
Το πεζογραφικό σύμπαν της Κλαούδια Πινιέιρο [Claudia Piñeiro] μέσα από τέσσερα μυθιστορήματα που μετέφρασε η Ασπασία Καμπύλη, για τις εκδόσεις Carnivora, αλλά και η συνολικότερη πολιτική και κοινωνική παρουσία της στην κοινωνία της Αργεντινής.
Γράφει η Φανή Χατζή
Η Κλαούδια Πινιέιρο (Claudia Piñeiro) είναι μια συγγραφέας-πρόταση των εκδόσεων Carnivora, οι οποίες τη συνέστησαν για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό ως μία από τις κορυφαίες συγγραφείς της Αργεντινής και την τρίτη πιο μεταφρασμένη συγγραφέα στη χώρα της μετά τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες και τον Χούλιο Κορτάσαρ.
Ενόψει της επίσκεψής της στη χώρα μας στο πλαίσιο του φετινού φεστιβάλ LEA, διαβάσαμε και τα τέσσερα «σαρκοβόρα» βιβλία της που κυκλοφορούν στα ελληνικά, όλα σε μετάφραση της Ασπασίας Καμπύλη, και τα παρουσιάζουμε αναλυτικά μαζί με τη συγγραφέα τους.
Κλαούδια Πινιέιρο: Η γραφή ως στοιχείο του DNA της
Η Κλαούδια Πινιέιρο γεννήθηκε το 1960 στο Μπουρσάκο, ένα προάστιο του Μπουένος Άιρες στο οποίο εκτυλίσσεται και το πιο διάσημο βιβλίο της, Η Ελένα ξέρει. Σπούδασε οικονομικά και όχι κοινωνιολογία, όπως ήθελε, καθώς η στρατιωτική δικτατορία του Βιδέλα είχε καταργήσει όλα τα τμήματα ανθρωπιστικών σπουδών στη χώρα. Μετά την αποφοίτησή της, εργάστηκε στον χρηματοοικονομικό τομέα και στα μέσα ενημέρωσης. Αργότερα, σπούδασε κινηματογραφική και θεατρική γραφή, ενώ παράλληλα συμμετείχε σε διάφορα σεμινάρια δημιουργικής γραφής, μεταξύ των οποίων και αυτό του συγγραφέα που αναγνωρίζει ως μέντορά της, του Γκιγιέρμο Σακομάνο [Guillermo Saccomanno].
Μολονότι ο βιοπορισμός από τη συγγραφή δεν είναι εύκολη υπόθεση στη χώρα της, έχει δηλώσει πολλές φορές ότι η γραφή ήταν εγγεγραμμένη στο DNA της και θυμάται τον εαυτό της να γράφει από μικρή. Πριν ακόμα εισχωρήσει πλήρως στον χώρο της λογοτεχνίας, εξάλλου, έγραφε με άλλες ιδιότητες, όπως αυτή της δημοσιογράφου. Σήμερα, έχοτνας πίσω της μια συγγραφική καριέρα είκοσι χρόνων, το βιογραφικό της μετρά δέκα βιβλία ενηλίκων, αρκετά σενάρια και θεατρικά έργα και μερικά παιδικά βιβλία. Η ίδια συνεχίζει να γράφει άοκνα, ενώ παράλληλα παραδίδει μαθήματα δημιουργικής γραφής και συμμετέχει σε επιτροπές βραβείων.
Έντονη ακτιβιστική δράση
Η Πινιέιρο είναι ένθερμη υποστηρίκτρια του φεμινιστικού κινήματος, των ΛΟΑΤΚΙΑ+ διεκδικήσεων και των δικαιωμάτων των αυτόχθονων της Αργεντινής, ενώ συμμετέχει ενεργά στο κίνημα Ni Una Menos και τον αγώνα του Πράσινου Μαντηλιού για τη νομιμοποίηση της άμβλωσης. Έχει υψώσει τη φωνή της κατά διαστήματα κατά της έμφυλης βίας, των γυναικοκτονιών, της διαφθοράς, της ακροδεξιάς ρητορικής. Οι ακτιβιστικές διεκδικήσεις της Πινιέιρο για ζητήματα αυτοδιάθεσης και αξιοπρέπειας στη ζωή και τον θάνατο, οι οποίες εμποτίζουν και τη γραφή της, την καθιστούν συχνά αποδέκτρια ύβρεων και απειλών.
Το 2023 δημοσιεύτηκε το μη μυθοπλαστικό βιβλίο της, «Escribir un silencio» (εκδ. Alfaguara), το οποίο συγκεντρώνει πολλές πολιτικές της παρεμβάσεις για τα παραπάνω θέματα, αλλά και κείμενά της για τη μητρότητα, την πανδημία, τη γραφή. Στην ίδια έκδοση συμπεριλαμβάνεται και η περίφημη ομιλία της ενώπιον της Γερουσίας υπέρ της ψήφισης του νόμου για την εκούσια διακοπή της κύησης. Πολύ πριν τη νομιμοποίηση της άμβλωσης στην Αργεντινή το 2021, η Πινιέιρο αγωνίστηκε για τη διεκδίκηση του δικαιώματος, τόσο μέσα από τον δημόσιο λόγο της όσο και τα γραπτά της. Οι απειλές του νέου προέδρου της Αργεντινής, Χαβιέρ Μιλέι να ποινικοποιήσει ξανά την άμβλωση, αλλά και τα αντίστοιχα οπισθοδρομικά κύματα στις ΗΠΑ και άλλες Δυτικές χώρες, αποδεικνύουν ότι το δικαίωμα δεν είναι τελικά αναφαίρετο και τα βιβλία της Πινιέιρο παραμένουν επίκαιρα.
Για το ζήτημα των αμβλώσεων στη γραφή της
Το ενδεχόμενο της μη επιθυμητής εγκυμοσύνης προκύπτει επανειλημμένα στην εργογραφία της σαν μια συγγραφική «εμμονή», όπως τη χαρακτηρίζει η ίδια. Η άμβλωση, μάλιστα, διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην πλοκή των δύο δραματικών της βιβλίων που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Η Πινιέιρο καταδεικνύει τη νομική υποκρισία της απαγόρευσης της άμβλωσης ως αποτέλεσμα μιας φαλκιδευμένης στάθμισης δικαιωμάτων ανάμεσα σε ένα έμβρυο και έναν ολοκληρωμένο άνθρωπο που στερείται επιλογής.
Η Πινιέιρο καταδεικνύει τη νομική υποκρισία της απαγόρευσης της άμβλωσης ως αποτέλεσμα μιας φαλκιδευμένης στάθμισης δικαιωμάτων ανάμεσα σε ένα έμβρυο και έναν ολοκληρωμένο άνθρωπο που στερείται επιλογής.
Κυρίως, όμως, η συγγραφέας υπογραμμίζει την υποκρισία της στέρησης του δικαιώματος σε μια νόμιμη και ασφαλή άμβλωση εις βάρος της ζωής ή υγείας της εγκύου. Η γραφή της Πινιέιρο μας εκθέτει στη φρίκη ανήλικων, ευάλωτων κοριτσιών που υπό τον φόβο της κατακραυγής οδηγούνται σε αυτοσχέδια ιατρεία, με παρωχημένες μεθόδους, χωρίς τις απαραίτητες άδειες και τις επαρκείς συνθήκες υγιεινής. Η απαγόρευση της λέξης «άμβλωση» στο σπίτι ή την εκκλησία, μας λέει η Πινιέιρο, δεν σταματά δια μαγείας μια συνηθισμένη τακτική, την καθιστά απλά πιο επισφαλή και στιγματιστική για όσες την ενεργούν.
Το latin noir – γραφή ως υφαντό
Ο Ανδρέας Αποστολίδης στην έκδοση Λάτιν Νουάρ – Η Λατινική Αμερική μέσα από τους συγγραφείς και τις αστυνομικές ιστορίες τους (εκδ. Άγρα) που συμπλήρωσε την κυκλοφορία του ομώνυμου ντοκιμαντέρ του, εντάσσει την Κλαούδια Πινιέιρο, την αποκαλούμενη «dama negra de la literatura argentina» του Μπουένος Άιρες, στο είδος του λάτιν νουάρ και συγκεκριμένα στη νέα μορφή που αυτό έλαβε τον 21ο αιώνα, οπότε οι δικτατορίες ανήκουν πια στο παρελθόν, αλλά «το σύστημα που τις εξέθρεψε παραμένει» (Λάτιν Νουάρ, σελ. 113). Η ίδια, παρόλο που συμμετείχε στο ντοκιμαντέρ, διατείνεται συχνά ότι τα βιβλία της εκφεύγουν του χαρακτηρισμού «νουάρ».
Το έγκλημα στην Πινιέιρο δεν είναι ένα μυστήριο προς επίλυση, αλλά μια ακραία έκφανση της βίας στην οποία ομνύει η κοινωνία.
Όλα τα βιβλία της Πινιέιρο που κρατάμε στα χέρια μας ξεκινούν με έναν θάνατο, μια πιθανή δολοφονία ή αυτοκτονία προς διερεύνηση, την οποία η συγγραφέας διαχειρίζεται διαφορετικά, χτίζοντας γύρω της ένα οικογενειακό δράμα, ένα σατιρικό ψυχόδραμα, ένα νουάρ ή μια τραγωδία. Σε όλα ανεξαιρέτως τα βιβλία, όμως, η διαλεύκανση του μυστηρίου δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά εξυπηρετεί την ανάδυση παγιωμένων παθογενειών, όπως η διαφθορά, οι ταξικές ανισότητες, η ανελευθερία, ο απολυταρχισμός. Το έγκλημα στην Πινιέιρο δεν είναι ένα μυστήριο προς επίλυση, αλλά μια ακραία έκφανση της βίας στην οποία ομνύει η κοινωνία. Η δομή της δεν είναι αυτή του παζλ, αλλά ενός υφαντού, στο οποίο αποκαλύπτεται πρώτα η καλή του πλευρά, μετά η ανάποδη, και στο τέλος όλες οι ραφές, οι σταυροβελονιές και τα ξέφτια του.
Αποδόμηση θεσμών
Με την κλιμάκωση της αφήγησης, η Πινιέιρο στοχεύει περισσότερο στην απογύμνωση του φαρισαϊσμού που συγκαλύπτει σαθρές κοινωνικές δομές, παρά στην κορύφωση της αγωνίας, εξού και το «μυστήριο» δεν διατηρείται ποτέ μέχρι τέλους. Η ευθύβολη κριτική της βάλει κατά θεσμών που έχουν όμορφο προσωπείο, αλλά υποκρύπτουν μυριάδες δεινά. Ξεσκεπάζοντας τον μανδύα νομιμότητας και κανονικότητας που συντηρεί η οργανωμένη θρησκεία, τα μίντια, η πολιτική, η Πινιέιρο εκθέτει διαρκώς την κοινωνική σήψη από τις ρίζες της.
Ιδιαίτερα σκληρή μοιάζει να είναι με την οικογένεια, «τον αλλόκοτο αυτό θεσμό, τον απαρτιζόμενο από μέλη που δεν διαλέγεις, αλλά είσαι καταδικασμένος να ανέχεσαι από γεννησιμιού σου» (σελ. 60, «Καθεδρικοί»). Η αργεντινή οικογένεια μέσα από το βλέμμα της Πινιέιρο βάλλεται διαρκώς από υπέρτερές της δυνάμεις, όπως η οικονομική ανέχεια, ο καθολικισμός, η πατριαρχία, ο συντηρητισμός, ο σεξισμός, και ταυτόχρονα γίνεται η ίδια χοάνη αυτών.
Η σημασία των χαρακτήρων – η γυναίκα της Πινιέιρο
Στο αιώνιο συγγραφικό ψευτοδίλημμα (πλοκή ή χαρακτήρες), η Πινιέιρο δίνει αισθητά μεγαλύτερη βαρύτητα στους πολυδιάστατους ήρωές της, φροντίζοντας κάθε τέλος να υπηρετεί κατά βάση το τόξο μεταβολής αυτών και όχι κάποια ευφάνταστη κατάληξη ή ανατροπή. Ηθικά γκρίζοι, θύτες και συνάμα θύματα, οι ήρωές της συχνά βρίσκονται σε πλάνη σχετικά με το μερίδιο ευθύνης τους, προσκολλώνται ευκαιριακά σε ηθικές πυξίδες, μεροληπτούν, και δικαιολογούν τις πράξεις τους με βάση τις θείες δυνάμεις. Μέσα από αυτούς τους ήρωες, η συγγραφέας μελετά τελικά το έγκλημα στις ηθικές/θρησκευτικές του διαστάσεις, εστιάζοντας στην ενοχή και στην αυταπάτη, στην αυτοδικία και την αυτοτιμώρηση.
Αποκαλύπτοντας τις κρυμμένες ταυτότητες πίσω από τα θέσφατα, δημιουργεί χαρακτήρες ανθρώπινους που εκτείνονται σε πολλές αποχρώσεις και όχι σε μανιχαϊστικά δίπολα.
Στο επίκεντρο, τέλος, της γραφής της, βρίσκεται η θέση της γυναίκας και οι παραδοσιακές αναπαραστάσεις της. Η γυναίκα νοικοκυρά, η γεροντοκόρη, η φαμ-φατάλ, η χήρα, η καλή μητέρα είναι όλες φωνές που τοποθετεί στο τιμόνι της αφήγησης η Πινιέιρο για να αποδομήσει μέσω αυτών τα ίδια τα στερεότυπα, αλλά και τα χαρακτηριστικά που αποδίδονται συνειρμικά σε αυτά. Αποκαλύπτοντας τις κρυμμένες ταυτότητες πίσω από τα θέσφατα, δημιουργεί χαρακτήρες ανθρώπινους που εκτείνονται σε πολλές αποχρώσεις και όχι σε μανιχαϊστικά δίπολα.
Τα βιβλία της που κυκλοφορούν στα ελληνικά
Η Ελένα ξέρει – Μια λοξή ματιά στη φροντίδα, την αναπηρία και την αυτοδιάθεση του γυναικείου σώματος
Από τότε που κυκλοφόρησε στα ελληνικά το βιβλίο Η Ελένα ξέρει (μτφρ. Ασπασία Καμπύλη, εκδ. Carnivora, 2020) μεσολάβησε η αγγλική έκδοση του Charco Press η οποία βρέθηκε στη βραχεία λίστα για το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ (2021) και η μεταφορά του στον κινηματογράφο (2023). Οι εκδόσεις Carnivora, όμως, είχαν ήδη από το 2020 ξεχωρίσει αυτό το κείμενο για να μας συστήσουν την Αργεντινή συγγραφέα ως το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα γραφής της, αυτό που μετουσιώνει όλα τα στοιχεία που σκιαγραφήσαμε ως χαρακτηριστικά στη βιβλιογραφία της. Γραμμένο το 2007, απέδειξε τη διαχρονικότητά του, παραμένοντας έως σήμερα επίκαιρο.
Η υπερήλικη Ελένα που πάσχει από πάρκινσον πλας, μια εκφυλιστική ασθένεια που νεκρώνει τα νεύρα και αδυνατίζει τους μύες, πασχίζει να εξιχνιάσει τον θάνατο της κόρης της. Το κρεμασμένο κορμί της Ρίτας στο καμπαναριό του χωριού υποδεικνύει ότι πρόκειται για αυτοχειρία, πόρισμα στο οποίο κατέληξε και η αστυνομία, αλλά η Ελένα ξέρει ότι τις ημέρες που έβρεχε η κόρη της δεν πατούσε στην εκκλησία, εξαιτίας ενός παιδικού τραύματος, άρα αποκλείεται να αυτοκτόνησε το παιδί της. Καθώς κάθε βήμα της Ελένα εξαρτάται από την επάρκεια λεβοντόπας στο σώμα της, πρέπει να ζητήσει βοήθεια για την εξιχνίαση του εγκλήματος. Πρέπει να βρει την κοπέλα στην οποία η κόρη της χρωστάει μια χάρη, την Ισαμπέλ. Εργαλειοποιώντας το αρτιμελές, ικανό της σώμα, θα ανακαλύψει την αλήθεια για την κόρη της.
(...), η αναπηρία στην Πινιέιρο δεν είναι ένα σύμβολο, όπως βλέπουμε συχνά να αντιμετωπίζεται στις αναπαραστατικές τέχνες, αλλά απτή πραγματικότητα με κοινωνικές και ατομικές διαστάσεις.
Η πορεία της Ελένα από το ένα σημείο της πόλης στο άλλο δίνεται σαν ένα διακεκομμένο οδοιπορικό, συντονισμένο στον ρυθμό των κινήσεων που της επιτρέπει το σώμα της. Κόντρα στη διάθεση του νου της να τρέξει, το σώμα της είναι ένα βαρίδιο, ένα φορτίο που επιβάρυνε την κόρη της, όπως αποκαλύπτουν σταδιακά οι αναδρομές στο παρελθόν. Όλη η πλοκή του βιβλίου βασίζεται σε μια διπλή φενάκη, μια αυταπάτη που έχει ανάγκη να πιστέψει η Ελένα για να συνεχίζει να παλεύει για τη ζωή της, ότι, αφενός η κόρη της δολοφονήθηκε και ότι η Ισαμπέλ χρωστούσε χάρη στην κόρη της. Γερμένη καθώς είναι συνεχώς προς τα κάτω, λόγω της ασθένειας, αδυνατεί να δει ευθεία, ακριβώς όπως παρωπιδικά αρνείται να αποδεχτεί την αλήθεια.
Με μοναδική εξαίρεση αυτόν τον συμβολισμό, η αναπηρία στην Πινιέιρο δεν είναι ένα σύμβολο, όπως βλέπουμε συχνά να αντιμετωπίζεται στις αναπαραστατικές τέχνες, αλλά απτή πραγματικότητα με κοινωνικές και ατομικές διαστάσεις. Από την πλευρά του υποκειμένου, η αναπηρία είναι ένα ξένο σώμα που επιβάλλεται πάνω στο υπάρχον, γι’ αυτό και η Ελένα την προσωποποιεί (η «πουτάνα»), από την πλευρά της φροντίστριας κόρης είναι μια επιβαρυντική ευθύνη την οποία θα έπρεπε να μοιράζεται με θεσμούς πρόνοιας και αρωγής. Η πολιτεία, όμως, τη βλέπει σαν ένα ποσοστό πάνω σε ένα επίσημο χαρτί, σφραγισμένο από την αρμόδια επιτροπή, επιδοθέν από έναν υπάλληλο με μηδενική ενσυναίσθηση.
(...) διεκδικεί ορατότητα για το υπέργηρο, ανάπηρο σώμα που παραγκωνίζεται όχι μόνο στη Λογοτεχνία αλλά και τον δημόσιο χώρο.
Η συγγραφέας είναι καταπέλτης εναντίον της θεσμικής απαξίωσης, της υποκρισίας της εκκλησίας και της αδιαφορίας της κοινότητας που συνέβαλαν ώστε ένα νέο άτομο να βρεθεί στον ρόλο της φροντίστριας και ένα άρρωστο σώμα να επιδέχεται αποστροφής και απαξίας στον δημόσιο χώρο. Ταυτόχρονα, είναι αμείλικτη με τις δύο ηρωίδες της, την Eλένα που ήταν μια δύστροπη μητέρα και τη Ρίτα που είχε τη θρησκεία ως ηθικό καθοδηγητή. Η δυσλειτουργική σχέση μεταξύ τους, η οποία εντάσσει το έργο σε μια γενεαλογία σχετικών βιβλίων (βλ. Γιέλινεκ, Μιούλερ), μέμφεται τους επιβεβλημένους κοινωνικά ρόλους που συνδέονται με τη μητρότητα και θυγατρικότητα και λειτουργούν συχνά ενοχικά για τις γυναίκες.
Το βιβλίο παίρνει προς το τέλος μια τροπή που αφορά άμεσα την αυτοδιάθεση του γυναικείου σώματος, αλλά υιοθετεί έναν επιτακτικό και ίσως ηθικολογικό τόνο, ο οποίος απουσιάζει στο μεταγενέστερο έργο της, Οι Καθεδρικοί, στο οποίο χειρίζεται το ίδιο θέμα πιο επιδέξια. Το συγκεκριμένο, όμως, παραμένει εξέχον στη βιβλιογραφία της, γιατί διεκδικεί ορατότητα για το υπέργηρο, ανάπηρο σώμα που παραγκωνίζεται όχι μόνο στη Λογοτεχνία αλλά και τον δημόσιο χώρο. Η οδύσσεια της Ελένα μας στιγματίζει και μας αναγκάζει να στρέψουμε το βλέμμα στις αόρατες πλευρές της ασθένειάς της.
Δικιά σου για πάντα – Αποδομώντας τη μεσοαστική πυρηνική οικογένεια
Στο Δικιά σου για πάντα (μτφρ. Ασπασία Καμπύλη, εκδ. Carnivora, 2023), το δεύτερο βιβλίο της Πινιέιρο και το δεύτερο που μεταφράστηκε στα ελληνικά, με χιουμοριστικό και ανάλαφρο ύφος, που βέβαια δεν υπολείπεται καυστικότητας, η συγγραφέας εστιάζει και πάλι στον θεμέλιο θεσμό της οικογένειας, στην πυρηνική, μεγαλοαστική μορφή της. Η Ινές ζει μια ευτυχισμένη ζωή, φροντίζοντας το σπίτι της, τον σύζυγό της, Ερνέστο, και την 17χρονη κόρη τους, Λάλι. Όταν βρίσκει στον χαρτοφύλακα του συζύγου της μια καρδιά ζωγραφισμένη με κραγιόν και την αφιέρωση «δικιά σου για πάντα», αποφασίζει να τον ακολουθήσει σε μια από τις εξόδους του. Παρόλο που ανακαλύπτει ένα πολύ πιο σκοτεινό μυστικό από μια εξωσυζυγική σχέση, η Ινές αποφασίζει να συγκαλύψει τις πράξεις του προκειμένου να διατηρήσει την οικογενειακή της ευτυχία.
Φαινομενικά αφελής και συντηρητική, στην πραγματικότητα, όμως, ευκαιριακά και προσποιητά «χαζούλα», η Ινές σκιαγραφείται ως μια ηρωίδα εμβαπτισμένη στα πατριαρχικά διδάγματα που έμαθε από τη μητέρα της. Λαμβάνει ως δεδομένο ότι κάθε γυναίκα εξαπατάται από τον άνδρα της κάποια στιγμή και ότι το χρέος της γυναίκας είναι να κρατήσει την οικογένεια ενωμένη. Ορώντας τον γάμο σαν τη μόνη πηγή επιτυχίας και ολοκλήρωσης, ενδιαφέρεται να διατηρήσει αλώβητα τα προσχήματα, το εξωτερικό περιτύλιγμα του γάμου της, ενώ χάνει τον άνδρα της αλλά, το σημαντικότερο, χάνει ανεπιστρεπτί την εμπιστοσύνη της κόρης της.
Καθώς προχωρά η αφήγηση από τη δική της οπτική γωνία, ξεδιπλώνεται ένας χαρακτήρας με πολλά ελαττώματα, εσωτερικευμένο σεξισμό, τοξικότητα για τους γύρω της που αρνείται να αναγνωρίσει τον εαυτό του ως αιτία του προβλήματος. Η Πινιέιρο ψυχογραφεί, ουσιαστικά, και πάλι μια ηρωίδα που βρίσκεται σε άρνηση. Η Ινές πασχίζει να διατηρήσει το οικοδόμημα της οικογένειά της με στρουθοκαμηλισμούς, αγνοώντας το πραγματικό μέγεθος της ζημιάς. Εδώ, όμως, η τραγικότητα της άγνοιας της πρωταγωνίστριας υποδαυλίζεται από τα εμβόλιμα κεφάλαια που διακόπτουν της ροή συνείδησης της Ινές, τα διαλογικά επεισόδια από τη ζωή της κόρης που διατηρεί το δικό της μυστικό και τις αστυνομικές εκθέσεις που προικονομούν ένα δυσάρεστο τέλος.
Πιστή στην αποδόμηση της «αγίας» οικογένειας, η Πινιέιρο ακολουθεί τη δυσλειτουργικότητα του θεσμού μέσα από γονείς που τραυματίζουν τα παιδιά τους και παιδιά που αντανακλούν τις πράξεις των γονέων τους, διαιωνίζοντας το τραύμα. Ο οικιακός χώρος γίνεται μια παιδική χαρά συγκαλυμμένων μυστικών, αδιαφορίας και αποξένωσης, ένα σχολείο εμπέδωσης των έμφυλων ρόλων. Ο άνδρας, παρέχων το εισόδημα του σπιτιού, μπορεί να ξεστρατίσει αλλά επιβάλλεται να ξαναγυρίσει στη γυναίκα του, η σύζυγος νοικοκυρά ετεροπροσδιορίζεται από τον σύζυγο, και το άτυχο παιδί ζει υπό την ίδια στέγη αλλά στον δικό του κόσμο.
Η διάχυτη ειρωνεία, πάντως, δεν επιτρέπει στην αφήγηση να ξεστρατίσει σε τραγικές οδούς. Αντιθέτως, το χιούμορ σαν αφηγηματικό όχημα καυτηριάζει την ηρωίδα που πασχίζει να δημιουργήσει μυστήριο στη ζωή της αντί να κοιτάξει κατάματα την αλήθεια, ενώ παράλληλα κλείνει το μάτι και στο είδος του άρλεκιν που συνέβαλε με τον τρόπο του στη διαιώνιση του στερεοτύπου της νοικοκυράς. Οι λάτρεις της ιδιαίτερης φωνής της Ινές μπορούν να απολαύσουν και το πιο πρόσφατο βιβλίο της Πινιέιρο, El tiempo de las moscas, που δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά, το οποίο αποτελεί τη συνέχεια του «Δικιά σου για πάντα» και παρακολουθεί την Ινές πολλά χρόνια μετά το πρώτο βιβλίο.
Καθεδρικοί – Τα μυστικά και ρήγματα πίσω από τις προσόψεις της οικογένειας, της θρησκείας και της πίστης
Η 17χρονη Άννα Σαρδά, η μικρότερη από τις τρεις αδερφές Σαρδά, το «μπουμπούκι» όπως την αποκαλούσε ο πατέρας της, κείτεται νεκρή σε μια αλάνα, έναν σκουπιδότοπο στο κέντρο της επαρχίας Αντρογκέ του Μπουένος Άιρες. Το άψυχο κορμί της, που βρίσκεται διαμελισμένο και καμένο, υποδηλώνει ένα φρικτό, αποτρόπαιο έγκλημα. Η αστυνομία, όμως, δεν καταφέρνει να διαλευκάνει την υπόθεση και η εκκλησία, που προσπαθεί να κατευνάσει τα πνεύματα, υποκινεί την αρχειοθέτησή της. Τριάντα χρόνια μετά, ο θάνατός της παραμένει ένα μυστήριο, το οποίο αρχίζει να ξεδιαλύνεται μέσα από τις αφηγήσεις έξι ατόμων που καλούνται να «καταθέσουν» τη δική τους μαρτυρία.
Από τις πρώτες αφηγήσεις καθίσταται σαφές ότι ο θάνατος της Άννας σημάδεψε ανεξίτηλα τους οικείους της με ορατές ή αόρατες πληγές. Η οικογένεια κατακερματίζεται, η μητέρα της θανούσας βυθίζεται στη σιωπή, ο πατέρας απομονώνεται, ψάχνοντας στοιχεία, η μεσαία αδερφή αυτοεξορίζεται μόνιμα στην Ισπανία, ενώ η μεγάλη ψάχνει την κατ’ επίφαση ευτυχία στην δημιουργία δικής της οικογένειας. Η κολλητή φίλη της Άννας, η Μαρσέλα, διαγνωσμένη με εμπροσθόδρομη αμνησία, αδυνατεί να συγκρατήσει νέες πληροφορίες. Η μνήμη της έχει κολλήσει στη μέρα θανάτου της φίλης της. Ο Ματέο, ο οποίος δεν γνώρισε ποτέ τη θεία του, περιγράφει ως «ουλή» τον θάνατό της, μια ουλή αρκετά βαθιά, ώστε στιγματίζει μέχρι και τον απόγονο που δεν γνώρισε ποτέ.
η Πινιέριο επιτρέπει τους αναγνώστες της να αναλογιστούν τους δικούς τους βαθμούς αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στον θάνατο και τις πράξεις ή παραλείψεις των ηρώων, με βάση τους δικούς τους κώδικες.
Στο πιο πολύπλοκο αφηγηματικά μυθιστόρημά της, η Πινιέιρο πλέκει διαφορετικές φωνές και αφηγηματικές μορφές, ώστε η αλήθεια να φωτίζεται τμηματικά και αποσπασματικά. Ο ανομοιογενής χορός που στήνει η Πινιέιρο εξιστορεί τα γεγονότα που οδήγησαν στον θάνατο της Άννας. Οι πρώτες δύο αφηγηματικές φωνές είναι οι πιο ορθολογικές και ταυτόχρονα οι πιο αδαείς, ενώ οι δύο τελευταίες που αποκαλύπτουν τα περισσότερα είναι οι πιο φανατισμένες, βουτηγμένες στη θρησκοληψία. Στη μέση, δύο εκ δια μέτρου αντίθετες οπτικές, η συναισθηματικά φορτισμένη, συγχυσμένη λόγω της διαταραχής στη μνήμη φωνή της κολλητής φίλης και η συναισθηματικά στεγνή και αμέτοχη εκδοχή του ερευνητή Έλμερ Μπεγιόμα.
Οι Καθεδρικοί (μτφρ. Ασπασία Καμπύλη, εκδ. Carnivora, 2024) αποτυπώνουν παραδειγματικά την αντίληψη της Πινιέιρο για τη βία, τη θέασή της, δηλαδή, ως έκφανσης ενός πολυσύνθετου οικοδομήματος και όχι μιας αλληλουχίας γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, ο θάνατος της Άννας συνδέεται με την κατάπνιξη της σεξουαλικής ελευθερίας, το κοινωνικά και θρησκευτικά καλλιεργημένο αίσθημα ονείδους, τη συντηρητικοποίηση και τη στέρηση δικαιωμάτων σωματικής αυτοδιάθεσης. Η συγγραφέας επίτηδες εκφεύγει της στενής συζήτησης για τη νομική ευθύνη, εστιάζοντας κυρίως στην ηθική ευθύνη και μάλιστα σε συνάρτηση με το προσωπικό, υποκειμενικό αίσθημα της ενοχής.
Παρακολουθεί τους ήρωές της να επιφορτίζονται μεγαλύτερο βάρος από αυτό που τους αναλογεί ή να αποποιούνται των ευθυνών τους βασισμένοι σε θρησκευτικές στρεβλώσεις της ηθικής. Παραθέτοντας τον αδιαμεσολάβητο μονόλογο των οικείων της δολοφονημένης, πάντως, η Πινιέριο επιτρέπει τους αναγνώστες της να αναλογιστούν τους δικούς τους βαθμούς αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στον θάνατο και τις πράξεις ή παραλείψεις των ηρώων, με βάση τους δικούς τους κώδικες.
Το φινάλε των Καθεδρικών είναι σίγουρα το πιο δραματικό και τραγικό φινάλε στην έως τώρα μεταφρασμένη εργογραφία της συγγραφέως. Είναι, όμως, παράλληλα, και το πιο ελπιδοφόρο, ως το μόνο στο οποίο διαφαίνεται μια ελπίδα για τη δημιουργία ενός αναχώματος στην επέλαση και διαιώνιση του τραύματος. Στο συγκεκριμένο η συγγραφέας εμφανίζει την πίστη σαν ένα φάσμα και τους καθεδρικούς σαν ένα αρχιτεκτονικό σύμβολο στήριξης, σύνδεσης και κατάνυξης με τους όρους αυτούς να επανανοηματοδοτούνται εκτός του πλαισίου της θρησκείας.
Μπέτι Μπου – Διαφθορά, εξουσία και δημοσιογραφία μέσα από τα μάτια ενός alter ego
Η Μπέτι Μπου (μτφρ. Ασπασία Καμπύλη, εκδ. Carnivora, 2024) είναι ίσως το πιο ευχάριστο βιβλίο της Πινιέιρο, το μόνο στο οποίο το δράμα ακουμπά ξώφαλτσα, παρόλο που εκκινεί από τον πραγματικό φόνο της Μαρίας Μπελσούνσε που συντάραξε την Αργεντινή στις αρχές της χιλιετίας. Η πρώτη «σκηνή» του βιβλίου, κινηματογραφικά σκηνοθετημένη, ακολουθεί την Γκλάντις Βαρέλα, μια οικιακή βοηθό που εισέρχεται στο πολυτελές συγκρότημα οικισμών Λα Μαραβιγιόσα για μια συνηθισμένη ημέρα δουλειάς. Εκείνο το Σάββατο, όμως, το αφεντικό της, ο χήρος επιχειρηματίας Πέδρο Τσασαρέτα, βρίσκεται νεκρός στην πολυθρόνα, με μια ουλή στο λαιμό του σαν αυτή με την οποία βρήκε τον θάνατο και η γυναίκα του τρία χρόνια πριν.
Την ίδια στιγμή που ο νόμος επιλαμβάνεται της υπόθεσης, το νέο διαρρέει και στον πάλαι ποτέ δημοσιογράφο του αστυνομικού Χάιμε Μπρένα, ο οποίος έχει υποβιβαστεί στο κοινωνικό ρεπορτάζ της εφημερίδας Ελ Τριμπούνο, αλλά έχει ακόμα πάθος για την προηγούμενη θέση του. Ταυτόχρονα, η Νούριτ Ίσκαρ, η «μαύρη κυρία» της Λογοτεχνίας που έχει αποσυρθεί από τη συγγραφή και γράφει για άλλους ως ghostwriter, δέχεται την πρόσκληση του πρώην συντρόφου της και ιδιοκτήτη της Ελ Τριμπούνο, Ρινάλδι, να καλύψει τον θάνατο του Τσασαρέτα, σε συνεργασία με «τον μικρό από το Αστυνομικό ρεπορτάζ». Με πολύ κινηματογραφική γραφή, ταραντινική σε ορισμένα σημεία, η Πινιέιρο ακολουθεί τους ήρωές της παράλληλα, εναλλάσσοντας την «κάμερά» της από τον έναν στον άλλον. Ο Μπρένα, η Νούριτ και ο μικρός σύντομα θα συνεργαστούν, ξεσκεπάζοντας πολλά περισσότερα από ό,τι η αστυνομική έρευνα.
Ένα από τα επίπεδα ανάλυσης της Μπέτι Μπου είναι η εκ των έσω κριτική μιας περιχαρακωμένης από το κοινωνικό σύνολο απαθούς αστικής τάξης μέσω του country club. Τα «Country» είναι συγκροτήματα πολυτελών κατοικιών στα περίχωρα του Μπουένος Άιρες, περιφραγμένοι παράδεισοι των ολίγων, στα οποία απαγορεύεται η είσοδος χωρίς ειδική άδεια. Το καθεστώς αποστειρωμένης απομόνωσης διατηρείται από εταιρίες που διασφαλίζουν την προστασία των ενοίκων καταχρώμενες την εξουσία τους και παραβιάζοντας προσωπικά δεδομένα των επισκεπτών και του προσωπικού, που δεν επιτρέπεται να διανυκτερεύσει. Ένας φόνος σε ένα τέτοιο περιβάλλον μοιάζει με ειρωνική εκπυρσοκρότηση της μανίας να αφεθεί το «κακό» απέξω και υποδεικνύει ότι κάτι είναι σάπιο στο βασίλειο του Μαραβιγιόσα, όνομα και κατάσταση που μας θυμίζει το επίσης κατ’ ευφημισμόν Πάρανταϊς της Μελτσόρ.
Το δεύτερο και πιο ενδιαφέρον επίπεδο είναι ο σχολιασμός δύο πεδίων που η συγγραφέας γνωρίζει καλά, της δημοσιογραφίας και της λογοτεχνίας και τα προσκόμματα που αντιμετωπίζει η δημιουργική και ελεύθερη ενάσκησή τους. Οι δύο πρωταγωνιστές της, η Νούριτ και ο Μπρένα, κουβαλώντας ο καθένας τις ήττες της προσωπικής του ζωής, βρίσκονται σε ένα επαγγελματικό τέλμα, βιώνοντας αμφότεροι μια περίοδο απαξίωσης του επαγγέλματός τους. Η μια έχει εκπέσει στο είδος του ghost writing, προερχόμενη από το ήδη υποβιβασμένο ως ευπώλητο είδος του αστυνομικού, ο άλλος έχει υποβιβαστεί στο κοινωνικό ρεπορτάζ, ενώ ήταν ο καλύτερος αστυνομικός ρεπόρτερ. Μέσω αυτών των δύο χαρακτήρων, που θα μπορούσαν να είναι τα αλληλοπληρωματικά alter ego της στην καρικατουρίστικη εκδοχή τους, η Πινιέιρο σχολιάζει τα κακώς κείμενα και των δύο τομέων.
Ο «μικρός του αστυνομικού ρεπορτάζ», επίτηδες ανώνυμος, στον αντίποδα του βετεράνου Μπρένα, αποτυπώνει το νέο πρόσωπο της δημοσιογραφίας, απεκδυμένο από το προσωπικό στίγμα, συνυφασμένο με την τεχνοκρατική γραμμή του μέσου.
Ειδικά για τη δημοσιογραφία, τη λεγόμενη «τέταρτη» εξουσία, η Πινιέιρο αποτυπώνει γλαφυρά τα επίπεδα διαπλοκής και αναξιοκρατίας που επικρατούν στον χώρο, ο οποίος ελέγχεται, όπως και στη χώρα μας, από μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους. Η συγγραφέας ψέγει την πρακτική των «προκάτ» κειμένων και της άτεγκτης εκδοτικής γραμμής, θυμίζοντάς μας ότι «μια ατζέντα πληροφοριακών προτεραιοτήτων» είναι και αυτή μια μορφή λογοκρισίας. Ήδη από το 2010, αποτύπωσε, στην αρχή του ακόμα, την επέλαση του διαδικτύου και της ανεξέλεγκτης πληροφορίας, χωρίς έρευνα πεδίου και διασταύρωση πληροφοριών. Ο «μικρός του αστυνομικού ρεπορτάζ», επίτηδες ανώνυμος, στον αντίποδα του βετεράνου Μπρένα, αποτυπώνει το νέο πρόσωπο της δημοσιογραφίας, απεκδυμένο από το προσωπικό στίγμα, συνυφασμένο με την τεχνοκρατική γραμμή του μέσου. Ο μικρός, όμως, επιφυλάσσει εκπλήξεις, αποδεικνύοντας το προσωπικό κόστος της αντίστασης στις αλλαγές.
Η καρδιά του βιβλίου, τέλος, είναι η αξέχαστη πρωταγωνίστριά του. Το ψευδώνυμό της, Μπέτι Μπου, την αυθεντική πηγή του οποίου μαθαίνει στο τέλος, λειτουργεί ως σημαίνον μιας χειραφετημένης γυναίκας με αντοχή και προσαρμοστικότητα μέσα στον χρόνο. Η Πινιέιριο καθρεφτίζεται στη Νούριτ πιο πολύ από οποιαδήποτε άλλη ηρωίδα της και μέσω αυτής σχολιάζει με αυτοαναφορικότητα τον χώρο της γραφής. Δημιουργεί α λα Τρούμαν Καπότε λογοτεχνία μέσα στη λογοτεχνία, ασκεί κριτική στην κριτική και αποδεικνύει με αυτοσαρκασμό ότι η αστυνομική λογοτεχνία μπορεί να είναι κάλλιστα «σοβαρή» λογοτεχνία.
*Η ΦΑΝΗ ΧΑΤΖΗ είναι μεταφράστρια, απόφοιτος του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Αγγλικών και Αμερικανικών Σπουδών.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Κλαούδια Πινιέιρο (Μπουρσάκο, 1960) αποτελεί την τρίτη πιο μεταφρασμένη συγγραφέα της Αργεντινής μετά τον Μπόρχες και τον Κορτάσαρ. Έχει τιμηθεί μεταξύ άλλων με τα βραβεία Clarín, LiBeraturpreis, Pléyade, Latinoamericano de Literatura Infantil y Juvenil, ACE, Sor Juana Inés de la Cruz και Pepe Carvalho.

Το μυθιστόρημά της Η Ελένα Ξέρει (εκδ. Carnívora, 2021) ήταν shortlisted για το International Booker Prize 2022. Οι Καθεδρικοί (εκδ. Carnívora, 2024) τιμήθηκαν με τα βραβεία Dashiell Hammett 2021 και Best Novel de VLC Negra 2021. Το Μπέτι Μπου, το τέταρτο μυθιστόρημά της που κυκλοφορεί από τις εκδ. Carnívora, αποτελεί ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό της νουάρ και πιθανόν για τον ίδιο λόγο το πιο γνωστό και πολυμεταφρασμένο. Από τις εκδ. Carnívora κυκλοφορεί επίσης το μυθιστόρημά της Δικιά σου για Πάντα (2023).























