστα Μαυρουδή και το Εκατό (2013) του Γιάννη Ευσταθιάδη, Οι ανησυχίες του γεωμέτρη (2014) της Λίλας Κονομάρα, η Λίγη φλόγα, πολλή στάχτη (2015) του Γιάννη Ατζακά και Το μαύρο κουτί της μνήμης τους (2015) της Δώρας Κασκάλη, το Νυχτερινό ρεύμα (2015) του Κώστα Κατσουλάρη και οι Οι χυδαίες ορχιδέες (2015) της Έλενας Μαρούτσου, Η αλεπού της σκάλας και άλλες ιστορίες (2015) του Ηλία Παπαμόσχου και η Νυχτερίδα στην τσέπη (2015) του Θοδωρή Ρακόπουλου, Το τέρας στο μετρό (2017) της Βασιλικής Ηλιοπούλου, Όπως και αν έρθει αυτό το βράδυ (2017) του Διονύση Μαρίνου και το Αλφαβητάρι εντόμων (2018) της Δήμητρας Κολλιάκου.

altΜεταξύ διηγήματος και νουβέλας κινείται ο Αχιλλέας Κυριακίδης (Κωμωδία, 2010, 360, 2013, Σώμα, 2017, και «Το μουσείο των τύψεων», 2018), που στήνει μπορχεσιανά παιχνίδια για να αναδείξει το βαθύτερο υπόστρωμα της Ιστορίας. Τη δεκαετία αυτή άφησε πιο σθεναρά το στίγμα του, καθώς συνδύασε το χιούμορ, τα τεχνάσματα τύπου Oulipo και τη μεταμοντέρνα αφηγηματικότητα, για να αποκαλύψει πίσω από τα φαινόμενα ένα ολόκληρο σύστημα παράλληλων ερμηνειών και να εγκαθιδρύσει την προσομοίωση ως ισοδύναμη με το όποιο πρωτότυπο.

Σταματώ την ονοματολογία. Η δεκαετία του ’10 στιγματίστηκε από την οικονομική ύφεση, η οποία ανέδειξε την πολιτική και πολιτισμική κρίση της χώρας. Ολόκληρη η κοινωνία βυθίστηκε σε μια πρωτοφανή δίνη, όπως σκιαγράφησα αδρομερώς παραπάνω, γεγονός που θέτει αμέσως το ερώτημα πόσο αυτό αντικατοπτρίστηκε –σε ευθέα ή λοξά κάτοπτρα– στην πεζογραφία των ετών αυτών.

Μπορούμε διερευνητικά να δούμε τα ίχνη αυτής της κρίσης σε μερικούς συγγραφείς που βούτηξαν την πένα τους στο ελληνικό δράμα. Βέβαια, η λογοτεχνία δεν κοινοποιεί και δεν καταγράφει την κρίση, αλλά την συναντά πλαγίως, την αντανακλά ως εποικοδόμημα και την ερμηνεύει εκ των υστέρων.

altΚαταρχάς, το ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ, το είδος που υιοθετεί τη δημοσιογραφική ετοιμότητα για να εγκολπωθεί την επικαιρότητα, βρίσκεται πιο κοντά στο σήμερα και αναδεικνύει άμεσα τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας. Μπορεί να εξακολουθεί να παίζει τα αφηγηματικά του παιχνίδια μεταξύ γνώσης, παραπλάνησης και αποκάλυψης, αλλά πλέον το ευρύτερο σκηνικό μεταφέρεται από τα ιδιωτικά κίνητρα στα ευρύτερα κοινωνικοπολιτικά. Ο πατριάρχης της σύγχρονης σχολής αστυνομικής λογοτεχνίας, ο Πέτρος Μάρκαρης, παρά τη μανιέρα που τον διακρίνει, προσεγγίζει τη χρεοκοπημένη Ελλάδα μέσω της «Τριλογίας της κρίσεως». Στο στόχαστρο τίθεται τόσο η τοκογλυφική στάση των τραπεζών (Ληξιπρόθεσμα δάνεια, 2010) και το φορομπηχτικό κράτος κι οι επιτήδειοι φοροφυγάδες (Περαίωση, 2011) όσο και ένα εφιαλτικό σενάριο μιας Ελλάδας με δραχμή, με στάση πληρωμών, με συλλογικό ανασκούμπωμα αλλά και με ακροδεξιές επιθέσεις (Ψωμί, παιδεία, ελευθερία, 2012). Αλλά και κατόπιν, συνέχισε να χαρτογραφεί την πολιτισμική μας κρίση με την άνοδο της ακροδεξιάς ρητορικής και πρακτικής, που συνδυάστηκε με τον εμφυλιοπολεμικό διχασμό (Τίτλοι τέλους, 2014), με τις εξωχώριες εταιρίες και τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, τα διαπλεκόμενα αλισβερίσια, το αφανές σύστημα πολιτικού συμφεροντολογισμού (Offshore, 2016), με την πανεπιστημιακή διαφθορά (Σεμινάρια φονικής γραφής, 2018) και με την υποκρισία πίσω από τις δημοφιλείς κοινωφελείς οργανώσεις (Η εποχή της υποκρισίας, 2019).

Με όλα αυτά τα βιβλία μπορούμε να συνοψίσουμε την κοσμοθεωρία του Πέτρου Μάρκαρη: στην κοινωνία υπάρχουν άνθρωποι ή φορείς που επανειλημμένα δρουν με σκοπό το προσωπικό συμφέρον και αντίθετα με το κοινωνικό, γεγονός που τους φέρνει αντιμέτωπους με το κοινό αίσθημα περί δικαίου. altΗ αστυνομική λογοτεχνία την οποία υπηρετεί ο πεζογράφος είναι έντονα πολιτική. Ο ίδιος, αριστερός, πιστεύει σε μια κοινωνία όπου οι αδικίες και οι αυθαιρεσίες δεν θα υπάρχουν, επειδή θα απουσιάζουν οι συνθήκες που γεννούν την παθογένεια. Κατηγορεί μάλιστα τη γενιά του Πολυτεχνείου, επειδή η εύκολη εγκαθίδρυση της οδήγησε στη γενικότερη νοοτροπία τής άκοπης προόδου και της πολιτικής ασυλίας, η οποία μακροπρόθεσμα οδήγησε στη σημερινή κρίση.

Πέρα από τον Πέτρο Μάρκαρη, η αστυνομική λογοτεχνία, που συνέζευξε το αίνιγμα με την κατόπτευση της κοινωνικής παθογένειας, ασχολήθηκε altμε την κρίση μέσω των αστέγων που γέμισε η Αθήνα, όπως ο Βασίλης Δανέλλης στη Μαύρη μπίρα (2011), θέμα που ανέδειξε πρόσφατα και ο Νίκος Χρυσός στο (μη αστυνομικό) Καινούργια μέρα (2018). Θέματα που επιπολάζουν είναι μεταξύ άλλων ο άνομος πλουτισμός εις βάρος των άλλων, η χρυσαυγίτικη σφοδρότητα κι η μετανάστευση, η πολιτική σήψη, η τρομοκρατία, η διαφθορά της αστυνομίας και η επιχειρηματική αυθαιρεσία (Γρ. Αζαριάδης, Κ. Μαργαρίτης, Τ. Μιχαηλίδης, Ε. Γιαννάκη κλπ.). 

altΑπό την άλλη, τα πολύ καλά αστυνομικά έργα της δεκαετίας δεν φλερτάρουν στενά με την κρίση αλλά ανοίγουν άλλους δρόμους στη σκέψη: η Αφιέρωση του Αντώνη Γκόλτσου (2016) φέρνει στον ίδιο παρονομαστή την ατομική και την πολιτική ζωή, Ο κρυφός πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών (2016) του Δημήτρη Μαμαλούκα καταπιάνεται με την τρομοκρατία και μάλιστα με τις περίφημες Ερυθρές Ταξιαρχίες της Ιταλίας τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, ο Άνθρωπος στο τρένο (2016) του Βασίλη Δανέλλη προβάλλει δίπλα στην όποια αντικειμενική πραγματικότητα τις πολλαπλές υποκειμενικές αλήθειες, το Ας πέσουμε (2016) του Δημήτρη Καπετανάκη, που αναμειγνύει μυστήριο, κοσμοπολίτικη υδραίικη ατμόσφαιρα και νεανική επαναστατικότητα σε ένα καλογραμμένο νουάρ. Κι από εκεί και πέρα ξεχωρίζω οπωσδήποτε τον Δύτη (2018) του Μίνωα Ευσταθιάδη, μυθιστόρημα που είναι περισσότερο τραγωδία με τους αρχαιοελληνικούς όρους, τυλιγμένη σε μορφή μυθιστορήματος, όπου η μοίρα, η ανθρώπινη δραματικότητα, τα πολλαπλά διλήμματα και το κόστος που το καθένα έχει, η διπλή υπόσταση του ατόμου ως θύτη και θύματος κ.λπ. κανοναρχούν τη ζωή και τις ατραπούς της.

alt

Ξαναγυρίζω στην ΚΡΙΣΗ. Ποικίλες πτυχές της γέννησαν πολύ καλά μυθιστορήματα και διηγήματα που προσπάθησαν να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν τα μικρά και τα μεγάλα. altΟ Χρήστος Οικονόμου λ.χ., κυρίως με το Κάτι θα γίνει, θα δεις (2010) και Το καλό θα ’ρθει από τη θάλασσα (2014), επιχειρεί να αναδείξει πώς τα θύματα της κρίσης δεν είναι εντελώς ανήμπορα αλλά μπορούν να περιμένουν ή να επιδιώξουν το θαύμα. Με τη μίξη αριστερών και χριστιανικών ιδεών αναζητά τις επιπτώσεις της στους αδύναμους της κοινωνίας και την ψυχική τους στάση απέναντι σ’ αυτήν. Στο Ενυδρείο (2014) ο Γιώργος Κουτσούκος καταδεικνύει ότι ο σύγχρονος Έλληνας νιώθει διπλά αποτυχημένος, τόσο στον επαγγελματικό τομέα όπου πλήττεται από την κρίση, όσο και στην προσωπική του ζωή, η οποία –και εξαιτίας της ύφεσης– ταλανίζεται από τη μοναξιά και τα ερωτικά αδιέξοδα. 

Η ΕΡΓΑΣΙΑ γενικότερα απασχόλησε τη δεκαετία που έφυγε πολλούς νέους κατά βάση συγγραφείς, μάλλον επειδή αυτοί αντιλήφθηκαν όχι μόνο την αυτονόητη αξία της, altαλλά και την κεντρική της θέση που έχει η παρουσία ή η απουσία στους ευρύτερους κύκλους της ζωής (οι Άκης Παπαντώνης, Κώστας Περούλης, Δημήτρης Μεσορράχης και Αγγελική Σπανού –στις πρωτόλειες καταβάσεις τους στη λογοτεχνία Καρυότυπος (2014), Αυτόματα (2015), Η ανάβαση (2017) και Απαρατήρητοι (2019) αντίστοιχα– εισήγαγαν την τεχνική ιδιόλεκτο και τη μηχανιστική αντίληψη της εργασίας στο λογοτεχνικό σύστημα, για να δείξουν παραλληλισμούς και αντιθέσεις μεταξύ της θετ(ικιστ)ικής σκέψης και της ψυχολογικής διάστασης του ανθρώπου).

altΘα μιλήσω λίγο εκτενέστερα για τον ρατσισμό που αναδείχθηκε σε βασικό πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας, όχι μόνο με τον ιδεολογικό διχασμό ανάμεσα στους Ακροδεξιούς και τους Αριστερούς, αλλά και ανάμεσα στη βία που προκαλείται και στην ανάγκη να συμβιώσουν ο μέσος όρος των Ελλήνων με τους ξένους. Ο Γιάννης Τσίρμπας στην εξαιρετική νουβέλα Η Βικτώρια δεν υπάρχει (2013) παρουσιάζει την πλατεία Βικτωρίας σε τρεις εκδοχές ως συνεκδοχή της ελληνικής πραγματικότητας των τελευταίων δεκαετιών: η τωρινή Βικτώρια είναι έρημη, με κλεισμένα μαγαζιά, με εξαθλίωση, με βία και ρατσισμό, ενώ η εξιδανικευμένη Βικτώρια της δεκαετίας του ’80 φαίνεται αθώα, παιδικά ενδιαφέρουσα, με το χρώμα της εποχής, που ωστόσο δεν είναι τόσο ιδανική, αφού αποδεικνύεται ότι η βία δεν είναι νεόκοπο φαινόμενο, αλλά ένδημο κρούσμα της κοινωνίας δεκαετίες τώρα. Η βία κι ο πολιτικός διχασμός γίνεται αντικείμενο πραγμάτευσης και στους Γίγαντες και φασόλια (2019) του Τάκη Καμπύλη, που αναφέρεται στην ιστορία του αναρχισμού στην Ελλάδα του 20ου αιώνα και στις συγκρούσεις του με την Άκρα Δεξιά στις αρχές του 21ου.

altΟ ρατσισμός συνδέεται με την έλευση των ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ, θέμα που το πραγματεύεται ο Γιάννης Μακριδάκης (Όλα για καλό, 2017) σε έναν έξοχο παραλληλισμό των αποδιοπομπαίων αλλοδαπών με τους παραγκωνισμένους λεπρούς άλλων εποχών στη Χίο. Ανοίγω μια παρένθεση για να εστιάσω στο θέμα της μετανάστευσης, της ελληνικής αυτή τη φορά, που έγινε πάλι επίκαιρο. Το πραγματεύονται το 2015 δύο ελληνίδες συγγραφείς, η Μαρλένα Πολιτοπούλου στην Πηνελόπη των τρένων για τους Έλληνες μετανάστες στη Γερμανία της δεκαετίας του ’60 κι η Κάλλια Παπαδάκη στους Δενδρίτες για τους Έλληνες της Αμερικής. altΗ παρουσία των αλλοδαπών στην Ελλάδα απασχολεί την ίδια χρονιά και τον Τηλέμαχο Κώτσια, ο οποίος στις νουβέλες του Οι δεινόσαυροι των Αθηνών. Ταξίδι σε λάθος χώρα. πιάνει τον σφυγμό της σύγχρονης Ελλάδας μέσα από τις παρωνυχίδες της κρίσης και με δυο αλληγορίες αναπτύσσει τον ρόλο των τραπεζών και τους κινδύνους για όποιον ξένο βρεθεί στη χώρα.

Ξαναγυρίζω στον Γιάννη Μακριδάκη, ο οποίος είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση που προβάλλει εντός και εκτός των βιβλίων του την αντικαταναλωτική του ιδεολογία. Τόσο στη ζωή του όσο και στα βιβλία του προβάλλει τους ήρωές τους, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν το πιο αυθεντικό κομμάτι του λαού, που ατόφιο και γνήσιο, θυμόσοφο κι αντισυμβατικό, αντιστρατεύεται μια παγιωμένη κατάσταση την οποία ο μέσος αλλοτριωμένος άνθρωπος θεωρεί φυσική. Η ζωή τους αντίκειται στην (άδικη) νομιμότητα των ανθρώπων και των κοινωνιών, στην επίσημη Εκκλησία και την κοινωνική κατακραυγή, την οικονομική καταδυνάστευση, τις εθνικιστικές αξίες και τον καταναλωτισμό κ.λπ. Έτσι, ο πεζογράφος άλλοτε βάζει τον λαό να αγκαλιάζει παλιές παραδοσιακές αντιλήψεις που έχουν ήδη φθαρεί, για να τις υπονομεύσει, κι άλλοτε τον βάζει να στέκεται με μια θαυμαστή αυθεντικότητα απέναντί τους, για να καυτηριάσει τον βολεμένο αστικό τρόπο ζωής, που έχει συνηθίσει στην απληστία, στην υποταγή στο χρήμα, στο επίσημο κοινωνικό μοντέλο χωρίς αντιστάσεις και πολιτισμικά αναχώματα (από τα έργα του μέσα στη δεκαετία ξεχωρίζω τα Ήλιος με δόντια, 2010, Η άλωση της Κωσταντίας, 2011, και Όλα για καλό, 2017).

alt

altΤα κείμενα του Γιάννη Μακριδάκη είναι γνήσια δείγματα μιας ΝΕΟ-ΗΘΟΓΡΑΦΙΑΣ, που δημιούργησε τη δεκαετία του 2000 ένα δίπολο, το οποίο κάρπισε και στην προκείμενη δεκαετία: από τη μία η επιστροφή στο χωριό, στις αντιλήψεις και στις στάσεις ζωής της υπαίθρου κι από την άλλη η παγκοσμιοποίηση με το αγκάλιασμα όλων των εθνών, μέσα στην πολυφωνία και τον ανταγωνισμό τους. Ο Μιχάλης Μακρόπουλος στο Δέντρο του Ιούδα (2014) και στο Μαύρο νερό (2019) σκιαγραφεί τη βαριά σκιά των ηπειρωτικών βουνών στις βουβές ανθρώπινες μορφές, που ωστόσο πορεύονται αλληλένδετα· altανάλογα η Γεωργία Τάτση στο Χορό στα ποτήρια (2013) αναδεικνύει την τιμή, ο Γιώργος Παπαδάκης με τον Ταχυδρόμο του (2018) οδηγεί τον αναγνώστη στην Κρήτη της δεκαετίας του ’50, ο Δημήτρης Κανελλόπουλος με τον Θάνατο του Αστρίτη και άλλες ιστορίες (2018) εξαίρει την ηθική που στηρίζεται στο άγραφο δίκαιο των χωριών της Ηλείας, βγαλμένο από τις εποχές των κοινοτήτων, γαλβανισμένο από το χριστιανικό πνεύμα και την αίσθηση της τιμής, κι η Δήμητρα Λουκά στο Κόμπο τον κόμπο (2019) δίνει φωνή στους αδικημένους και τις αδικημένες της Ιστορίας, που υφίστανται εθνικά δεινά, εμφύλια τραύματα, οικογενειακή κι έμφυλη καταπίεση.

altΑυτή η επιστροφή στο μικρό, το τοπικό και το ντόπιο (προσθέτω εδώ και τις δύο συλλογές του Γιάννη Παλαβού, τις οποίες ανέφερα παραπάνω), φαίνεται ίσως μια στροφή σε πιο συντηρητικές εκδοχές της ζωής και νοοτροπίες. Ταυτόχρονα, όμως, εστιάζει πιο πολύ στο εσωτερικό των ανθρώπων, καθώς αναζητεί σ’ αυτούς το γνήσιο υπόβαθρο που ίσως έχει χαθεί στο αστικό περιβάλλον. Είναι μια έκκεντρη αφήγηση που κλονίζει την πρωτοκαθεδρία τόσο του έθνους όσο και της παγκοσμιοποίησης, δημιουργώντας έναν τρίτο μικρό πόλο, ο οποίος αναζητά και κατασκευάζει μια ιδιαίτερη ταυτότητα. Ακριβώς επειδή ο σημερινός άνθρωπος αισθάνεται κουκκίδα στον λαβύρινθο της πόλης, στον απρόσωπο χώρο του έθνους, ο οποίος εκφράζεται υδροκεφαλικά από την πρωτεύουσα, και στον ωκεανό της παγκοσμιοποίησης, αποπειράται να βρει γραμμές άμυνας στο γενέθλιο μέρος και στην παράδοσή του. Κι αυτό τονίζεται επιπλέον από την επιλογή της διαλέκτου, καθώς αναζητείται ένα ιδιαίτερο ύφος, μακριά από την ουδέτερη εθνική γλώσσα, και επιχειρείται η γλωσσική ανοικείωση.

altΣτο άλλο άκρο, νεοελληνικά μυθιστορήματα κατά βάση της δεκαετίας που πέρασε ανοίγονται στην ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ και προβληματίζονται για την παγκόσμια κοινωνία, στην οποία ο διεθνισμός, η πολυπολιτισμικότητα, ο πλουραλισμός, οι διασταυρώσεις, οι ταυτότητες, οι ανταλλαγές πολιτισμικού κεφαλαίου, οι πολιτικές αλληλεπιδράσεις κυριαρχούν. Τα κείμενα πολλαπλασιάζονται σταδιακά: Η ενοχή της αθωότητας (2011) της Ιωάννας Μπουραζοπούλου, σε μια πανευρωπαϊκή σκακιέρα, δοκιμάζει τα όρια της δημοκρατίας, της ελευθερίας, της κρατικής εξουσίας, της δύναμης της τέχνης και της διανόησης· το Ίσλα Μπόα (2012) του Χρήστου Αστερίου αποτελεί μια παρωδία των τηλεοπτικών παιχνιδιών επιβίωσης τύπου Survivor, όπου μια πολυφωνική ορχήστρα συντελεστών κινείται σε μια σκακιέρα συμφερόντων, σχέσεων, επιχειρηματικών (μιντιακών) στρατηγικών και προσωπικών βλέψεων· στην Άγρια Δύση (2013) altτου Μιχάλη Μοδινού η παγκοσμιοποίηση δείχνει τη σαθρότητα της τεχνικής και καταναλωτικής εξέλιξης που αλλοιώνει τη φύση και καταπιέζει τα συναισθήματα των ανθρώπων – φυσικά μέσα στην πολιτισμική κυριαρχία της Αμερικής.

Στο Από το πουθενά (2015) του Μισέλ Φάις, οι πολυάριθμοι χαρακτήρες, που παρελαύνουν στα διάφορα σκηνικά, είναι τα ποικίλα πρόσωπα της παγκοσμιοποίησης, όχι των μεγάλων κεφαλαίων και του διεθνούς jet set, αλλά των απλών ανθρώπων που είναι στην ουσία Ένας (συγγραφέας, ο οποίος υπηρετεί με συνέπεια μια (μετα)μοντερνιστική γραφή, που κινείται άλλοτε παροξυσμικά κι άλλοτε πολυπρισματικά στην τήξη του ατομικού και του συλλογικού, όπως στο Lady Cortisol, 2016)· Οι επόπτες (2016) του Μιχάλη Μιχαηλίδη έρχονται να αμφισβητήσουν το αφήγημα της διαρκούς προόδου της νεωτερικότητας, ενώ το Nyos. Η τελετή της αθωότητας» (2016) του Βασίλη Δρόλια altεμφανίζει την παγκοσμιοποίηση ως σύμπλεγμα πολυεθνικών συμφερόντων, που διοικούν την υφήλιο και εντέλει αυτό που ονομάζουμε «πολιτισμός» είναι η οικονομική διάσταση μιας ωραιοποιημένης συνθήκης καταπάτησης δικαιωμάτων και καταστολής κάθε ανθρώπινης ελευθερίας.

Καθένα από τα παραπάνω κείμενα συλλαμβάνουν πτυχές της παγκοσμιοποίησης έξω από τα όρια της Ελλάδας, μετακινώντας τον αναγνώστη από μια μικρή περιφέρεια της οικουμένης σε ένα ευρύτερο εδαφικό και πολυεθνικό πλαίσιο. Έτσι, ξεφεύγουν από το ιθαγενές ιστορικό πεδίο, συλλαμβάνουν τον Έλληνα ως πολίτη του κόσμου και αποκηρύσσουν την «πρόοδο», συζευγνύουν το μερικό με το γενικό, το μέρος με το όλο, το άτομο με την παγκόσμια κοινότητα και προωθούν τις ποικίλες πολυφωνικές γειτνιάσεις και ταυτίσεις. Μ’ αυτόν τον τρόπο, αφενός ο διεθνισμός εμφανίζεται ως η υποστήριξη των μικρών κοινωνιών –εθνών, κοινοτήτων κ.λπ.–, αφού η πολιτισμική ισοπέδωση και η οικονομοτεχνική πρόοδος δεν είναι τόσο ευπρόσδεκτη, ειδικά από την οπτική μιας μικρής γλώσσας-κουλτούρας-χώρας, κι αφετέρου προωθείται η ανάγκη για οικουμενική συναδέλφωση που θα δεν καταπιέζει τον άνθρωπο και τα δικαιώματά του.

altΕπιστρέφω στην κρίση που γεννά παράπλευρες νοοτροπίες, αναθεωρήσεις και τροπισμούς, οι οποίοι έμμεσα αντανακλώνται και στη λογοτεχνία μας. Αφενός αναδεικνύουν μορφές ΠΑΡΑΙΤΗΣΗΣ και ματαιότητας κι αφετέρου στήνουν σκηνικά ΔΥΣΤΟΠΙΑΣ για να αντικατοπτρίσουν το χάος. Η Βασιλική Πέτσα στο Δέντρο της υπακοής (2018), ο Άκης Παπαντώνης στο Ρηχό νερό, σκιές (2019) και η Μελανία Δαμιανού στη Λιτανεία του χρόνου (2019) πραγματώνουν μια τάση που σιγά σιγά αποδίδει καρπούς, αυτήν του σπονδυλωτού μυθιστορήματος, το οποίο αποτελείται από ξεχωριστές ιστορίες, που είναι ταυτόχρονα αυτόνομες και αλληλοσυμπλεκόμενες, χειραγωγώντας την ανάγνωση σε μια συνολική –έστω και αποσπασματικά δοσμένη– θεματική. Οι δημιουργοί των συγκεκριμένων έργων αισθητοποιούν τη φθορά και την απώλεια, την εξωτερική ερημιά, την εσωτερική κενότητα κι εντέλει την παραίτηση, βάζοντας τους ανώνυμους ή επώνυμους πρωταγωνιστές των μικρών στροβιλιζόμενων ιστοριών τους να νιώθουν εγκαταλελειμμένοι από θεούς και ανθρώπους, άδειοι από κάθε ιδεολογία, να φτάνουν στην οδύνη της διάψευσης και να αισθάνονται θύματα της Ιστορίας. altΜέσω, λοιπόν, των καταστροφών, που εξιστορούνται στα τρία βιβλία, εικονοποιείται ο συναισθηματικός εκμηδενισμός του ανθρώπου (του Έλληνα της κρίσης;), ο οποίος βρίσκεται έκθετος κι ευάλωτος μέσα στο χάος της μετα-ιστορικής εποχής.

Στα βιβλία της Δ'10 που διακρίνονται για ένα κλίμα μυστηρίου, στα όρια της δυστοπίας, θα κατέτασσα το Κράτα μου το χέρι (2012) του Δημήτρη Μαμαλούκα, που συναιρεί αλληγορία και αδιέξοδο, πολλά έργα του Δημήτρη Σωτάκη με αντιπροσωπευτικότερο τον Θάνατο των ανθρώπων (2012), την Αρχή του κακού (2012) της Μαρίας Φακίνου και το Κι αν δεν ξημερώσει (2013) της Μαρίας Κουγιουμτζή (μαζί με πολλά διηγήματά της), πεζογραφήματα τα οποία αποτελούν έργα συμβολιστικής γενίκευσης, το Γίνε ο ήρωάς μου! (2015) του Θωμά Συμεωνίδη, altπου αποκαλύπτει τις πολιτικές ευθύνες σε ένα λαβυρινθώδες τοπίο, τον Ιάκωβο (2016) του πρωτοεμφανιζόμενου Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου, που δομεί σχέσεις και υπόγεια συναισθήματα, το Καληνύχτα καλούδια μου (2018) του Νικήτα Παπακώστα, και πολλά άλλα, όπως της Ιωάννας Μπουραζοπούλου, της Αργυρώς Μαντόγλου κ.ο.κ.

Όλα αυτά τα κείμενα είναι φορτωμένα ερωτηματικά που μένουν εκκρεμή μέχρι τέλους ή απαντώνται με αόριστες ή συμβολιστικές απαντήσεις, αποτυπώνουν συχνά ένα καφκικό κλίμα αοριστίας και κινδύνου κι εμφανίζουν το φανταστικό ή το μεταφυσικό. Αν τα συσχετίσουμε με την οικονομική κρίση και την ανασφάλεια που αυτή συνεπάγεται, την ανεργία, την κινδυνολογία που εντείνεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το δυσοίωνο μέλλον κ.λπ., εύκολα συμπεραίνουμε ότι, ενώ όλα κυλούν και ακολουθούν τους κανόνες της Ιστορίας, υπάρχει πάντα κάτι, εκεί στον περιβάλλοντα χώρο, που απειλεί, που μπορεί ξαφνικά να σκάσει σαν βόμβα, που εγκυμονεί κινδύνους και αναταράξεις…

altΜίλησα παραπάνω για το κραταιό στις μέρες μας αστυνομικό μυθιστόρημα, το οποίο απασχολεί κοινό και κριτικούς, όχι τόσο για την αισθητική του αξία όσο για την κοινωνική του ματιά. Άραγε, το ιστορικό μυθιστόρημα που για δεκαετίες κέρδιζε την εύνοια της ελληνικής σκέψης εξακολουθεί να παράγει καρπούς; Η απάντησή μου είναι καταφατική –μολονότι το είδος έχει εξασθενίσει–, αφού ο Έλληνας πάντα θεωρεί το παρελθόν προνομιακό χώρο εθνικής συνείδησης, αναζήτησης των αιτίων της σημερινής του κατάστασης, ισχυρό πεδίο διαλεκτικής με το παρόν…

Βασική περίοδος που κερδίζει τα βλέμματα όλων είναι καταρχάς ο ΕΜΦΥΛΙΟΣ και, κατόπιν, «παραδόξως» η ίδια η ΚΑΤΟΧΗ που ξαναεμφανίστηκε στο προσκήνιο. Η κορύφωση του διχασμού μεταξύ Δεξιών και Αριστερών, διχασμού που η κρίση επανέφερε, κινητοποιεί τις γραφίδες, αλλά η λογοτεχνία, ανατρέχοντας σε εκείνη την περίοδο, δεν προσπαθεί τόσο να τονίσει την έχθρα και να δικαιώσει την τάδε ή τη δείνα ιδεολογία, όσο να εξιχνιάσει τις ρίζες της παθογένειας ολόκληρης της μεταπολεμικής και μεταπολιτευτικής περιόδου. 

altΗ Σοφία Νικολαΐδου με την τριλογία της Απόψε δεν έχουμε φίλους (2010), Χορεύουν οι ελέφαντες (2012) και Στο τέλος νικάω εγώ (2017) φτιάχνει κύκλους γύρω από τον Εμφύλιο, πορευόμενη ταυτόχρονα προς τα εμπρός και προς τα πίσω. Με πολιορκητικό κριό το πανεπιστημιακό μυθιστόρημα και με μεταμοντέρνο σχήμα την ιστοριογραφική μεταμυθοπλασία, η συγγραφέας αναψηλαφεί θέματα της Ιστορίας μας, ξεκινώντας από το 1943 και τους δωσίλογους, οι οποίοι δεν ήταν πάντα δεξιοί αλλά συχνά αρριβίστες και ιδεολογικά επαμφοτερίζοντες, συνεχίζει με τη δολοφονία του Τζορτζ Πολκ στα 1948 και τελειώνει πρωθύστερα με τον Εθνικό Διχασμό του 1916: η έρευνα δεν είναι ποτέ ουδέτερη αλλά ιδεολογικά προσανατολισμένη, η Ιστορία δεν γράφεται άπαξ αλλά αναθεωρείται συνεχώς, η αλήθεια δεν είναι μονοσήμαντη.

Η Μαριλένα Παπαϊωάννου ξεκινά την πεζογραφική της πορεία από τη Μικρασιατική καταστροφή με τον Νικήτα Δέλτα (2013) και καταλήγει στον Εμφύλιο με το Κατεβαίνει ο Καμουζάς στους φούρνους (2016) και στις φυλακές Βούρλων Πειραιά. Πάλι προβάλλεται η ιδέα ότι οι προσωπικές διαμάχες ευθύνονται εξίσου για τους εφιάλτες των δεινοπαθούντων κι ότι η τέχνη μπορεί να σώσει την κλονισμένη ψυχοσύνθεσή τους. altΟ Δημήτρης Νόλλας στο Ταξίδι στην Ελλάδα (2013) αναδεικνύει την άλλη όψη της ήττας, αυτής των εξόριστων, των αυτοεξόριστων του εμφυλίου.

Η Αριστερά στην Ελλάδα, εμφυλιοπολεμική και μετεμφυλιοπολεμική, που κινούνταν τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό ενέπνευσε βιβλία, όπως Το χαστουκόδεντρο (2012) του Άρη Μαραγκόπουλου για τη ζωή του Αντώνη Αμπατιέλου στη φυλακή και τις προσπάθειες της γυναίκας του, Ο ζωγράφος του Μπελογιάννη (2013) του Νίκου Δαββέτα για τον θάνατο του Μπελογιάννη, Το απαραίτητο φως (2013) της Ντορίνας Παπαλιού για έναν φόνο μέσα σ’ αυτήν την κρίσιμη περίοδο που δεν είχε εμφυλιακά χαρακτηριστικά, η Νίκη (2014) του Χρήστου Χωμενίδη για τις διώξεις του Βασίλη Νεφελούδη, ιστορικού στελέχους του ΚΚΕ, η Λώρα, η τελευταία των Μαρξ (2013) της Ζέφης Κόλια και το Πολ και Λόρα, ζωγραφική εκ του φυσικού (2016) πάλι του Άρη Μαραγκόπουλου για τους επιγόνους του Μαρξ, altΟ Στάλιν στην Κολιμά (2017) του Δημήτρη Μπελαντή για μια εναλλακτική ιστορία ήττας του Στάλιν στον σοβιετικό εμφύλιο… 

Και δίπλα στο μεγάλο θέμα της εμφυλιακής σύγκρουσης κέρδισε έδαφος μέσα στη Δ’10 η Κατοχή όχι τόσο στην ηρωική της πλευρά απέναντι στους Γερμανούς όσο στην ανθρώπινη όψη της, στις απάνθρωπες δηλαδή εκφάνσεις της. altΤο εξαιρετικό μυθιστόρημα της Μαρίας Στεφανοπούλου Άθος o δασονόμος (2014) με μια πολυεστιακή αφήγηση επικεντρώνεται στη στάση του πρωταγωνιστή απέναντι στον πόλεμο, πρωταγωνιστή που ενσαρκώνει τη φύση και εκπέμπει το αντιπολεμικό του μήνυμα. Επίσης, η Έλενα Χουζούρη στο βιβλίο της Ο θείος Αβραάμ μένει πάντα εδώ (2016) αναφέρεται στις διώξεις των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, όπου το ιστορικό εμβολίζεται από το ατομικό κι εξετάζεται υπό το πρίσμα οικογενειακών αναμνήσεων, ο Θανάσης Σταμούλης στο πρωτόλειό του Η σκιά στο δέντρο (2016) γράφει με φοβερή δύναμη για την πείνα της Κατοχής, προσωποποιώντας αφηρημένες έννοιες, κι η Ελισάβετ Χρονοπούλου αναζητά στα διηγήματα του Έτερου εχθρού (2017) τον «έτερο» ή τους «ετέρους» εχθρούς (όχι απλώς τους Γερμανούς), που απειλούν όχι μόνο τη σωματική ακεραιότητα των ηρώων αλλά και την ηθική τους υπόσταση.

altΌσον αφορά στην ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ και στη διερεύνηση των όρων του, συγκρατώ την τοπική ιστορία, όπως την πραγματεύτηκε ο Κώστας Ακρίβος στο Ποιος θυμάται τον Αλφόνς (2010) για τη Μαγνησία, την κυπριακή τραγωδία στο Η Αϊσέ πάει διακοπές (2015) της Κωνσταντίας Σωτηρίου και την αρχαιότητα ως πεδίο εθνικής αυτογνωσίας, όπως επιχειρεί ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, που ασχολείται συστηματικά με την αρχαία Ελλάδα σε πολλά έργα του, ήδη από προηγούμενες δεκαετίες, ενώ στη Δ’10 ξεχωρίζουν Το ξυπόλητο σύννεφο (2010) για τον Αριστοφάνη και τον Σωκράτη και η Σελάνα (2018) για την ανοικοδόμηση του Παρθενώνα. Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος μάς εισάγει στο είδος της αλληγορίας, μιας ιστορίας δηλαδή που εμφανώς αντικατοπτρίζει τη νεοελληνική πραγματικότητα και τη μοίρα του ανθρώπου. Στην Επιδημία (2011) ο αρχαίος θεός της Μετριότητας ενσκήπτει στη σύγχρονη Ελλάδα και ενσπείρει τη μανία της ποίησης, με αποτέλεσμα την εγκαθίδρυση της υποκουλτούρας ως καθεστώτος. 

Ακόμα καλύτερη ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ αποτελεί η Άγρια Ακρόπολη (2013) του Νίκου Μάντη, όπου στους μελλοντικούς καιρούς του «γενετικού καπιταλισμού» δοκιμάζονται οι αξίες της ισότητας και πάνω απ’ όλα επανακαθορίζεται η έννοια «ανθρώπινο ον», ταξιθετημένο με βάση τα βιολογικά του χαρακτηριστικά σε ανθρώπους και σε υπανθρώπους, έμμεση αντανάκλαση της τύχης των μεταναστών σε μια δυτική κοινωνία.

Το βιβλίο του Νίκου Μάντη μάς φέρνει στα χωράφια της επιστημονικής φαντασίας, τα οποία δεν έχουν καλλιεργηθεί επαρκώς σε ποσοτικό και ποιοτικό επίπεδο. altΤη δεκαετία που πέρασε μπορούμε να θυμηθούμε την τριλογία «Ο δράκος της Πρέσπας» με την Κοιλάδα της λάσπης (2014) και την Κεχριμπαρένια έρημο (2019) της μετρ του είδους Ιωάννας Μπουραζοπούλου και μια δειλή εμφάνιση κειμένων που φέρνουν την ψηφιακή τεχνολογία να παντρεύεται με τη νευρολογία (και τη μεταφυσική ενίοτε), όπως στο φιλόδοξο Ίσος Ιησούς (2017) του Γιώργου Παναγιωτίδη. Η τεχνολογία είναι το μέλλον που θα απασχολήσει σίγουρα πιο ενεργά τη λογοτεχνία με όλα τα ηθικά διλήμματα που η επιστήμη θέτει, η βιοηθική εγείρει κι ο άνθρωπος τα συναντά, καθώς ταλαντεύεται ανάμεσα στην πρόοδο και την αξιοπρέπειά του. Αυτά τα ζητήματα πραγματεύεται πολύ εύγλωττα και η Καρολίνα Μέρμηγκα το 2013 στον Συγγενή (Ας μην ξεχάσουμε και την έξοχη βιογραφία που έγραψε η ίδια συγγραφέας Ο Έλληνας γιατρός το 2016). 

Η Δ’10 έφερε στο προσκήνιο πολλά θέματα που παρατηρούνταν και σε προηγούμενες εποχές, αλλά κορυφώνονται όσο περνά ο καιρός, κι η λογοτεχνία σπεύδει να θέσει τα κατάλληλα ερωτήματα, ώστε να ψηλαφήσει τις αλήθειες της και να γεννήσει προβληματισμούς. Από τη μια, η οικογένεια και η θέση της γυναίκας κι από την άλλη η τρομοκρατία και οι παρενέργειές της.

alt

altΑφενός, Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ αναδεικνύεται πλέον σε ποικίλες μελέτες που μέσα στη δεκαετία εκδόθηκαν, δείγμα των ποικίλων –πολιτισμικών και φιλολογικών- προσεγγίσεων οι οποίες αναδεικνύουν την αμφισβήτηση στον θεσμό της οικογένειας, την καταπιεστική της φύση, την απόσταση που χωρίζει τους νέους από τους γονείς, το χάσμα γενεών και την παρωχημένη νοοτροπία της προηγούμενης γενιάς που πνίγει τους νέους με τον κατεστημένο τρόπο σκέψης. Ειδικά η νέα γενιά είναι λαύρα για ένα πλέγμα υποκρισίας και καταπίεσης: ο λαβύρινθος της Μοναδικής οικογένειας (2013) του Λευτέρη Καλοσπύρου συμπλέκει πρόσωπα, σχέσεις και διαστάσεις, οι ήρωες-αντιήρωες του Μπλε υγρού (2017) της Βίβιαν Στεργίου επιχειρούν με βαθιές ανάσες να ξεφύγουν από τον βυθό της ελληνικής οικογένειας, είτε είναι ετεροφυλόφιλοι είτε ομοφυλόφιλοι, και τα Ρήγματα (2018) της Έλενας Γκιβίση προβάλλουν τη διαδοχή των γενεών, που, παρά την όποια απελευθέρωση, δεν έχει εγκαταλείψει ίχνη κομφορμισμού και έμμεσης καταπίεσης. altΑλλά και η μεγαλύτερη γενιά βλέπει την παθογένεια της οικογένειας, όπως η Νίκη Αναστασέα στο Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι (2012) που δοκιμάζει τα υλικά των οικογενειακών σχέσεων και τα βρίσκει σκάρτα. Στο ίδιο πλαίσιο, έχει αλλάξει απόλυτα το καθεστώς της ισότητας των δύο φύλων ή παραμένουν κρούσματα ανισότητας και καταπίεσης; Μερικές συγγραφείς δηλώνουν τη φεμινιστική τους ματιά, που καταγγέλλει την έμφυλη καταπίεση, η οποία δεν είναι μόνο προϊόν της ανδρικής νοοτροπίας, αλλά και της γυναικείας ανοχής, αποδοχής και συγκάλυψης (Το δόντι του καρχαρία, 2016, από την Έλενα Ακανθιάς).

Αφετέρου, η ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ που απασχολεί την ελληνική κοινωνία σε όλη την περίοδο της μεταπολίτευσης δεν παύει να βρίσκεται στο επίκεντρο της πεζογραφίας, όχι μόνο στην ελληνική της εκδοχή αλλά και στην παγκόσμια σκηνή. altΤη δεκαετία του ’10 δημοσιεύτηκαν κείμενα με θέμα, πρωτεύον ή δευτερεύον, την τρομοκρατία, χωρίς όμως τη δύναμη και την ποιότητα, που θα την αναδείκνυε πραγματικά. Ξεχωρίζω το Ωστικό κύμα (2016) του Νίκου Δαββέτα, όπου μια ελληνίδα μάνα ανακαλύπτει ότι ο γιος της συμμετείχε υποστηρικτικά σε μια τρομοκρατική επίθεση ισλαμιστών στο Λονδίνο. Έτσι, αποκαλύπτεται πώς η επαναστατικότητα μετατρέπεται σε βία, ακόμα κι έξω από τα σύνορα του έθνους ή της θρησκείας. 

altΤο θέμα της αντιεξουσιαστικής κινητοποίησης αλλά και της αντιαμερικανικής τρομοκρατίας της δεκαετίας του ’80 είναι ένα από τα πολλά θέματα που συμπλέκονται στο σκηνικό της Αθήνας στο καλύτερο ίσως μυθιστόρημα της δεκαετίας, στους Τυφλούς (2017) του Νίκου Μάντη, που εκφράζει με οικουμενικά υλικά το ελληνικό χάος. Οι Αγανακτισμένοι του Συντάγματος διασταυρώνονται με τους Ακροδεξιούς, που έλκουν την καταγωγή τους από κινήσεις μέσα στη Χούντα, οι διάφορες ερμηνείες της κρίσης συναντάνε θεωρίες συνωμοσίας, κρυμμένες αλήθειες κι εθνικιστικές δοξασίες, οι απόηχοι της ακροαριστερής τρομοκρατίας της πασοκικής Ελλάδας φτάνουν στο σήμερα… Πολιτικό, αστυνομικό, υπαρξιακό, συνωμοσιολογικό, περιπετειώδες, το μυθιστόρημα αυτό χτίζει ιστορίες μέσα σε ιστορίες και παράλληλα σύμπαντα κάτω από τα επίκαιρα γεγονότα. Δεν είναι μόνο η λαβυρινθώδης πολυπλοκότητα, αλλά και η ένθεση του ενός κόσμου μέσα στον άλλο, σε βαθμό που ο αναγνώστης να μην καταλαβαίνει τι είναι πραγματικότητα και τι ψευδαίσθηση, στοιχεία που το κάνουν ένα πανόραμα, τεθλασμένο και πολύπτυχο, της σύγχρονης εν κρίσει Ελλάδας.

Μέσα στον ορυμαγδό του πολιτικού, του κοινωνικού και εθνικού αναβρασμού, στο εύφλεκτο τοπίο της παγκοσμιοποίησης και στις ευρύτερες ζυμώσεις, η Δ’10 γέννησε κείμενα που σε ποικίλες μορφές ενθρονίζουν το ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ. altΕίτε μιλάμε για μυθιστορηματικές αυτοβιογραφίες, είτε για μυθιστορήματα που αναζητούν το εγώ στο παρελθόν του, είτε για προσωπικές μαρτυρίες και οικογενειακές αναζητήσεις, πλείστοι όσοι συγγραφείς αξιοποίησαν τη μυθοπλαστική αφήγηση για να δώσουν λογοτεχνικά ή μη έργα που συντίθενται με βάση το άτομο, τις μνήμες του και το συγκείμενο μέσα στο οποίο μεγάλωσε.

Ξεκινώ με τις αμιγείς αυτοβιογραφικές καταγραφές: από την Αγγέλα Καστρινάκη στις αφηγήσεις της Και βέβαια αλλάζει! – Αφήγημα για τη μεταπολίτευση (2014) και ...Κάτι ν' αλλάξει! Μα πώς; (2019) ως τον Απόστολο Δοξιάδη με τον Ερασιτέχνη επαναστάτη (2018). Κι έπειτα τα ίδια τα μυθιστορήματα (και συλλογές διηγημάτων): Το βιβλίο της Κατερίνας (2013) του Αύγουστου Κορτώ, Με λυμένο χειρόφρενο (2014) της Μάρτυς Λάμπρου, Το χαρτόκουτο (2015) και Τυχερό (2017) του Κώστα Καβανόζη, altΓραφικός χαρακτήρας (2016) και Ολομόναχος (2018) του Νίκου Παναγιωτόπουλου, Walkabout: Προσδοκία ενός ξεκινήματος (2017) του Τάκη Κατσαμπάνη, Λεωφορείο – 19 στάσεις (2018) του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, Μπαρόκ (2018) της Αμάντας Μιχαλοπούλου, Γάλα Μαγνησίας (2018) του Κώστα Ακρίβου και Είμαι όσα έχω ξεχάσει (2019) του Ηλία Μαγκλίνη.

Τα αυτοβιογραφικά αυτά κείμενα οργανώνουν το υλικό τους πάνω στους άξονες του χρόνου και του τόπου, ενώ η Ιστορία ως άνυσμα στο πέρασμα των δεκαετιών και συνυφασμένη με τον γενέθλιο τόπο· συχνά ο αφηγητής αναζητά τη σχέση του με τον πατέρα, με τις οικογενειακές ρίζες, με τα μυστικά που στοιχειώνουν την Ιστορία και τις ιστορίες του ευρύτερου σογιού· και παράλληλα ο οικογενειακός κύκλος διασταυρώνεται με την κοινωνική, πολιτική και εθνική ιστορία. Τελικά, οι συγγραφείς αποπειρώνται να διερευνήσουν την ταυτότητα μέσω της συγγραφικής αυτοανάλυσης, να διερευνήσουν τις ρίζες του παρόντος στο άμεσο ή απώτερο παρελθόν, να εξακριβώσουν πτυχές της ζωής τους που δεν εξηγούνται παρά μόνο μέσω των προσωπικών ή συλλογικών βιωμάτων και μερικές φορές να ορίσουν τη συγγραφική τους πορεία.

alt

Ολοκληρώνοντας την ανασκόπηση της δεκαετίας του ’10, είναι αναγκαίο να παρουσιάσω ορισμένα ΚΟΡΥΦΑΙΑ ΕΡΓΑ και μερικούς ΣΤΑΘΕΡΟΥΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑ συγγραφείς, που δεν καλύπτονται από τις παραπάνω τάσεις.

altΚάθε δεκαετία κρατά στο προσκήνιο συγγραφείς των παλιότερων γενιών και εμπλουτίζει το λογοτεχνικό γίγνεσθαι με νέες γραφίδες. Από όσους έχουν γεννηθεί στα χρόνια πριν ή μετά το 1940, λίγοι είναι που διατηρούν ένα σταθερό πεζογραφικό προφίλ κι ακόμα λιγότεροι που διατηρούν μια υψηλή στάθμη ποιότητας. Τη Δ’10 ίσως αυτός που εξακολουθεί να παραγάγει πολύ καλά έργα είναι ο Αλέξης Πανσέληνος. Οι Σκοτεινές επιγραφές (2011) συστήνουν μια πολυπρόσωπη ιστορία, με παρέες και με γενιές, για να δείξουν τον πολιτισμικό διάλογο της γενιάς των 70 με τις νεότερες ηλικίες, altΗ κρυφή πόρτα (2016) φτιάχνει μια αλληγορία, όπου διαπιστώνεται ότι οι επιλογές απέναντι στους ανθρώπους μπορεί να συνοδεύουν το άτομο ας αεί, ώσπου κάποια στιγμή αυτές θα πάρουν την εκδίκησή τους, και τα Ελαφρά ελληνικά τραγούδια (2018) αποτελούν ένα πανόραμα της μεταπολεμικής καθημερινής ζωής που αντανακλά την Ιστορία, μια πολύμορφη προσωπογραφία της Αθήνας που πίσω από την ελαφρότητα δεν κρύβει τα τραύματα μιας ταραγμένης εποχής.

Από τις τρεις (συν μία) σημαντικές συγγραφείς της Κρήτης, η Ρέα Γαλανάκη γράφει για την κρίση στην Άκρα ταπείνωση (2015) και συμπληρώνει την κατάθεσή της με το Δυο γυναίκες, δυο θεές (2017), η Μάρω Δούκα, πέρα από την τριλογία της για τη σχέση του παρόντος με την Ιστορία στην Κρήτη, επανέρχεται πρόσφατα με δυναμικό τρόπο με την Πύλη εισόδου (2019) να σκιαγραφεί τη μέση Ελληνίδα που ζει με τις αντιφάσεις της κι η Ιωάννα Καρυστιάνη καταθέτει τα βραβευμένα Σακιά (2010), altόπου ο γιος γίνεται το μίασμα του σογιού και μόνο η (συνυπεύθυνη) μάνα του προσπαθεί εκ των υστέρων να ξαναβρεί τη χαμένη επαφή μαζί του, και τη συλλογή διηγημάτων Καιρός σκεπτικός (2011). Πάλι η οικογένεια βρίσκεται στο προσκήνιο, καθώς διερευνώνται οι ευθύνες της μάνας, κάτι που το κάνει και η Ελένη Γιαννακάκη στο Σναφ (2010) στο οποίο ορθώνει την τερατώδη μορφή ενός παιδεραστή, ώστε να αποτυπώσει πτυχές της πολιτισμικής μας παθογένειας, ενώ συμπληρώνει τη διαλεκτική των γενιών με το Σκούρο γκρι, σχεδόν μαύρο (2016).

Οι γυναίκες που φλερτάρουν με τον μαγικό ρεαλισμό εκπροσωπούνται φυσικά από τη Ζυράννα Ζατέλη όχι με τις βαλκανικές συνθέσεις της, αλλά με το εξομολογητικό Ηδονή στον κρόταφο (2011) και την Ευγενία Φακίνου που συνδέει τον ομηρικό Οδυσσέα με τη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία στο Τρένο των νεφών (2011).

altΑπό εκεί και πέρα, ο Θανάσης Βαλτινός κάνει λογοτεχνικές σκανταλιές στον Τελευταίο Βαρλάμη (2010) και στον Ανάπλου (2012), όπου παρωδεί την αληθοφάνεια, την ιστορική αξιοπιστία, τη λατρεία για τις βιογραφίες και τη δυνατότητα να αποδοθεί η πραγματικότητα. Ο Βασίλης Αλεξάκης συνεχίζει τον ελληνογαλλικό διάλογο με πολλά μυθιστορήματα, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει Η πρώτη λέξη (2011), όπου πάλι ο πεζογράφος εκθέτει τους υπαρξιακούς προβληματισμούς του περί γλώσσας. Στη δεκαετία, για την οποία μιλάμε, γράφει το –κατ’ εμέ- καλύτερο βιβλίο του ο Γιώργος Συμπάρδης, τις Μεγάλες γυναίκες (2015), όπου συζευγνύει το ιερό με το ερωτικό.

altΣτο άλλο άκρο του εκκρεμούς βρίσκονται νέοι σε ηλικία και νεοεμφανιζόμενοι, από τους οποίους περιμένουμε να συνεχίσουν τα πολύ καλά πρώτα τους δείγματα. Ξεκινώ με τον Χρίστο Κυθρεώτη, ο οποίος μετά την πρώτη πολύ καλή συλλογή διηγημάτων Μια χαρά (2014) επανήλθε το 2019 με το αρτιότατο μυθιστόρημά του Εκεί που ζούμε, έργο που βλέπει τον άνθρωπο υπό το πρίσμα των ποικίλων ρόλων του. Στην ίδια φουρνιά που εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια ανήκουν κι ο Ιάκωβος Ανυφαντάκης (κυρίως με τις Αλεπούδες στην πλαγιά, 2013), η Χριστίνα Καράμπελα (κυρίως με τον Ψίθυρο της Ευδοκίας, 2015), ο Κωνσταντίνος Πουλής (Ο θερμοστάτης, 2014), η Βασιλεία Γεωργίου (Η έκτη μέρα, 2015), ο Σωφρόνης Σωφρονίου (Οι πρωτόπλαστοι, 2015), η Καλλιρόη Παρούση (Κανείς δεν μιλάει για πεύκα, 2016), ο Παναγιώτης Κεχαγιάς (Τελευταία προειδοποίηση, 2016), ο Κώστας Τζήκας (Κομμένα, 2016), ο Γιάννης Γορανίτης (24, 2017) κ.ά. Πρόκειται για φρέσκες ματιές από τις οποίες προσδοκούμε νέους εύγευστους καρπούς μέσα στη δεκαετία του ’20.

Άφησα τελευταία, ανέντακτα στις παραπάνω κατηγορίες, ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΜΕΣΩΝ ΓΕΝΙΩΝ. Τα μεν πεζογραφήματα φιλοδοξούν να αποτελέσουν μέρη ενός υπό διαμόρφωση νεοελληνικού Κανόνα, οι δε δημιουργοί, με μια μακρά πορεία, αλλά και με αξιόλογα έργα μέσα στη Δ’10, καταξιώνονται τόσο στη συνείδηση της κριτικής όσο και του κοινού. Ξεκινώ από τους δεύτερους.

altΜια φωνή που σήκωσε ανάστημα και αναγνωρίστηκε ως πολύ σημαντική τη δεκαετία του ’10 είναι η Άντζελα Δημητρακάκη. Από το Αεροπλάστ (2015) και τις Τέσσερις μαρτυρίες για την εκταφή του ποταμού Ερρινυού (2016) ως την Τίνα – Η ιστορία μιας ευθυγράμμισης (2019) η συγγραφέας βρίσκεται σε διαρκή αναζήτηση ταυτότητας μέσα στο παγκοσμιοποιημένο σκηνικό, που είναι ρευστό και αν-ιδεολογικό. Οι χαρακτήρες της διακρίνονται από αριστερό διεθνισμό, αποπροσανατολιστικό ιδεαλισμό, μποέμ περιηγητισμό, αίσθηση ενός φιλελεύθερου κοινοτισμού κι αίσθημα μιας πνιγηρής ασφυξίας, ενώ οι προσωπικοί τους εγκλωβισμοί συνάπτονται με την πολιτική τους σκέψη κι ο ακαδημαϊκός κοσμοπολιτισμός τους με τα τραύματα της ζωής.

altΣτο πλαίσιο του κοσμοπολιτισμού κινείται κι η Αμάντα Μιχαλοπούλου, που ελίσσεται άνετα ανάμεσα στα είδη του μυθιστορήματος και του διηγήματος τα οποία υπηρετεί και σ’ αυτήν τη δεκαετία. Εκτός από τον αυτοβιογραφικό της απολογισμό, που ανέφερα παραπάνω, καταθέτει τα μυθιστορήματα Πώς να κρυφτείς (2010) και Η γυναίκα του Θεού (2014) καθώς και τη συλλογή Λαμπερή μέρα (2012). Ο διεθνισμός της κινείται μεταξύ Γερμανίας, λοιπής υφηλίου και Ελλάδας: ο διχασμός του εκπατρισμένου κόβει σαν μαχαίρι, κάθε λαός είναι και μια νέα πηγή εμπειριών και αισθημάτων, η διάσταση μεταξύ του εφικτού και του προσδοκώμενου και η σχέση της δημιουργικής δύναμης του ανθρώπου με την άχρονη φύση του Θεού λειτουργεί ως πρότυπο πνευματικών αναζητήσεων. 

altΛίγο νεότερος ο Δημήτρης Σωτάκης διαγράφει με τα έργα του δύο διακριτές γραμμές. Από τη μία, σκηνικά και αλληγορίες, όπου κυριαρχεί το καφκικό κλίμα μέσα στο οποίο μπορεί να εξηγηθεί ο παραλογισμός, το ανθρώπινο αδιέξοδο κι η αδυναμία διαφυγής από αυτό, όπως στο προαναφερθέν μυθιστόρημά του Ο θάνατος των ανθρώπων (2012). Από την άλλη, η παρωδιακή γραφή του, σε μεταμοντέρνο στυλ, εκπροσωπείται από την Ανάσταση του Μάικλ Τζάκσον (2014), η οποία ακολουθείται από ανάλογα έργα. Στο προκείμενο μυθιστόρημα ο μηδενισμός παίρνει τη μορφή της παντελούς απαξίωσης και του νιχιλιστικού ανικανοποίητου προς κάθε είδους ζωή.

altΆλλοι συγγραφείς που έχουν αξιόλογο έργο μέσα στη δεκαετία είναι ο Χρήστος Χρυσόπουλος με τη Γη του θυμού (2018) να ανατέμνει την οργή της ελληνικής κοινωνίας και Το σώμα του Τιρθανκάρα (2014) να περιηγείται στην Ινδία, υπηρετώντας την ταξιδιωτική λογοτεχνία, είδος που υπηρετούν με άξια λόγου έργα κι ο Γιώργος Βέης ή η Νίκη Τρουλλινού. Από την άλλη, η Σώτη Τριανταφύλλου, πολυγραφότατη συγγραφέας, καταστρώνει πολιτισμικά σενάρια, που κινούνται σε διαφορετικά μέρη και σε διαφορετικά είδη γραφής: στο Για την αγάπη της γεωμετρίας (2011) η αφηγήτρια αγαπά τη γεωμετρία και όχι τη νομική, δείγμα της εναντίωσής της στην πατρική κυριαρχία, ενώ στις Σπάνιες γαίες (2013) και στο Λούνα παρκ στο ιερό βουνό (2019) η πεζογράφος ασκεί κριτική στη σοβιετική κοινωνία. altΗ Έρση Σωτηροπούλου στα διηγήματα της συλλογής Να νιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα (2011) αποτυπώνει την ασυμβατότητα της εσωτερικής ζωής με τον εξωτερικό κόσμο και στο Τι μένει από τη νύχτα (2015) αναζητά αυτόν τον εσωτερικό κραδασμό που μετουσίωσε τον Κ.Π. Καβάφη από έναν ελάσσονα συμβολιστή και ρομαντικό ποιητή σε κορυφαίο λογοτέχνη. Ο Θωμάς Κοροβίνης ανδρώνεται στην ουσία μέσα στη Δ’10, με έργα όπως το πολυπρισματικό Ο γύρος του θανάτου (2010) για τον Δράκο του Σέιχ Σου και το '55 στα 2012 για τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης.

alt

altΠερνάω στα ιδιαίτερα καλά έργα της δεκαετίας, όσα δηλαδή δεν περιελήφθησαν στις τάσεις που προδιέγραψα. Είναι μυθιστορήματα που ξεχώρισαν τόσο ανάμεσα στα κείμενα των ίδιων των συγγραφέων τους, όσο και μέσα στη συνολική βιβλιοπαραγωγή, αποσπώντας συχνά βραβεία, επαίνους και αναγνώριση.

Παρόλο που ο συγγραφέας διακρίνεται για την οικολογικής στόχευσης λογοτεχνία του, θεωρώ ότι το καλύτερο βιβλίο του, πριν από την καλοδουλεμένη Εκουατόρια στα 2016, δημοσιεύτηκε το 2011. Πρόκειται για τη Σχεδία του Μιχάλη Μοδινού, που πραγματεύεται τη γέννηση του πίνακα «Η σχεδία της Μέδουσας» του γάλλου ζωγράφου Τεοντόρ Ζερικώ. Μ’ αυτήν την επιλογή, εστιάζει όχι στο ίδιο το συμβάν του ναυαγίου της «Μέδουσας» το 1816, αλλά στο περικείμενο πλαίσιο που έδωσε το πολιτικό και καλλιτεχνικό στίγμα. Πρώτα απ’ όλα, η πολιτική καταγγελία του πίνακα αναφέρεται στη μεταναπολεόντεια περίοδο, όπου ο βασιλιάς εξακολουθεί να λειτουργεί αποικιοκρατικά, κι έπειτα, ο ζωγράφος πέρα από το μήνυμα στέκεται στο ίδιο το έργο και κάνει τη δική του επανάσταση, αφού σπάει τους κώδικες του νεοκλασικισμού και μεταβαίνει στον ρομαντισμό.

altΤον επόμενο χρόνο γράφεται το πολύ ιδιαίτερο βιβλίο, που ερωτοτροπεί με την κρίση, αλλά μάλλον έχει άλλα κέντρα. Το μυστικό της Έλλης του Θεόδωρου Γρηγοριάδη εστιάζει στην ερωτική σχέση μεταξύ ενός παντρεμένου τριαντάρη και μιας άγαμης πενηντάρας. Ο συγγραφέας αποφεύγει τις μεγαλόστομες κορυφώσεις και κατεβάζει στην καθημερινότητα τους ήρωές του, δείχνει τις πτυχές της ψυχολογίας τους, δημιουργεί στιβαρές διαπροσωπικές σχέσεις και συνθέτει ένα έργο όπου κάθε επεισόδιο αποκαλύπτει πόσο η ανάγκη για ανθρώπινη επαφή υπερκερνά κάθε ιδιοτελή προσέγγιση, όταν το «δώσε» επικρατεί του «πάρε». Η σωματικότητα του έρωτα δίνει σταδιακά τη θέση της στην ανυστεροβουλία και το σύνηθες εκκρεμές πίστης και απιστίας ξεβολεύει αραχνιασμένες μοναχικότητες και σκουριασμένους γάμους.

altΟ Μάκης Τσίτας στο Μάρτυς μου ο Θεός (2013) φτιάχνει έναν πολύ συμπαθητικό ήρωα, που εντυπώνεται στον νου του αναγνώστη. Ο Χρυσοβαλάντης είναι ένας αφελής αφηγητής, που κινείται ανάμεσα στο εξομολογητικό και το λαϊκότροπο ύφος, μιλάει με ειλικρίνεια όσο κι αν δεν αντιλαμβάνεται τις αλήθειες που εκστομίζει. Ενσαρκώνει δηλαδή τις αντιφάσεις και τις ανασφάλειες του Νεοέλληνα κι εξιστορεί εν αγνοία του τις δικές του ευθύνες αλλά και της κοινωνίας που γεννά τέτοια πλάσματα.

Ιδιαίτερα δυνατή είναι η μικρή νουβέλα του Δημήτρη Ελευθεράκη Η δύσκολη τέχνη (2015), η οποία με πολύ οξύ ύφος και δριμύ κατηγορώ καταγγέλλει τη στάση του Νεοέλληνα απέναντι στον πολιτισμό, την Ιστορία και την τέχνη. Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή το γκράφιτι που έγινε πάνω στον τοίχο του νεοκλασικού κτηρίου του Πολυτεχνείου. Από την άλλη, δυο κυρίες το 2017 εμπλουτίζουν την πεζογραφία μας με αξιόλογα μυθιστορήματα: altαφενός, η Μαριάνα Ευαγγέλου με το Οστινάτο χρησιμοποιεί τη μνήμη σαν παλίμψηστο, αφού απλώνει δύο στρώσεις της σε ένα μουσικό οστινάτο, από τη μεσοπολεμική Ελλάδα και τους απόηχους της προσφυγικής κουλτούρας έως τη μεταπολεμική και μεταπολιτευτική καθημερινότητα. Αφετέρου, κι η Μαρία Τσιμά στο Λιθόστρατο διασταυρώνει τα νήματα ποικίλων αισθημάτων και κοινωνικών αντιλήψεων με παρακλάδια, όπως ο γάμος κι οι ασφυκτικές συμβάσεις του, ειδικά στην επαρχία, η συζυγική απάθεια και η ειλωτεία στον ζυγό, η σεξουαλική διαφυγή, το πάθος που νικά τα πάντα, η αξεδίψαστη ορμή του σώματος...

altΟ Ηλίας Μαγκλίνης στην Πρωινή γαλήνη (2015) δεν γράφει απλώς για τον πόλεμο της Κορέας, αλλά για τα όνειρα ενός παιδιού να γίνει πιλότος. Ο Φαίδων Ταμβακάκης στην Αναπαλαίωση, που δημοσιεύτηκε το ίδιο έτος, συνδέει τη θάλασσα και τη γυναίκα, υποδεικνύοντας ότι η επιστροφή στην Ιθάκη δεν ισοδυναμεί κατ’ ανάγκην με επιτυχία. Στην Οδύσσεια στηρίζονται και τα Ανεμώλια (2011) του Ισίδωρου Ζουργού, ο οποίος βάζει μια ανδροπαρέα να ταξιδεύει με ένα σκάφος στο Αιγαίο, αναζητώντας τους δικούς τους υπαρξιακούς προορισμούς, ενώ στις Ρετσίνες του βασιλιά (2019) βλέπει το χάσμα μεταξύ πατέρα και θυγατέρων σε ένα κείμενο που διασταυρώνει τον Βασιλιά Ληρ του Σαίξπηρ και τον Γαργαντούα του Ραμπελαί. altΟ Ανδρέας Μήτσου στον Αγαπημένο των μελισσών (2010) αξιοποιεί το τέχνασμα του σωσία, για να αναδείξει τις εμμονές του ανθρώπου που δύσκολα μπορεί να αποφύγει τη μοίρα του. Η Αργυρώ Μαντόγλου στη Λευκή ρεβάνς (2012) εστιάζει στις γυναίκες που, ενώ είναι ανεξάρτητες, είναι εξίσου ανυπεράσπιστες, για να καταδείξει το πλέγμα της βίας που επικρατεί. Η συγγραφέας δίνει την αξία που αναλογεί στον γυναικείο ψυχισμό μέσω ενός δικτύου κοινωνικών σχέσεων και σκοτεινών αλληλεπιδράσεων.

Πριν ολοκληρώσω, θέλω να επισημάνω την ΥΒΡΙΔΙΚΗ ΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΓΡΑΦΙΣΤΙΚΟΥ ΑΦΗΓΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ NON-FICTION ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ. altΤο πρώτο έδειξε αξιόλογα δείγματα μέσα στη Δ’10, με τον Soloúp να γράφει το Αϊβαλί (2014) και τον Συλλέκτη – Έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο (2018), τους Αβραάμ Κάουα, Αλέκο Παπαδάτο και Annie Di Donna τη Δημοκρατία (2015) και τους Τάσο Ζαφειριάδη, Γιάννη Παλαβό και Θανάση Πέτρου το Γρα-Γρου (2017). Η ιστορία συναντά την εικόνα, η λέξη την ατμόσφαιρα και η μυθοπλασία ανιχνεύεται τόσο στα κείμενα όσο και στις εικόνες. Όσον αφορά στο δεύτερο, πέρα από πολλά άλλα που προαναφέρθηκαν σε άλλες κατηγορίες αυτοβιογραφικής κυρίως φύσης, συγκρατώ το Επικίνδυνοι συγγραφείς του Κώστα Αρκουδέα, που κινείται ανάμεσα στο δοκίμιο και τη μυθοπλασία.

Δεν είναι όλα τα έργα που καταγράφω πολύ υψηλής ποιότητας – χωρίς να είναι κακής. Μερικά από αυτά τα συμπεριέλαβα, επειδή συγκαθορίζουν τις τάσεις που επικρατούν στη δεκαετία του ’10. Τα περισσότερα όμως είναι ή θα γίνουν ορόσημα, έχουν ήδη αφήσει το στίγμα τους και στο μέλλον θα θεωρηθούν, ευελπιστώ, εμβληματικά κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας και κριτικός βιβλίου. 
Τελευταίο του βιβλίο, η μελέτη «Βιβλιογραφία για τον Νίκο Καζαντζάκη» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης).

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Σύγχρονο Λατινοελληνικό: Ένα λεξικό σταθμός

Σύγχρονο Λατινοελληνικό: Ένα λεξικό σταθμός

Για το μνημειώδες αυτό Λεξικό εργάστηκαν, για δέκα περίπου χρόνια, δύο ομάδες ειδικών πανεπιστημιακών δασκάλων και κλασικών φιλολόγων υπό την επίβλεψη των καθηγητών Λατινικής Φιλολογίας του Α.Π.Θ. Δημητρίου Νικήτα και Λεωνίδα Τρομάρα (1949-2018)....

100 βιβλία του 2019 που ξεχωρίσαμε

100 βιβλία του 2019 που ξεχωρίσαμε

Ξεχωρίσαμε 100 βιβλία ελληνικής και μεταφρασμένης ποίησης και πεζογραφίας, καθώς επίσης δοκίμια και μελέτες για την Ιστορία, την κοινωνία, τον πολιτισμό.

Επιλογή: Book Press 

...
Δέκα αστυνομικά μυθιστορήματα για το 2019

Δέκα αστυνομικά μυθιστορήματα για το 2019

Δέκα αστυνομικά βιβλία του 2019 που ξεχώρισαν.

Της Χίλντας Παπαδημητρίου

Be careful what you wish for, έλεγαν οι παλιοί. Και να που βρεθήκαμε με στοίβες...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Η αχίλλειος πτέρνα του ανδρικού σεξισμού

Η αχίλλειος πτέρνα του ανδρικού σεξισμού

Για την παράσταση σύγχρονου χορού Εnter Achilles του Λόιντ Νιούσον, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. 

...

Ο πολυβραβευμένος συγγραφέας Larry Tremblay στην Αθήνα

Ο πολυβραβευμένος συγγραφέας Larry Tremblay στην Αθήνα

Ο πολυβραβευμένος Καναδός συγγραφέας Larry Tremblay έρχεται στην Αθήνα με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου «Ο πορτοκαλεώνας», το οποίο έχει αποσπάσει πολυάριθμα Καναδικά και Ευρωπαϊκά λογοτεχνικά βραβεία & έχει μεταφραστεί σε 20 γλώσσες. 

...
Πέθανε ο γκαλερίστας και συγγραφέας Αριστείδης Γιαγιάννος

Πέθανε ο γκαλερίστας και συγγραφέας Αριστείδης Γιαγιάννος

Την Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2020 έφυγε από τη ζωή ο γκαλερίστας και συγγραφέας Αριστείδης Γιαγιάννος. Ο Αριστείδης Γιαγιάννος διακρίθηκε στον χώρο των τεχνών, ως ιδρυτής της ιστορικής αίθουσας τέχνης Titanium, ως συγγραφέας δοκιμίων, λαογράφος και στιχουργός. 

...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube