katadromi-sto-aigaion

Για την ταινία του Μ. Καραγάτση Καταδρομή στο Αιγαίον (1946), μία από τις πρώτες που γυρίστηκαν για την Αντίσταση και η μοναδική που έκανε ο συγγραφέας.

Της Παναγιώτας Μ. Χατζηγεωργίου

«Υπολοχαγός Νατάσσα» (1970), «Το νησί των γενναίων» (1959), «Υποβρύχιον: Παπανικολής» (1971) είναι μερικές μόνο από τις ελληνικές κινηματογραφικές παραγωγές που έχουν πλέον προσλάβει εθιμικά χαρακτηριστικά, καθώς προβάλλονται κάθε χρόνο από την τηλεόραση, προκειμένου να τιμηθεί η εθνική επέτειος της 28ης Οκτωβρίου 1940. Μπορούμε, όμως, να φανταστούμε ποια ταινία βρίσκεται στη γένεση αυτού που αναγνωρίζουμε ως «ελληνική πολεμική κινηματογραφική παραγωγή»;

«Εμένα, όμως, μου αρέσουν τα τολμήματα», δηλώνει ευθαρσώς ο δημοσιογράφος, διαφημιστής και πασίγνωστος λογοτέχνης Μ. Καραγάτσης, στην επιφυλλίδα του με τίτλο «Η ‘Καταδρομή’. Μία νέα ελληνική πολεμική ταινία», που δημοσιεύεται στην εφημερίδα Η Ελλάς, στις 8/10/1945[1]. Για πρώτη φορά στη συνεργασία του με αυτό το έντυπο ζητά από τους αναγνώστες του την άδεια να «περιαυτολογήσ[ει] λιγάκι» για να τους φανερώσει τις σκέψεις που τον απασχολούν εδώ και πολύ καιρό[2] σχετικά με την άμεση ανάγκη «το ελληνικόν έπος του 1940-1944… να πάρη την άξια θέση του, όχι μόνο στην Ιστορία και τη Λογοτεχνία, αλλά και στην οθόνη».

Παρά τη διαπίστωσή του ότι «με τα κωμικά μέσα που διαθέτει η ελληνική κινηματογραφία» το σχέδιο να «γίνει μια ταινία με θέμα την πολεμική δράση της Ελλάδας… που να απευθύνεται στις πλατειές λαϊκές μάζες, δίχως να κάνει καμμιάν υποχώρηση στο κεφάλαιο ‘τέχνη’» είναι εξίσου περίπλοκο με το γόρδιο δεσμό, αποκαλύπτει ότι ζύγισε την κατάσταση, έγραψε «το σενάριό [τ]ου κατά τον πιο περίτεχνο και πονηρό τρόπο» και τέλος, ζήτησε κι έλαβε τη βοήθεια του Γ.Ε.Σ και του Γ.Ε.Ν.

Η ταινία είναι μία φιλόδοξη παραγωγή με καλούς ηθοποιούς και εμπορική θεματολογία: ερωτικά τρίγωνα, κατασκοπία με πομπούς ασυρμάτου, ηρωικές μάχες των Ελλήνων σε στεριά και θάλασσα, σε πλοία και υποβρύχια. Ωστόσο, δε γνωρίζει ούτε εμπορική ούτε καλλιτεχνική επιτυχία.

Στην επιφυλλίδα του ο Μ. Καραγάτσης διαρκώς υπονοεί ότι σκηνοθετεί ο ίδιος την ταινία που κάνει πρεμιέρα στις 28/4/1946, με τίτλο Καταδρομή στο Αιγαίον και το ακόλουθο σενάριο: Ο λοχαγός Αλέξης Κομνηνός (Λάμπρος Κωνσταντάρας) ξεφεύγει από τους Γερμανούς και με τη βοήθεια του μοναχού Συνέσιου (Χριστόφορος Νέζερ) δραπετεύει στην Αίγυπτο με το υποβρύχιο «Παπανικολής». Ενώ φλερτάρει με μία νέα κοπέλα, τη Μαρία (Ζινέτ Λακάζ), μαθαίνει ότι στην Αθήνα, η πολυαγαπημένη γυναίκα του Άννα (Ελένη Χατζηαργύρη) τον απατά με τον υποπλοίαρχο και κυβερνήτη του υποβρυχίου «Πιπίνος» Γιάννη Ρεΐζη (Μάνος Κατράκης). Κατά τη συνάντηση των δύο αξιωματικών στην Αίγυπτο, ο Α. Κομνηνός δεν πείθεται από τις εξηγήσεις του Γ. Ρεΐζη και η συναισθηματική του κατάσταση επιβαρύνεται, όταν, αργότερα, βλέπει μία φωτογραφία της Άννας στην αγκαλιά ενός γερμανού αξιωματικού. Κάποτε, ο Συνέσιος συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε θάνατο για κατασκοπία κι ο Α. Κομνηνός προθυμοποιείται να τον απελευθερώσει. Η αποστολή κρίνεται τόσο παράτολμη, ώστε εκτελείται από εθελοντές (ανάμεσά τους κι ο Γιώργος Φούντας ως κομπάρσος-καταδρομέας). Η επιχείρηση επιτυγχάνει εν μέρει, καθώς το στρατόπεδο αλώνεται μεν αλλά ο καλόγερος έχει ήδη εκτελεστεί. Η Α. Κομνηνού, που ήταν επίσης φυλακισμένη εκεί ως ισοβίτισσα, βρίσκει τον άντρα της και τον παρακαλεί να τη σώσει. Κατά την επιστροφή τους στην Αίγυπτο, εμπλέκονται σε μία φοβερή αλλά νικηφόρα ναυμαχία με τους Γερμανούς και η Άννα τραυματίζεται θανάσιμα. Πριν πεθάνει, εξηγεί στον Α. Κομνηνό ότι δεν είχε ποτέ εραστή τον Ρεΐζη και ότι σχετίστηκε με τον γερμανό αξιωματικό κατ’ εντολήν του Συνέσιου για κατασκοπευτικούς λόγους. Ύστερα από την εξομολόγησή της, εκείνος συγκλονισμένος σκεπάζει το σώμα της με την ελληνική σημαία. Μετά το τέλος του πολέμου ο Α. Κομνηνός επισκέπτεται τον τάφο της Άννας, που βρίσκεται σε ένα ερημονήσι, μαζί τη Μαρία, η οποία τον προτρέπει να συνεχίσουν να ζουν γιατί «το χρωστάμε στη μεγάλη μας μητέρα, την Ελλάδα».

alt
    Η διαφημιστική καταχώρηση της ταινίας
    "Καταδρομή στο Αιγαίον" (1946)

Η ταινία είναι πράγματι μία φιλόδοξη παραγωγή[3] –υπάρχει και υποθαλάσσιο πλάνο υποβρυχίου–, με καλούς ηθοποιούς και εμπορική θεματολογία: ερωτικά τρίγωνα, κατασκοπία με πομπούς ασυρμάτου, ηρωικές μάχες των Ελλήνων σε στεριά και θάλασσα, σε πλοία και υποβρύχια. Ωστόσο, δεν γνωρίζει ούτε εμπορική ούτε καλλιτεχνική επιτυχία[4]. Στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου καταγράφεται λόγω της βαρύτητας του λογοτεχνικού ονόματος του Μ. Καραγάτση[5] και επειδή είναι μία από τις δύο πρώτες ταινίες που προβλήθηκαν μετά την απελευθέρωση και είχαν ως θέμα τους την αντίσταση των Ελλήνων στις δυνάμεις του Άξονα –η δεύτερη είναι το φιλμ Αδούλωτοι Σκλάβοι (1946)[6] του Β. Παπαμιχάλη. 

Εντούτοις, πρέπει να σημειωθεί ότι η Καταδρομή «έκανε σχολή, καθώς είναι η πρώτη από μια σειρά ταινιών που αναπαριστάνουν στη μεγάλη οθόνη τα κατορθώματα των σαμποτέρ και συντέλεσε αποφασιστικά στη διαμόρφωση της κινηματογραφικής μυθολογίας για την Κατοχή»[7]. Πράγματι, η ταινία συμπλέει με την επίσημη, κρατική αντίληψη για τα –τότε– πρόσφατα ιστορικά γεγονότα, καθώς στηρίζει την ιδεολογία και παράγει τα εθνικά (είναι εύγλωττα τα ονόματα Αλέξης και Άννα Κομνηνού) και κοινωνικά στερεότυπα που κυριάρχησαν -όχι μόνο κινηματογραφικά– στη μεταπολεμική Ελλάδα σχετικά με τα γεγονότα του 1940-1944 για τις επόμενες πολλές δεκαετίες[8]: οι αδίστακτοι Γερμανοί και οι διαλλακτικοί ή/και αφελείς Ιταλοί, οι καλοί σύμμαχοι Άγγλοι, οι ατρόμητοι, ιπποτικοί –και συχνά ωραίοι– έλληνες αξιωματικοί, οι ηρωικοί καλόγεροι, ο γενναίος και αγαθός ελληνικός λαός[9].

Η ταινία συμπλέει με την επίσημη, κρατική αντίληψη για τα –τότε– πρόσφατα ιστορικά γεγονότα, καθώς στηρίζει την ιδεολογία και παράγει τα εθνικά και κοινωνικά στερεότυπα που κυριάρχησαν στη μεταπολεμική Ελλάδα σχετικά με τα γεγονότα του 1940-1944 για τις επόμενες πολλές δεκαετίες.

Επιπρόσθετα, το φιλμ παρουσιάζει ενδιαφέρον ερευνητικά και για τους εξής λόγους: πρώτον, ως εικονογραφικό σχόλιο-συμπλήρωμα στο λογοτεχνικό έργο του Μ. Καραγάτση, καθώς στο μάλλον βιαστικό σενάριο και στη συχνά αμήχανη σκηνοθεσία του αναγνωρίζονται σταθερά στοιχεία της πεζογραφικής ποιητικής του: σημασία στη λεπτομέρεια, όπως απαιτεί ο ρεαλισμός, γλωσσικός κοσμοπολιτισμός, ζωντανοί διάλογοι, καλοφτιαγμένοι δευτερεύοντες χαρακτήρες[10], χρήση του χιούμορ ως ειρωνικού σχολίου ή ως μηχανισμού δραματικής αποφόρτισης. Επιπλέον, στην πλοκή του σεναρίου και στην κατασκευή του χαρακτήρα του αξιωματικού Α. Κομνηνού εντοπίζονται αρκετά δομικά στοιχεία που απαντώνται αργότερα και στην μυθιστορηματική βιογραφία Βασίλης Λάσκος (1948).

Δεύτερον, φωτίζει μία άλλη πλευρά της πολυσχιδούς προσωπικότητας του Μ. Καραγάτση ως ατόμου κι ως εκπροσώπου της περιβόητης γενιάς του ’30[11]. Ο συγγραφέας, πνεύμα πρωτοπόρο, από πολύ νωρίς αντιλαμβάνεται ότι ο κινηματογράφος δεν είναι μόνο ένα τεχνολογικό επίτευγμα αλλά και ότι αποτελεί μία νέα μορφή τέχνης με τεράστιες δημιουργικές δυνατότητες, όπως φαίνεται στο πυκνογραμμένο άρθρο του «Μια νέα μορφή της τέχνης», το οποίο, αν και δημοσιεύεται στο περιοδικό Μακεδονικές ημέρες το 1935, είναι γραμμένο πριν από τέσσερα χρόνια, δηλαδή το 1931[12]! Ο κινηματογράφος, η ανάπτυξή του στην Ελλάδα, η σύγκρισή του με το θέατρο και κυρίως η σχέση του με την πεζογραφία και τους πεζογράφους ως δυνητικούς σεναριογράφους είναι θέματα που απασχολούν επιφυλλιδογραφικά τον Μ. Καραγάτση σε όλο τον πνευματικό του βίο (από τη συνεργασία του στην εφημερίδα Η Πρωΐα[13] ως και τα κείμενά του στην εφημερίδα Ανεξάρτητος Τύπος). Ωστόσο, ο ίδιος επέτρεψε στον Μ. Καραγάτση-κινηματογραφικό δημιουργό μία μόνο Καταδρομή.

* Η ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ Μ. ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι Διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας. Εκπονεί μεταδιδακτορική έρευνα στο έργο του Μ. Καραγάτση.

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗ

[1] Δημοσιεύτηκε στη δεύτερη σελίδα, όπως και οι περισσότερες από τις επιφυλλίδες του Μ. Καραγάτση στην εφημερίδα Η Ελλάς, τις οποίες η –μέχρι τώρα– έρευνά μου έχει εντοπίσει στο διάστημα 1945-1947. Η έρευνα χρηματοδοτήθηκε από το πρόγραμμα μεταδιδακτορικών υποτροφιών του Ι.Κ.Υ.
[2] Υπάρχει καταγεγραμμένο δημοσίευμα του περιοδικού Κινηματογραφικός αστήρ το 1943, στο οποίο κάποιος «παλαίμαχος κινηματογραφιστής» αναφέρει ότι «εις κύριος ονόματι Καραγάτσης» ετοιμάζεται να γυρίσει ταινία. Βλ. Φ. Ηλιάδης, Ο ελληνικός κινηματογράφος 1906-1960, εκδότης «Φαντασία», σελ. 73. 
[3] Πρόκειται για την πρώτη ταινία αμιγούς παραγωγής (Βλ. Φ. Ηλιάδης, ό.π., σελ. 75) του κινηματογραφικού παραγωγού Ηλία Περγαντή που ασχολήθηκε με την παραγωγή, καθώς και την εισαγωγή κι εκμετάλλευση ταινιών μέχρι το 1972, οπότε η κρίση της κινηματογραφικής βιομηχανίας στην Ελλάδα τον ανάγκασε να στραφεί στο γενικό εμπόριο. Βλ. Α. Μητροπούλου, Ελληνικός κινηματογράφος, Β΄ έκδοση, αναθεωρημένη και συμπληρωμένη με φιλμογραφία και cd, εκδόσεις Παπαζήση 2006, σελ. 100.
[4] Η ταινία «έκοψε στην Αθήνα 49.108 εισιτήρια και κατατάχθηκε 21η τη σεζόν 1945/1946». Βλ. Γ. Ανδρίτσος, Η Κατοχή και ηΑντίσταση στον ελληνικό κινηματογράφο (1945-1966), Αιγόκερως, Αθήνα 2004, σελ. 89.
[5] Βλ. Γ. Γρηγορίου, Μνήμες σε άσπρο και σε μαύρο. Ι. Τα ηρωϊκά χρόνια, Αιγόκερως, Αθήνα 1988, σελ. 28-29.
[6] Στην ταινία πρωτοεμφανίστηκε μεταξύ άλλων η Έλλη Λαμπέτη ως ηθοποιός και ο Μάνος Χατζιδάκις ως συνθέτης. Βλ. Α. Ρούβας, Χ. Σταθακόπουλος, Ελληνικός κινηματογράφος. Ιστορία – Φιλμογραφία – Βιογραφικά. Τόμος Α΄ (1905 – 1970), Ελληνικά γράμματα, Αθήνα 2005, σελ. 61 και Γ. Ανδρίτσος, ό.π., σελ. 25 και 89-90.
[7] Γ. Ανδρίτσος, ό.π., σελ. 22.
[8] Για τον τρόπο που αποδίδονται τα ιστορικά γεγονότα στην ταινία βλ. Γ. Ανδρίτσος, ό.π., σελ. 22 και 88-89.
[9] Ο Μ. Καραγάτσης θεωρούσε ότι καθήκον του λογοτέχνη είναι η αντικειμενική απόδοση της Ιστορίας μέσα από το έργο του και ο ίδιος διαπνεόταν από ένα ιδιαίτερα έντονο αίσθημα δικαιοσύνης. Γι’ αυτό, ας σημειωθεί ότι στην ταινία του αφιερώνει μία σκηνή με την οποία αναδεικνύει τη χαμηλή ηθική ποιότητα των ελλήνων συνεργατών-μεταφραστών των Γερμανών. Επίσης, στο σενάριό του γίνεται μικρή αναφορά και στους αντάρτες των βουνών: όταν μετά την επιχείρηση για την κατάληψη του γερμανικού στρατοπέδου, ο Α. Κομνηνός ρωτάει τους ντόπιους πώς θα τα βγάλουν πέρα με τους γερμανούς αιχμαλώτους, ένας απαντά ότι τώρα που τους έδωσε όπλα ο λοχαγός «θα τους κανονίσουμε καλά» και μετά «δρόμο κι εμείς» και ένας άλλος συμπληρώνει «αντάρτες στα βουνά». 
[10] Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο χαρακτήρας που ονομάζεται «Τάκης Αγλέορας», ένα αναιμικό αντίστοιχο του Σάντσο Πάντσα. Από απλός χωρικός προάγεται από τον Α. Κομνηνό σε λοχία του ελληνικού στρατού στην Αίγυπτο και λειτουργεί αποδομιστικά – αποφορτιστικά στον ηρωισμό της ταινίας.
[11] Ένας άλλος εκπρόσωπος της γενιάς του ’30 που ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο είναι ο Άγγελος Τερζάκης. Υπήρξε σεναριογράφος και σκηνοθέτης της ελληνικής ταινίας Νυχτερινή περιπέτεια (1954) με αποτελέσματα ανάλογα με αυτά του ομοτέχνου του Μ. Καραγάτση. Βλ. σχετικά Θ. Αγάθος, «Ένας συγγραφέας πίσω από την κάμερα: ο Άγγελος Τερζάκης και το πείραμα της Νυχτερινής περιπέτειας», Η εποχή του μυθιστορήματος. Αναγνώσεις της πεζογραφίας της γενιάς του ’30, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 2014, σελ. 152-166.
[12] Βλ. Μ. Καραγάτσης, «Μια νέα μορφή της τέχνης», περ. Μακεδονικές ημέρες, τεύχ. 5, Ιούνιος 1935, σελ. 199-213. Στο άρθρο προτάσσεται ως πρόλογός του μία επιστολή του Μ. Καραγάτση στον Σ. Ξεφλούδα. Ως μικρή απόδειξη για το μέγεθος της πνευματικής οξύτητας του Μ. Καραγάτση παραθέτω την άποψή του ότι ο Charlie Chaplin είναι «ανώτερος και πλατύς δημιουργός», ξεχωριστά από όλους τους άλλους διαπρεπείς σκηνοθέτες που απαριθμεί στη μελέτη του (ανάμεσά τους κι ο  S. Eisenstein).
[13] Βλ. Μ. Καραγάτσης, «Θέατρο και κινηματογράφος» Α΄, εφ. Η Πρωΐα, 25/11/1942, σελ. 1, Β΄, 2/12/1942, σελ. 1, και Γ΄, 9/12/1942, σελ. 1, «Ο ελληνικός κινηματογράφος», , εφ. Ανεξάρτητος Τύπος, 19/8/1958, σελ. 1 και 5. Για περισσότερα στοιχεία σχετικά με τα κείμενα της Πρωΐας και τον Μ. Καραγάτση ως επιφυλλιδογράφο και κριτικό, βλ. Π. Χατζηγεωργίου, «Η «χρυσή μεσότητα» του λογοτέχνη-κριτικού: η κριτική μεταγλώσσα του Μ. Καραγάτση», στο 3o Πανελλήνιο Συνέδριο Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Μ. Καραγάτσης 2014: «Η παρουσία της Θεσσαλίας στη νεοελληνική λογοτεχνία από την απελευθέρωση μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», Λάρισα, Ραψάνη 4-6 Απριλίου 2014 (υπό έκδοση). Ο Μ. Καραγάτσης συνεργάστηκε με την εφημερίδα Ανεξάρτητος Τύπος το διάστημα από τον Αύγουστο έως το Σεπτέμβριο του 1958 διατηρώντας προσωπική στήλη, στην οποία έγραφε επιφυλλίδες και χρονογραφήματα (Έχω εντοπίσει 12 κείμενα, μέχρι στιγμής).

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ρίμες οι αναξιοποίητες

Ρίμες οι αναξιοποίητες

Σκέψεις για τη ρίμα στην ελληνική ποίηση και σε τρεις ακόμα ευρωπαϊκές γλώσσες.

Του Κώστα Κουτσουρέλη

Σε παλιά τηλεοπτική εκπομπή, ο Μανόλης Αναγνωστάκης είχε κάποτε πει ότι τις δυνατότητες της ρίμας η νεοελληνική ποίηση ...

Ο Σαμ Σέπαρντ, περί συγγραφής

Ο Σαμ Σέπαρντ, περί συγγραφής

Ο Σαμ Σέπαρντ, πολυβραβευμένος συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιός, πέθανε σαν σήμερα, στις 27 Ιουλίου 2017, στα εβδομήντα τρία του χρόνια. Ακολουθεί επιλογή από σκέψεις για τη γραφή, την έμπνευση και τη ζωή του συγγραφέα, όπως τις έχει εκφράσει σε συνεντεύξεις. 

Επιλογή & μετάφραση: Μέμη Κα...

Καλοκαίρια του Άρθουρ Μίλερ πριν από τον κλιματισμό

Καλοκαίρια του Άρθουρ Μίλερ πριν από τον κλιματισμό

Η πόλη το καλοκαίρι έπλεε σε μια παραζάλη, που έκανε κατά τα άλλα σοβαρούς ανθρώπους να ανταλλάσσουν την εξής σαχλαμάρα όταν συναντιούνταν «Κάψωσες; Χαχά!»

Του Άρθουρ Μίλερ
Μτφρ. Βάσια Τζανακάρη

Ποια χρονιά ήταν, δεν...


ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Μίλησε, μνήμη» με τις λέξεις της Ελιάνας Χουρμουζιάδου

«Μίλησε, μνήμη» με τις λέξεις της Ελιάνας Χουρμουζιάδου

Ζητήσαμε από πεζογράφους, ποιητές, μεταφραστές και επιμελητές να μας στείλουν μια καλοκαιρινή φωτογραφία από το προσωπικό τους αρχείο και να την πλαισιώσουν με μια ανάμνηση. Σήμερα, η Ελιάνα Χουρμουζιάδου.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Εικονογράφηση: Πάρις Κούτσικος - par...

«Μίλησε, μνήμη» με τις λέξεις της Χίλντας Παπαδημητρίου

«Μίλησε, μνήμη» με τις λέξεις της Χίλντας Παπαδημητρίου

Ζητήσαμε από πεζογράφους, ποιητές, μεταφραστές και επιμελητές να μας στείλουν μια καλοκαιρινή φωτογραφία από το προσωπικό τους αρχείο και να την πλαισιώσουν με μια ανάμνηση. Σήμερα, η Χίλντα Παπαδημητρίου.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Εικονογράφ...

Το Jojo Rabbit, του Τάικα Γουαϊτίτι, ανανεώνει το βλέμμα μας για τη ναζιστική θηριωδία

Το Jojo Rabbit, του Τάικα Γουαϊτίτι, ανανεώνει το βλέμμα μας για τη ναζιστική θηριωδία

Σκέψεις με αφορμή την ταινία του Jojo Rabbit (2019) του Νεοζηλανδού Taika Waititi (Τάικα Γουαϊτίτι), παράλληλα με μυθιστορήματα που πραγματεύονται με φρέσκο τρόπο τη ναζιστική θηριωδία. 

Του Κ.Β. Κατσουλάρη

Η ταινία Jojo Rabbi...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Emmanuel Levinas: «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο»

Emmanuel Levinas: «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Emmanuel Levinas «Πάουλ Τσέλαν: Από το Είναι στο Άλλο» σε μετάφραση και επίμετρο του Θωμά Συμεωνίδη, το οποίο κυκλοφορεί το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Θάνος M. Βερέμης: «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21»

Θάνος M. Βερέμης: «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Θάνου M. Βερέμη «21 ερωτήσεις & απαντήσεις για το '21», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ...

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Γρηγόρης Αζαριάδης: «Παραπλάνηση»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Γρηγόρη Αζαριάδη «Παραπλάνηση», που κυκλοφορεί στις 2 Ιουλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Μια Σκιά

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

17 Ιουλίου 2020 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

50 καλά βιβλία για το καλοκαίρι και για πάντα

Πενήντα καλά βιβλία από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή τα οποία ξεχωρίσαμε ανάμεσα σε πολλά ακόμη καλά βιβλία. Ελληνική και μεταφρασμένη πεζογραφία, ποίηση, δοκίμια ιστ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

17 Ιουλίου 2020 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

50 καλά βιβλία για το καλοκαίρι και για πάντα

Πενήντα καλά βιβλία από την πρόσφατη εκδοτική παραγωγή τα οποία ξεχωρίσαμε ανάμεσα σε πολλά ακόμη καλά βιβλία. Ελληνική και μεταφρασμένη πεζογραφία, ποίηση, δοκίμια ιστ

ΦΑΚΕΛΟΙ

ΞΕΧΩΡΙΣΑΜΕ

ΝΑ ΑΛΛΟ ΕΝΑ