yan fabre 5

Για την ανακοίνωση του προγράμματος του Φεστιβάλ Αθηνών από τον Γιαν Φαμπρ. 

Της Δήμητρας Κονδυλάκη

Μετά την πολύμηνη αναμονή του νέου προγράμματος του Φεστιβάλ Αθηνών, με τις πολυπληθείς ανεξάρτητες θεατρικές ομάδες σε καθεστώς μόνιμης εκκρεμότητας και αναστολής, και φυσικά τα όσα θυελλώδη προηγήθηκαν με την άδοξη, έντονα παρασκηνιακή και με συνοπτικές διαδικασίες αποπομπή του Γιώργου Λούκου, η ανακοίνωση του φετινού Προγράμματος του Ελληνικού φεστιβάλ από τον νέο διευθυντή του, Γιαν Φαμπρ, είναι τουλάχιστον απογοητευτική – για να μην υιοθετήσουμε εκφράσεις πολλών και σημαντικών σύγχρονων δημιουργών από τον χώρο του θεάτρου: «εξοργιστική», «ντροπιαστική», «φαιδρή», «αποικιοκρατική».

Ας μην αναφερθούμε εδώ στην ασάφεια του προγράμματος του οποίου δεν έχουν ακόμα ανακοινωθεί ούτε ακριβή ονόματα, ούτε ημερομηνίες, χώροι, διάρκεια κτλ. Ούτε στη μετατόπιση της εστίασης της διοργάνωσης από τις παραστατικές τέχνες, που συγκροτούν παραδοσιακά τη ραχοκοκαλιά του Φεστιβάλ, σε μια ανισοβαρή για το θέατρο, ισόρροπη συναρμογή τους με τα εικαστικά, τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο, τέχνες που εν πάση περιπτώσει έχουν η καθεμιά το δικό της χώρο προνομιακής έκφρασης (και στην τριτοκοσμική πολιτισμικά) χώρα μας (Mουσεία, Φεστιβάλ κινηματογράφου κτλ). Η υβριδική αυτή συναρμογή ήταν βέβαια αναμενόμενη δεδομένης της πολλαπλής ιδιότητας του πειραματιστή εικαστικού, συγγραφέα και σκηνοθέτη Γιαν Φαμπρ. Και δεν είναι εδώ το πραγματικό πρόβλημα.

Το Ελληνικό φεστιβάλ ως θεσμός συνένωνε, εμψύχωνε και συνδιαμόρφωνε μια νέα δυναμική συλλογικότητα, εκείνη των ανθρώπων της τέχνης και του θεάτρου (θεατών και δημιουργών), που παρ' όλες τις αισθητικές διαφορές τους, μέσα από το ζωτικό τους ενδιαφέρον για το σύγχρονο θέατρο και τον χορό, συγκροτούσαν εντέλει έναν ενιαίο δημιουργικό και ανήσυχο πόλο.

Τέλος, ακόμα περισσότερο, ας μην αναφερθούμε στο ότι ο ίδιος αποποιείται τις ευθύνες του καλλιτεχνικού διευθυντή, όπως προβλέπει ο νόμος, για να δηλώσει απλός επιμελητής (curator), ως εάν το Φεστιβάλ μιας χώρας που βρίθει από ενδιαφέροντες καλλιτέχνες να χρειαζόταν απλώς έναν καλλιτέχνη ακόμα για να επιβάλλει μια «πρωτοποριακή κατεύθυνση» με έμφαση στη «συνάντηση διαφορετικών εθνικοτήτων, πολιτισμών, γλωσσών και εμπειριών». Μα ακριβώς αυτό ήταν τα τελευταία χρόνια το Φεστιβάλ. Πέρα απ' οτιδήποτε άλλο, ήταν ένας πολύτιμος, πολυσυλλεκτικός χώρος συνάντησης γύρω από τις παραστατικές τέχνες ως αντίβαρο στην καταθλιπτική πραγματικότητα αυτής της χώρας. Και αυτό ακριβώς, πέρα από κάθε παραστατικό περιεχόμενο σε μια εποχή οξείας κρίσης, συνιστούσε και την «πολιτική του διάσταση», όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει σε άρθρο του ο επιμελητής διεθνών διοργανώσεων Tiago Bartolomeu Costa [1]: «Έδινε σε όλους, καλλιτέχνες και κοινό, συνεργάτες και παρατηρητές, μια αίσθηση συνέχειας, έως και δημοκρατίας και ισότητας». Πράγματι, το Ελληνικό Φεστιβάλ ως θεσμός συνένωνε, εμψύχωνε και συνδιαμόρφωνε μια νέα δυναμική συλλογικότητα, εκείνη των ανθρώπων της τέχνης και του θεάτρου (θεατών και δημιουργών), που παρ' όλες τις αισθητικές διαφορές τους, μέσα από το ζωτικό τους ενδιαφέρον για το σύγχρονο θέατρο και τον χορό, συγκροτούσαν εντέλει έναν ενιαίο δημιουργικό και ανήσυχο πόλο στις παρυφές της πόλης, από τη βιομηχανική ζώνη της Πειραιώς 260 ώς την Επίδαυρο. Είναι πασιφανές σε όλους όσοι ασχολούνται με το θέατρο σ' αυτή τη χώρα –τη εξαιρέσει καταφανώς του Υπουργού και των συμβούλων του– πως το Φεστιβάλ, ειδικά τώρα, είχε ανάγκη από κάτι πολύ παραπάνω από έναν καλλιτέχνη, όποιος κι αν ήταν αυτός: είχε ανάγκη από μια προσωπικότητα που θα συνέχιζε το έργο του Γιώργου Λούκου στην κατεύθυνση αυτής της πολλά υποσχόμενης δημιουργικής συλλογικότητας. Μια κατεύθυνση που το ζητούμενο ήταν πλέον να ενισχυθεί ακόμα περισσότερο, καθώς τα τελευταία χρόνια είχε πράγματι εγκατασταθεί η αίσθηση μιας μονότονης επανόδου κάποιων προσώπων και της αναγκαιότητας μιας ακόμα μεγαλύτερης διεύρυνσης στη βάση αντίστοιχα σύγχρονων αισθητικών κριτηρίων. Είχε ανάγκη ένα πρόσωπο ευρείας αποδοχής που να μπορεί με τόλμη να υποστηρίζει καλλιτεχνικές και διαχειριστικές αποφάσεις, υπερβαίνοντας ένα αυστηρά προσωπικό κριτήριο –πόσο μάλλον τον πειρασμό της αυτοπροβολής– για να υπηρετήσει το μέγα και πάντα ανεκπλήρωτο αίτημα: την υποστήριξη αλλά και την ανάδειξη μιας νέας δυναμικής (που ίσως να μην υπήρξε ποτέ άλλοτε τόσο εκρηκτική και ταυτόχρονα τόσο συμπιεσμένη στο ελληνικό θέατρο) σ' όλη της την πληθωρικότητα και με τη μεγαλύτερη δυνατή εξωστρέφεια.

Ζητούμενο είναι το ελληνικό θέατρο, όχι η ελληνικότητα, το φολκλόρ ή οι παραδοσιακές αξίες που υποτίθεται ότι γκρεμίζονται –ας γκρεμιστούν αν έχουν ήδη εκπέσει–, αλλά η ζωντανή ενέργεια που κυοφορεί το νέο τοπίο του ελληνικού θεάτρου, νέες ομάδες, πρόσωπα, δυναμικές εν εξελίξει που θάλλουν ακόμα κάτω από το ελληνικό έδαφος επιμένοντας να πιστεύουν, παρόλα τα ενδεή τους μέσα, σε μια θεατρική Αποκάλυψη. Το θέατρο για όλο αυτόν το νέο αλλά πρόωρα ματαιωμένο κόσμο είναι η μόνη εναλλακτική, το μόνο αντίδοτο μιας αδύνατης επανάστασης. Κάτι που, παρεμπιπτόντως, ο Ολιβιέ Πυ εκφράζει ισχυρά στη φετινή έκδοση του Φεστιβάλ της Αβινιόν με το διπλής ανάγνωσης μότο του: «Όταν η επανάσταση είναι αδύνατη, μένει το θέατρο». (Γιατί φυσικά το αίσθημα της ματαίωσης μιας δυνατότητας ανατροπής που εξαπλώθηκε παντού, ιδιαίτερα ύστερα από το φετινό καλοκαίρι, δεν είναι «προνόμιο» ελληνικό.)

yan fabreΤο θέατρο όμως ως φαντασιωτικό καταφύγιο ή ως εργαστήρι ιδεών που θα φέρουν την κοινωνική μεταβολή; Όπως κι αν το δει κανείς, το θέατρο ειδικά για τα ελληνικά δεδομένα αυτή τη στιγμή είναι πολλά παραπάνω από «το θέατρο». Ούτε δραστηριότητα του ελεύθερου χρόνου, ούτε απλή ψυχαγωγία που συμπληρώνει, διασκεδάζει και διανθίζει τον βίο. Είναι μια παράλληλη πραγματικότητα για όλους όσους το υπηρετούν, ένα υπερμέγεθος που κανένας μα κανένας ιδιαίτερος καλλιτέχνης ως μονάδα δεν θα μπορούσε ούτε να εξευμενίσει εύκολα ούτε βέβαια να εξημερώσει. Κι αυτό θα αποδειχτεί περίτρανα με αφετηρία την προγραμματισμένη συνάντηση των ανθρώπων του θεάτρου στο Θέατρο Σφενδόνη προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για το ανακοινωμένο μη-πρόγραμμα. Το μη-πρόγραμμα που έχει ανοίξει τον ασκό του Αιόλου. Υπάρχει άραγε κανείς σ' αυτό το Υπουργείο Πολιτισμού που το καταλαβαίνει; Υπάρχει κάποιος που να μπορεί να ψιθυρίσει στον βασιλιά ότι είναι γυμνός;

Ακόμα κι έτσι ωστόσο, θα περίμενε κανείς –αν υποθέσουμε ότι κάθε διευθυντής επιβάλλει αναπόφευκτα κι ένα καλλιτεχνικό στίγμα–, το στίγμα αυτό να αναδιατυπωθεί και να εμψυχωθεί από εγχώριες καλλιτεχνικές δυνάμεις, όχι να μεταφυτευθεί αυτούσια από ένα ξένο περιβάλλον με όχημα ένα γουορχωλικό πολλαπλασιασμό του ίδιου του προσώπου του εμπνευστή του. Ακόμα και σε συνθήκες προ κρίσης θα ακουγόταν τουλάχιστον αμετροεπής η τόση αυτοπροβολή ενός διευθυντή φεστιβάλ, ο οποίος αξιοποιεί τον φορέα που τον καλεί για να φροντίσει να γνωρίσει το κοινό και την παραμικρή πτυχή του έργου του, τόσο του εικαστικού (Βλ. Έκθεση STIGMATA, στο Μουσείο Μπενάκη που θα «προετοιμάζει το κοινό για το φαμπριανό σύμπαν των διαφορετικών μορφών τέχνης και της ποιητικής του σώματος»: 15 Ιουνίου), του λογοτεχνικού (τα γραπτά του, τα νυχτερινά του ημερολόγια, τα θεατρικά και ποιητικά του κείμενα τα οποία θα διαβαστούν από έλληνες ηθοποιούς (28 Ιουνίου), όσο και του παραστασιακού (Preparatio Mortis, με την Annabelle Chambon, 30 Ιουνίου, Mount Olympus. To glorify the cult of tragedy. A 24h performance, 9 και 10 Ιουλίου). Μα δεν πρόκειται για κάποιου είδους carte blanche που λαμβάνει ο Γιαν Φαμπρ ώστε να παρουσιάσει το προσωπικό του έργο, σε δεδομένο τόπο και χρόνο – κάτι τέτοιο θα ήταν θεμιτό και κατανοητό (αν και πάλι διατηρούμε επιφυλάξεις για τη σύνδεση του Φαμπρ με το δικό μας παρόν). Πρόκειται για την ανάληψη της διεύθυνσης ενός ολόκληρου φεστιβάλ που τίθεται εξ ολοκλήρου στην υπηρεσία του διευθυντή του εις βάρος κάθε άλλης καλλιτεχνικής πρότασης, τόσο εγχώριας όσο και ξένης.

Επίσης, ακόμα και σε συνθήκες προ κρίσης θα φαινόταν άκομψο και άτοπο ένα καθολικό αφιέρωμα ενός εθνικού φεστιβάλ σε άλλη χώρα, όσο πλούσιος κι αν είναι ο πολιτισμός της – που πράγματι βέβαια στην περίπτωση του Βελγίου εντοπίζεται στην πολυεθνικότητα και την πολυμορφία. Αλλά, αξιόλογους Βέλγους καλλιτέχνες είχαμε τη δυνατότητα να γνωρίσουμε ήδη ως τώρα καθώς υπήρξαν προσκεκλημένοι και στα πλαίσια του Φεστιβάλ και της Στέγης Γραμμάτων & Τεχνών: Anne-Teresa De Keersmaker/Rosas, Jan Lauwers/Needcompany, tgstan, Guy Cassiers κ.ά. Γιατί θα πρέπει τώρα να τους ταυτίσουμε με μια συστηματική εντρύφηση στη βέλγικη κουλτούρα με την οποία ενδεχομένως δεν θα ήθελαν καν οι ίδιοι να ταυτιστούν; Από την άλλη, με την καρδιά του μεταναστευτικού και του προσφυγικού ζητήματος να χτυπάει στη χώρα μας αυτή τη στιγμή, γιατί χρειαζόμαστε ειδικά το Βέλγιο για να αφομοιώσουμε την πολυεθνικότητα και την πολυπολιτισμικότητα; Ακόμα και σε μεγάλα διεθνή φεστιβάλ όπου πράγματι γίνονται εθνικά αφιερώματα (όπως έγινε π.χ. στην Ελλάδα από το Théâtre de la Ville το 2012 ή το Φεστιβάλ της Αβινιόν το 2014), αυτά εντάσσονται σ' έναν ευρύτερο διεθνή κορμό και δεν αποτελούν παρά μέρος της συνολικής διοργάνωσης.

Η επιλογή αυτή φανερώνει αν μη τι άλλο κακό υπολογισμό και πραγματική άγνοια ή αλλιώς αφελή παρερμηνεία των αναγκών του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου. Είναι επιτακτική ανάγκη χωρίς χρονοτριβή –και το Φεστιβάλ μπορεί ως προς αυτό να αποτελέσει αφετηρία – να συγκροτηθεί μια επιτροπή για τη χάραξη εθνικής πολιτικής θεάτρου, με κριτήρια ούτε συντεχνιακά ούτε μικροπολιτικά. 

Μάλιστα, τα ελληνικά αφιερώματα πληθαίνουν όλο και περισσότερο, καθώς η Ελλάδα ακριβώς λόγω της κρίσης είναι διεθνώς εντοπισμένη αυτή τη στιγμή ως εργαστήρι ζύμωσης νέων ιδεών και νέων συσχετισμών μεταξύ κοινού-τέχνης και δημιουργού. Όσο κι αν αυτές οι νέες ιδέες και τάσεις αντιστέκονται σε μια ευθεία και παραδοσιακής υφής μετουσίωση της αντίδρασης. Μπορώ να το βεβαιώσω και ως μεταφράστρια και εισηγήτρια ρεπερτορίου σε πλείστες διοργανώσεις προβολής ελληνικών κειμένων και Ελλήνων συγγραφέων στο εξωτερικό, από τον Δημητριάδη ως τον Μαυριτσάκη, ιδιαίτερα στη Γαλλία. Πράγματι, η πολιτική διάσταση των σύγχρονων ελληνικών κειμένων δεν απορρέει ως ευθεία αντανάκλαση της κρίσης. Η ελληνική θεατρική γραφή, τολμηρή, πειραματική, σε μια αυθεντική προσπάθεια ανανέωσης της δραματικής φόρμας και ταυτόχρονα καταβύθισης στον σύγχρονο ψυχισμό, συντονίζεται και συνομιλεί ευθέως με τις αναζητήσεις της διεθνούς δραματουργίας, για να μην πούμε ότι μάλλον βρίσκεται στην αιχμή τους. Κι αυτό το μαρτυρά το αυξανόμενο διεθνές ενδιαφέρον για το ελληνικό θέατρο. Αλλά, στα καθ' ημάς, ως εάν ο φτωχός και ενδεής συγγενής να πρέπει να αποδείξει την πλήρη ευγνωμοσύνη του στον ξένο καλλιτέχνη που, ενδεχομένως ανυποψίαστος για την περιπλοκότητα της κατάστασης, δέχεται να τον βγάλει από το αδιέξοδο, αυτό το ενδιαφέρον το αποσιωπούμε. Ίσως και να μην το γνωρίζουμε καν. Και σε μια περίοδο που έχει καταργηθεί κάθε άλλη υποστήριξη της Πολιτείας στις παραστατικές τέχνες, επιλέγουμε να ενισχύσουμε το, αδρώς επιδοτούμενο ούτως ή άλλως, βελγικό θέατρο.

Σε καμία περίπτωση δεν πιστεύω πως αυτό έγινε σκοπίμως. Η επιλογή αυτή όμως φανερώνει αν μη τι άλλο κακό υπολογισμό και πραγματική άγνοια ή αλλιώς αφελή παρερμηνεία των αναγκών του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου. Είναι επιτακτική ανάγκη χωρίς χρονοτριβή –και το Φεστιβάλ μπορεί ως προς αυτό να αποτελέσει αφετηρία– να συγκροτηθεί μια επιτροπή για τη χάραξη εθνικής πολιτικής θεάτρου, με κριτήρια ούτε συντεχνιακά ούτε μικροπολιτικά. Με διαφάνεια, καθαρές και τεκμηριωμένες επιλογές προσώπων που έχουν ήδη έργο πίσω τους και που μπορούν να διακρίνουν μέσα στον κυκεώνα και τον πληθωρισμό των ελληνικών προτάσεων εκείνες που φέρουν μια αυθεντική δυναμική που μας συνδέει με το παρόν μας. Ανάμεσά τους, η υποστήριξη του σύγχρονου ελληνικού έργου και των νέων ελλήνων συγγραφέων που επιχειρούν να διατυπώσουν το σήμερα παίρνοντας ζωτική απόσταση απ' αυτό πρέπει να είναι μέγιστη προτεραιότητα. Γιατί σε μια εποχή διχασμού και εμπάθειας, αυτό χρειαζόμαστε πάνω απ' όλα: την απόσταση, την επίγνωση και το νόημα.

Είναι καιρός να επανασυνδέσουμε την υποστήριξη της εθνικής δημιουργίας με τα πολιτικά ζητούμενα μιας ανήσυχης κοινωνίας που αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε καταστολή. Να κινητοποιηθούν οι δυνάμεις εκείνες που κατακλύζουν υπογείως την ελληνική κοινωνία, καλλιτεχνών του θεάτρου και του χορού, θεωρητικών, νέων επιστημόνων, συγγραφέων, και οι οποίες μένουν αναξιοποίητες μεταξύ αναγκαστικής καθήλωσης και πρόσκαιρων ενθουσιασμών. 

Οι δυνάμεις αυτές πρέπει τώρα να επιστρατευτούν και να ζωογονήσουν το αποπροσανατολισμένο αλλά δυνάμει ισχυρό Ελληνικό φεστιβάλ στην κατεύθυνση της ανάδειξης και της διάχυσης επιτέλους του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού και στη χώρα του. Γιατί βέβαια η παρουσία των καθιερωμένων θεσμικών φορέων δεν φτάνει. Ένα εθνικό, πόσο μάλλον διεθνές φεστιβάλ, πρέπει να είναι πάνω απ' όλα παραγωγός πολιτισμού, όχι πεδίο αναπαραγωγής ήδη καταξιωμένων και αφομοιωμένων αξιών.

Το μήνυμα αυτής της πολιτικής είναι: Ας δοθούν οι οργανωμένοι θεατρικοί χώροι στους θεσμοποιημένους πειραματιστές.  

Είναι καιρός εντέλει να επανασυνδεθεί ο πολιτισμός και το πνεύμα με τη διατύπωση μιας νέας πολιτικής, κοινωνικής, καλλιτεχνικής προοπτικής σ' αυτόν τον τόπο – πριν βυθιστούμε στο τέλμα της διάψευσης, πριν εμπεδώσουμε συλλογικά ότι δεν υπάρχει καμία μα καμία προοπτική σε καμία κατεύθυνση προς κανένα μέλλον. Εκτός αν υπάρχει κάποια συνειδητή βούληση που μας προστατεύει από τον εαυτό μας: η φλόγα της προετοιμασίας του μέλλοντος να παραμένει στη σκιά σαν αδύναμη ελπίδα, σαν παράνομος συνωμότης που φυλάγεται να μην μολυνθεί από τη διάβρωση της πραγματικότητας. Βλέπε: νέες ομάδες που κάνουν θέατρο σε σπίτια, σε υπόγεια, σε γκαράζ, σε καταλήψεις, ένα ατέλειωτο μελίσσι νέων ή λιγότερο νέων ταλαντούχων ηθοποιών, συγγραφέων, καλλιτεχνών που κάνουν τέχνη, γράφουν ή παίζουν στα κλεφτά απασχολούμενοι, στην καλύτερη περίπτωση, σε επισφαλή επαγγέλματα που κάθε άλλο σχετίζονται με το δημιουργικό πεδίο όπου θα μπορούσαν να ξεδιπλώσουν την ουσία εκείνου που είναι κι εκείνου που μπορούν κι εκείνου που χρειάζεται ως οραματική παρακαταθήκη η κοινωνία όπου ανήκουν.

Το μήνυμα αυτής της πολιτικής είναι: Ας δοθούν οι οργανωμένοι θεατρικοί χώροι στους θεσμοποιημένους πειραματιστές. Οι νέοι καλλιτέχνες ας πειραματιστούν αυτοχρηματοδοτούμενοι στα σπίτια τους. Αυτό θέλουμε;

* Η ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ είναι δρ Συγκριτικής λογοτεχνίας (Paris IV), δραματολόγος και μεταφράστρια.

[1] Συντονιστής του Chantiers d'Europe pour Théâtre de la Ville (Παρίσι) και σύμβουλος διεθνούς προγράμματος του São Luiz Teatro Municipal της Λισσαβώνας: «Watch out for the golden lamb». http://blogues.publico.pt/teatropublico/2016/03/29/watch-out-for-the-golden-lamb/ 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η «Τζένη η Παλαβή» του  Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς

Η «Τζένη η Παλαβή» του Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς

Οι μεταφράσεις που ακολουθούν, από τον κύκλο ποιημάτων «Λόγια για μουσική ίσως», προέρχονται από μια ευρύτερη εργασία εν προόδω πάνω στο ποιητικό έργο του W.B. Yeats, η οποία θα εκδοθεί προσεχώς από τις εκδόσεις Gutenberg.

Εισ.-μτφρ.-σχόλια: Κώστας Κουτσουρέλης

...
Η φροντίδα του σπιτιού που κρατάει το πένθος μακριά

Η φροντίδα του σπιτιού που κρατάει το πένθος μακριά

Ένα εξομολογητικό κείμενο για το πώς βρίσκουμε παρηγοριά στις οικιακές ιεροτελεστίες, με αφορμή τα «οικιακά μυθιστορήματα» της Marilynne Robinson. 

Της Κρίστεν Μάρτιν
Μτφρ. Βάσια Τζανακάρη

Το σπίτι στο επίκεντρο του μυθιστορήματος της Μέριλιν Ρόμπινσον...


Ο δαίμονας του Μέιν

Ο δαίμονας του Μέιν

«Θα χρειαζόταν ένα ολόκληρο δοκίμιο για να απαριθμήσω τις αρετές του. Και πάλι, όμως, δύσκολα θα μπορούσα να εξηγήσω την τερατώδη έλξη που ασκεί επάνω μου». Για τον Στίβεν Κινγκ.

Του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

Υπάρχει ένας σύγχρονός μας συγγραφέας, και μάλιστ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Τα λόγια μας τα βρήκαμε μέσα στους άλλους»

«Τα λόγια μας τα βρήκαμε μέσα στους άλλους»

Η Κορίνα Καλούδη με την πρώτη της ποιητική συλλογή «Και βέβαια τους φοβάμαι» (εκδ. Περισπωμένη) ξεχωρίζει για την ισορροπία που κρατάει ανάμεσα στην ενδοσκόπιση και τον κοινωνικό προβληματισμό. Χαμηλόφωνη, ευθύβολη και αληθινή.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Τι απαντάτε σε όσ...

Έξι περίπατοι, του Αλέξανδρου Ίσαρη

Έξι περίπατοι, του Αλέξανδρου Ίσαρη

Για τα αφηγήματα του Αλέξανδρου Ίσαρη «Έξι περίπατοι - Προσκέφαλο με φύλλα λεμονιάς» (εκδ. Κίχλη).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Πώς παράγεται η συγκίνηση; Πώς γεννιέται η νοσταλγία; Πώς μια βόλτα γίνεται πίνακας ζωγραφικής που ζωντανεύει τόπους και χτίζε...

Η 17η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης εκπέμπει ψηφιακά

Η 17η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης εκπέμπει ψηφιακά

Λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της πανδημίας του COVID-19, η διοργάνωση επικεντρώνεται σε ένα εξ ολοκλήρου διαδικτυακό πρόγραμμα διάρκειας έντεκα ημερών (19-29 Νοεμβρίου) με αιχμή τη συμμετοχή σημαντικών συγγραφέων και την ψηφιακή διοργάνωση των προγραμματιζόμενων φεστιβάλ, εκδηλώσεων και δράσεων, καθώς και των επαγγ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Μητέρες, της Σάρα Νοττ (προδημοσίευση)

Μητέρες, της Σάρα Νοττ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Sarah Knott «Μητέρες – Μια αντισυμβατική ιστορία» (μτφρ. Στέλλα Κάσδαγλη), που κυκλοφορεί στις 29 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΤΟ ΑΚΟΥΣΜΑ

...
Νο 13, του Βάλτερ Μπένγιαμιν (προδημοσίευση)

Νο 13, του Βάλτερ Μπένγιαμιν (προδημοσίευση)

Απόσπασμα μιας ενότητας και μέρος των επιλεγομένων από την ανθολογία του Walter Benjamin «Νο 13 – Εξήντα πέντε θέσεις για τα βιβλία και τις πόρνες, το γράψιμο, την κριτική, τους σνομπ και την επιτυχία», σε μετάφραση και επιλεγόμενα του Κώστα Κουτσουρέλη. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει στις 27 Οκτωβρίου από τις εκδόσ...

Ανακαινίζω τη ζωή μου με αρχιτέκτονα τον Αριστοτέλη, της Φένιας Τσανάκα (προδημοσίευση)

Ανακαινίζω τη ζωή μου με αρχιτέκτονα τον Αριστοτέλη, της Φένιας Τσανάκα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Φένιας Τσανάκα «Ανακαινίζω τη ζωή μου με αρχιτέκτονα τον Αριστοτέλη» το οποίο κυκλοφορεί στις 23 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Για τη Χρυσή Αυγή, την άκρα δεξιά, τον ελληνικό εθνικισμό: 20 βιβλία που έπρεπε να διαβάσουν

Για τη Χρυσή Αυγή, την άκρα δεξιά, τον ελληνικό εθνικισμό: 20 βιβλία που έπρεπε να διαβάσουν

Μια σχεδόν εξαντλητική περιήγηση στα βιβλία που αφορούν την ελληνική ακροδεξιά και τη Χρυσή Αυγή και κυκλοφόρησαν την τελευταία 10ετία στη χώρα μας. Ένα αξιανάγνωστο «σώμα» κειμένων που καλύπτει όλες τις όψεις του σύνθετου πολιτικού και κοινωνικού φαινομένου.

Του Κ.Β. Κατσουλάρη

...
Βιβλία του φθινοπώρου ή τι θα διαβάσουμε τις μέρες που έρχονται

Βιβλία του φθινοπώρου ή τι θα διαβάσουμε τις μέρες που έρχονται

Επιλογή από τις προσεχείς εκδόσεις ελληνικής και μεταφρασμένης πεζογραφίας, ποίησης, δοκιμίων και βιογραφιών.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Με σκεπτικισμό αλλα και συγκρατημένη αισιοδοξία κινούνται οι περισσότεροι από τους εκδοτικούς οίκους ενόψει ενός χ...

Εννέα συγγραφείς, εννέα αγαπημένα βιβλία

Εννέα συγγραφείς, εννέα αγαπημένα βιβλία

Ιάκωβος Ανυφαντάκης, Δήμητρα Λουκά, Μάκης Μαλαφέκας, Βαγγέλης Μπέκας, Ιωάννα Ντούμπρου, Κατερίνα Παπαντωνίου, Γιώργος Παυλόπουλος, Γιώργος Πετράκης, Βάσια Τζανακάρη. Εννέα νέοι συγγραφείς μοιράζονται μαζί μας σκέψεις τους για ένα βιβλίο που διάβασαν τον Αύγουστο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

17 Ιουλίου 2020 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

50 καλά βιβλία για το καλοκαίρι και για πάντα

Πενήντα καλά βιβλία από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή τα οποία ξεχωρίσαμε ανάμεσα σε πολλά ακόμη καλά βιβλία. Ελληνική και μεταφρασμένη πεζογραφία, ποίηση, δοκίμια ιστ

ΦΑΚΕΛΟΙ

ΞΕΧΩΡΙΣΑΜΕ

ΝΑ ΑΛΛΟ ΕΝΑ