
Για τη νουβέλα του Γιάννη Δενδρινού «Η ασήμαντη ιστορία του Δημόνικου Παχτατζή» (εκδ. Διόπτρα).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Σε αντίθεση με την άποψη των παλιών γενεών απέναντι στις νεότερες ότι ζουν αβρόχοις ποσί, ότι δεν έχουν κουραστεί στη ζωή τους και όλα τους ήρθαν βολικά, η σκληρή πραγματικότητα έρχεται να επιβεβαιώσει μια μορφή κυκλικότητας στη στέρηση και την πικρία. Τι θα μπορούσε να συμβεί, άραγε, αν ένας νεαρός της εποχής της κρίσης (ένας από τους πολλούς) συναντούσε κάποιον που σε εντελώς άλλες εποχές, αναγκάστηκε να φύγει από την Ελλάδα με σκοπό να βρει την ευκαιρία σε έναν ξένο τόπο;
Το βραχύ βιβλίο του Γιάννη Δενδρινού παίζει με αυτούς τους όρους και σίγουρα δεν παίζει εν ου παικτοίς, καθώς ο παράγοντας άνθρωπος είναι ο ρυθμιστικός παράγοντας της νουβέλας του Η ασήμαντη ιστορία του Δημόνικου Παχτατζή. Οτιδήποτε συμβαίνει σ’ αυτήν λειτουργεί βάσει του ανθρώπινου «θερμοστάτη» που έχει επιλέξει να χρησιμοποιεί ο συγγραφέας.
Ο νέος της ιστορίας είναι ο Μάρκος Αδάμης. Εργάζεται στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών και η οικονομική του κατάσταση βαίνει ολοένα προς το χειρότερο. Ο τραπεζικός του λογαριασμός σχεδόν ξύνει πάτο, απότοκο της οικονομικής κρίσης του 2012 που σάρωσε την ελληνική κοινωνία μετατρέποντας τη μέχρι πρότινος απαθή μεσαία τάξη σε πειραματόζωο. Δεν του έφταναν όλα του Μάρκου, έτυχε ένα πρωί να γνωρίσει τον Δημόνικο Παχτατζή, που εμφανίστηκε από το πουθενά στη δουλειά του. Καταρχάς, και μόνο το όνομά του φτάνει για να τον κατατάξει στην κατηγορία των «περίεργων». Θα μπορούσε κάλλιστα να λέγεται Δομίνικος, όμως φαίνεται πως αυτός ο πείσμων άνθρωπος έχει ανακατέψει τα γράμματα χάριν παιδιάς. Μήπως, όμως, είναι το μοναδικό αίνιγμα που κυκλώνει τη ζωή του;
Παράλληλες ζωές
Ο Παχτατζής πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ως μετανάστης στην Αμερική, κατάφερε να κάνει μια αμύθητη περιουσία και τώρα επέστρεψε στην πατρίδα, κουβαλώντας όμως περισσότερα ερωτηματικά από απαντήσεις γύρω από το ποιος είναι και τι ακριβώς θέλει να κάνει. Είναι προφανές πως οι δύο κεντρικοί ήρωες μοιάζουν και εν πολλοίς είναι παρόμοια είδωλα ενός ραγισμένου καθρέφτη. Βίωσαν ή βιώνουν τις δυσκολίες που ξέρει να προσφέρει αφειδώς η ημεδαπή στους πολίτες της. Πόνο, στερήσεις και παντελή έλλειψη ελπίδας. Ο Δημόνικος το έζησε, ο Μάρκος το ζει. Επομένως, κάτι κοινό τούς ενώνει και τους καθορίζει.
Οι ζωές τους με κάποιο τρόπο θα κινηθούν παράλληλα έως τη στιγμή που θα συναντηθούν. Να είναι, άραγε, ένα συγγραφικό τέχνασμα όπου ο λυτρωτής -ως άλλος από μηχανής θεός- έρχεται να βοηθήσει τον αναγκεμένο; Ή, μήπως, στην πραγματικότητα κάπως έτσι συναντιούνται οι άνθρωποι που είναι υποταγμένοι στη συγκυρία;
Αυτή η χαμηλή σκοπιά προσφέρει αναμφίβολα μια γοητευτική ανθρωπινότητα στην ιστορία, την προσδίδει υλικό βάρος και μια πραγματική οντότητα.
Κανένας από τους δύο δεν έχει να διηγηθεί μεγάλα επιτεύγματα ή δεν θα μας παρουσιάσει μια ζωή μυθιστορηματική. Είναι κοινή η ζωή τους, ασήμαντη, όπως δηλώνεται εξαρχής και στον τίτλο του βιβλίου. Όμως, αυτή η χαμηλή εστίαση δείχνει να είναι μια καταστατική αρχή για τον Δενδρινό. Σαν να βλέπει τους ήρωές του στο ύψος των ματιών τους: ούτε αφ’ υψηλού ούτε υποτιμητικά. Αυτή η χαμηλή σκοπιά προσφέρει αναμφίβολα μια γοητευτική ανθρωπινότητα στην ιστορία, την προσδίδει υλικό βάρος και μια πραγματική οντότητα.
Η ελληνική περιπέτεια
Χαρακτηριολογικά, οι δύο ήρωες συμπυκνώνουν τη νεότερη ελληνική περιπέτεια. Την απουσία νοήματος σε μια χώρα που βουλιάζει, την ανάγκη για απελευθέρωση και αναζήτηση των ονείρων σε μια ξένη πατρίδα, τη θλίψη του νόστου, αλλά και το βάρος της ανεστιότητας.
Μπορεί να ανήκουν σε διαφορετικές γενιές, εντούτοις, με τη συνάντησή τους, οι δύο ήρωες πραγματώνουν μια αντίστοιχη συνάντηση γενεών με γέφυρα τη μοίρα. Είναι οι απλοί άνθρωποι που βιώνουν πάντα τα επίχειρα της ιστορίας. Είναι οι ανώνυμοι (με τα περίεργα ή μη ονόματα) που δέχονται τα πυρά ενός -πάντα ακήρυχτου- πολέμου.
Απλά υλικά
Ο Δενδρινός αποφασίζει να γράψει μια ιστορία με απλά υλικά, αλλά συνάμα και ανόθευτα. Δεν υπάρχουν υφολογικές εκτοξεύσεις ούτε περισπούδαστες ιδέες που θα φάνταζαν ξένες στις προσωπικότητες που έχει δομήσει. Από την ίδια χαμηλή σκοπιά είναι φτιαγμένη κι από τον ίδιο η ιστορία, αλλά τούτο είναι απόλυτα συμβατό με τον σκοπό που φαίνεται να είχε εξαρχής. Η λεπτή ειρωνεία που διατρέχει πολλές φορές το κείμενο, βοηθάει να ξηλωθεί το σκληρό «ύφασμα» της πλοκής και να αναδειχθούν κι άλλες ποιότητες-ιδέες που κυκλώνουν περιμετρικά την ιστορία.
Οι ήρωες δεν είναι απλώς κειμενικοί, ενταγμένοι μόνο στα όρια της μυθοπλαστικής συνθήκης, αλλά υπάρχουν, είναι τριγύρω μας, τους γνωρίζουμε.
Η μεγαλύτερη επιτυχία, πάντως, του βιβλίου είναι ότι σε πείθει πως αυτοί οι ήρωες δεν είναι απλώς κειμενικοί, ενταγμένοι μόνο στα όρια της μυθοπλαστικής συνθήκης, αλλά υπάρχουν, είναι τριγύρω μας, τους γνωρίζουμε. Γι’ αυτό και τους καταλαβαίνουμε, δίχως απαραίτητα να χρειάζεται να τους δικάσουμε ή να σταθούμε στο πλευρό τους. Άλλωστε, ούτε ο δημιουργός τους αποφασίζει να κάνει το ένα ή το άλλο. Ευτυχώς.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Γιάννης Δενδρινός γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ιθάκη. Σήμερα ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Μηχανικός στο ΕΜΠ, καθώς και Οικονομικές και Πολιτικές επιστήμες.

Έχει γράψει τη συλλογή διηγημάτων Σπασμένες γραμμές (Ενύπνιο, 2021) και τη νουβέλα Όλοι αγαπούν τα τραύματά τους (Διόπτρα, 2024), που διακρίθηκε στη βραχεία λίστα των Βραβείων Αναγνώστη.
























