
Για τη νουβέλα του Ντίνου Γιώτη «Αθήνα 2.0» (εκδ. Βακχικόν). Εικόνα: Ο συγγραφέας.
Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου
Στην παρουσίαση της νουβέλας του Ντίνου Γιώτη Αθήνα 2.0 (εκδ. Βακχικόν), που έγινε στις 12 Ιουνίου στον Τεχνοχώρο Φάμπρικα, μίλησαν ο δημοσιογράφος Χρήστος Μέγας και ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Σόλωνας Παπαγεωργίου, ενώ αποσπάσματα διάβασε ο ηθοποιός Γιώργος Φασουλάς. Ένα βιβλίο που θυμίζει αστυνομικό θρίλερ, με θέμα τη νεανική παραβατικότητα και αναφορές στη ραπ μουσική.
Ακολουθούν όσα είπε στην παρουσίαση του βιβλίου ο Σόλωνας Παπαγεωργίου
Πόσο συχνά, τώρα τελευταία, μας απασχολεί το ζήτημα της νεανικής παραβατικότητας, αλλά και της αυξημένης, απ’ ό,τι δείχνει η επικαιρότητα τουλάχιστον, ροπής των νέων προς τη βία; Και κατά πόσο μπορούμε να κοιτάξουμε τη μεγάλη εικόνα όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με συγκεκριμένα περιστατικά, να εξετάσουμε δηλαδή τους λόγους που ωθούν γενικά τα άτομα που διανύουν τις πρώτες δεκαετίες της ζωής τους σε σκοτεινά μονοπάτια;
![]() |
| Από αριστερά: Σόλωνας Παπαγεωργίου (δημοσιογράφος, συγγραφέας), Ντίνος Γιώτης (δημοσιογράφος, συγγραφέας), Χρήστος Μέγας (δημοσιογράφος), Γιώργος Φασουλάς (ηθοποιός) |
Με αυτούς τους προβληματισμούς συνδέεται ο πυρήνας του έργου του Ντίνου Γιώτη Αθήνα 2.0 (εκδ. Βακχικόν), που από τον τίτλο και μόνο κάνει ένα υπαινικτικό σχόλιο, με μια αναφορά στο εθνικό σχέδιο ανάκαμψης. Ξεκινώντας την ιστορία, συνειδητοποιούμε πως οι ήρωες ανήκουν στην κατηγορία των λιγότερο προνομιούχων, που δεν θα μπορούσαν να διασχίσουν με ευκολία, και ανοδικά, τα όρια της τάξης τους. Πιο συγκεκριμένα, διαβάζουμε τον μονόλογο του Λαζάρου, περισσότερο γνωστού με το ψευδώνυμο Daw, που πάει να πει «καλιακούδα». Στην πρώτη κιόλας παράγραφο έχει μπλέξει άσχημα:
«Αν είχα πάρει το εννιάρι από τον Κόζι, δεν θα είχα κανένα πρόβλημα με τον Boss, ούτε θα μάζευα τα κομμάτια μου εκείνη την κρύα νύχτα του Απρίλη, που μου έδωσαν ραντεβού στο νταμάρι. Θα του την άναβα από κοντά».
Από τις αρχικές γραμμές μπαίνουμε στο σκηνικό της ιστορίας, που έχει την αύρα μιας νουάρ αφήγησης. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά και ας εστιάσουμε λίγο στον Daw: είναι φοιτητής, που όμως στην ουσία έχει παρατήσει τη σχολή του. Μένει με τους γονείς και τη γιαγιά του, τη μητέρα του πατέρα του, που κοιμάται στον καναπέ του σαλονιού και ήρθε στην Αθήνα αφότου έπεσε και χτύπησε στο χωριό και δεν βρισκόταν κανείς εκεί για να τη φροντίσει. Στο κάδρο υπήρχε κάποτε και μία αδερφή, που όμως έχει εγκαταλείψει το σπίτι, κλείνοντας κάθε δίαυλο επικοινωνίας με τα υπόλοιπα μέλη. Ο πατέρας, μια φιγούρα με παραβατικό παρελθόν, ξεσπά όταν δεν βρίσκει έτοιμο φαγητό στο σπίτι και τότε η μάνα κλειδώνεται φοβισμένη στην κρεβατοκάμαρά τους.
Ο Daw, λοιπόν, πρέπει να δραπετεύσει, χρειάζεται χρήματα και μάλιστα γρήγορα – ξεκινά να δουλεύει ως διανομέας σε μια πιτσαρία, σύντομα, όμως, ξεπροβάλει μια καλύτερη, ή έτσι πιστεύει, ευκαιρία: μαζί με το φαγητό, θα παραδίδει και κοκαΐνη, «τη χιονάτη μαζί με την πίτσα». Για πρώτη φορά στη ζωή του αρχίζει να μαζεύει σοβαρά λεφτά και τότε παρασύρεται από την απληστία και σκαρώνει ένα κόλπο ώστε να πιάσει την καλή. Κάπου εκεί, όλα πάνε στραβά. Αλλά ας μην μαρτυρήσουμε περισσότερα…
Είναι ο Daw ένας θετικός ή ένας αρνητικός ήρωας; Βρίσκεται στη μεθόριο, θα μπορούσαμε να πούμε, όπως η πλειοψηφία των αξιόλογων λογοτεχνικών χαρακτήρων. Έχει απορρίψει την κοινωνία, όμως όλα δείχνουν πως η κοινωνία τον είχε απορρίψει εκ των προτέρων. Συχνά οικειοποιείται τις εμπειρίες των ζώων για να περιγράψει πώς είναι να ζει κανείς στο περιβάλλον του: «Εδώ είναι ζούγκλα και εσύ ανυπεράσπιστο φυτοφάγο (να το ξέρεις)». Σε κάποια σημεία υιοθετεί στοχαστική διάθεση, και τότε φαίνεται η ειλικρίνεια με την οποία κοιτά τις καταστάσεις: «Ίσως, στην τελική, να είχε να κάνει με κάποια πατρική φιγούρα που αναζητούσα στη μοναχική διάθεση», και αυτό δεν θα το ακούγαμε, σε καμία περίπτωση, από έναν ρηχό ήρωα.
Αναφορές στη ραπ
Με αντίστοιχη ειλικρίνεια αναπαρίσταται, από τον συγγραφέα, ο κεντρικός χαρακτήρας: η χρήση της νεανικής αργκό, αλλά και η ενσωμάτωση στίχων της ραπ μουσικής από καλλιτέχνες όπως ο Λεξ, ο Βέβηλος, ο Εθισμός και άλλοι, δημιουργούν ένα πειστικό πορτραίτο – το επιβεβαιώνω αυτό, που ηλικιακά δεν απέχω τόσο πολύ από τον Daw, για τον οποίο μιλάμε. Όσον αφορά τη ραπ μουσική, τώρα, πρόκειται για ένα είδος που αντλεί έμπνευση από τις εμπειρίες ανθρώπων που η κοινωνία τούς έχει τοποθετήσει στο περιθώριο. Τα τραγούδια της σχολιάζουν συχνά κοινωνικές παθογένειες και διακρίνονται για την οργή που κουβαλούν, η οποία εκφράζεται άλλοτε με ευρηματικό τρόπο, προσφέροντάς μας τροφή για σκέψη, άλλοτε -τα λιγότερο καλά- με μια μηδενιστική διάθεση, ή ανακυκλώνοντας στερεότυπα. Προς τιμήν του, ο Λάζαρος, ο Daw, επιλέγει στίχους που μιλούν για αδικίες και παθογένειες, παίρνοντας θέση: «Τα στέφανά μας έχουν βγάλει αγκάθια» λέει ο Βέβηλος, ενώ ο Λεξ αναρωτιέται: «Ποια είναι η δικαιοσύνη που όλο ψάχνεις να βρεις»;
Θα μπορούσε να βρει μια πραγματική διέξοδο ο Λάζαρος, κάποιον δρόμο προς την εξιλέωση; Το πραγματικό του όνομα αναφέρεται μονάχα μία φορά στην ιστορία, αλλά μάλλον έχει σημασία η επιλογή του.
Σε συνέντευξη που μας παραχώρησε ο συγγραφέας, μας είπε: «Αν διαβάσει κανείς ρίμες των τραγουδιών τους -όχι μόνο να τις ακούσει- θα ανακαλύψει αυθεντική ποίηση, σε μια γλώσσα νεανική. Μια γλώσσα ζωντανή, που βγαίνει μέσα από την καθημερινότητα των νέων, αλλά εμπλουτισμένη και με εκφράσεις της slang».
Ο δρόμος προς την εξιλέωση
Στην ίδια συνέντευξη, παρακάτω, λέει ο συγγραφέας: «Κάθε εποχή και η δυσκολία της, κάθε πόρτα το καρφί της. Όμως, κατά τη γνώμη μου, εκείνο που χαρακτηρίζει τα πράγματα σήμερα και διαποτίζει ως το μεδούλι τους νέους είναι το πνιγηρό συναίσθημα του παγιδευμένου ανθρώπου. Του νέου ανθρώπου που θέλει να αναπνεύσει αλλά πνίγεται, που θέλει να πετάξει αλλά τον κρατάνε καθηλωμένο, που θέλει να ζήσει αλλά του στερούν τα μέσα».
Θα μπορούσε να βρει μια πραγματική διέξοδο ο Λάζαρος, κάποιον δρόμο προς την εξιλέωση; Το πραγματικό του όνομα αναφέρεται μονάχα μία φορά στην ιστορία, αλλά μάλλον έχει σημασία η επιλογή του. Είναι αλήθεια πως σε αρκετά σημεία, η νουβέλα φέρνει στον νου τις γκανγκστερικές ταινίες του Σκορσέζε, ο οποίος μέσω του μοντάζ, του φωτισμού και με άλλες μεθόδους, συχνά απεικονίζει τους ήρωές του ως έκπτωτους αγγέλους. Όσοι έχουν δει την ταινία «The Departed» ίσως θυμούνται το τελευταίο πλάνο, στο οποίο, μέσα από ένα παράθυρο, φαίνεται στο βάθος ο τρούλος μιας εκκλησίας – και μπροστά, πιο κοντά στην κάμερα, στα κάγκελα του μπαλκονιού περπατά ένας αρουραίος. Αναφορά σε τρούλο βρίσκουμε και στη νουβέλα του Ντίνου Γιώτη: «Ένα τέτοιο μεσημέρι που είχα τις μαύρες μου μπήκα στην εκκλησία με τον κόκκινο τρούλο. Άναψα ένα κερί χωρίς να ρίξω λεφτά στο παγκάρι και το έμπηξα βαθιά στην άμμο».
Σε συμβολικό επίπεδο, η ελπίδα για εξιλέωση μοιάζει να σιγοσβήνει.
Στην κοινωνία που ζουν οι ήρωες, τα ίχνη της πνευματικότητας πάνε να εξαλειφθούν. Σε συμβολικό επίπεδο, η ελπίδα για εξιλέωση μοιάζει να σιγοσβήνει. Αναφέρει ο ήρωας: «Ζηλεύω τη μαμά που βρήκε αποκούμπι στον Θεό και χάνεται μέσα στις μεταφυσικές της ονειροπολήσεις, όπως εγώ χάνομαι μέσα στις ρίμες μου». Και πιο κάτω: «Ο Δήμος έχει στήσει μια κακόγουστη φάτνη από πλαστικό και άχυρα στην άκρη της πλατείας». Και όταν εντέλει πεθαίνει η γιαγιά, που ήθελε να ταφεί στο χωριό: «Και όταν η μάνα μου άρχισε να υποστηρίζει ότι η τελευταία επιθυμία ενός ανθρώπου είναι ιερή και πρέπει να τη σεβόμαστε, ο πατέρας έκλεισε κάθε συζήτηση λέγοντας πως καλά θα είναι και στο Τρίτο Νεκροταφείο».
Το τέλος
Τι γίνεται, λοιπόν, με τον Daw στο τέλος; Αν θυμηθούμε την πρώτη φράση του -«Αν είχα πάρει το εννιάρι από τον Κόζι»-, θα συμπεράνουμε πως στην τελική σύγκρουση δεν έχει μαζί του όπλο. Ίσως εκπλαγούμε με αυτή την απόφαση – σύμφωνα με τον Τσέχωφ, όποτε ένα στοιχείο, όπως ένα όπλο, εμφανίζεται σε μια ιστορία, πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως το τέλος της. Η απόρριψη της οπλοφορίας, όμως, συνεπάγεται στην ουσία την απόρριψη της κλιμάκωσης της βίας. Στις καταληκτικές σελίδες τα ενδεχόμενα παραμένουν ανοιχτά. Ο ήρωας νοσηλεύεται τραυματισμένος, με κάταγμα ωλένης. Είναι η δεύτερη φορά εντός της ιστορίας που βάζει γύψο: την προηγούμενη, η αφήγηση είχε παγώσει και ο ήρωας είχε αποκτήσει χρόνο για να σκεφτεί, να λάβει αποφάσεις, αποφάσεις που τον οδήγησαν ξανά στην ίδια θέση. Στις τελευταίες γραμμές αποκτά ακόμα μια ευκαιρία να κάνει μια νέα αρχή, που αυτή τη φορά υπόσχεται πως θα αξιοποιήσει.
Θα αλλάξει άραγε δρόμο; Ο αναγνώστης, που τον έχει παρακολουθήσει ως εδώ, δεν γνωρίζει με βεβαιότητα. Σαν ο συγγραφέας, όμως, να νεύει θετικά. Όταν αφηγούμαστε ένα γεγονός, μια περιπέτεια, τη χρωματίζουμε, τη νοηματοδοτούμε. Ο Ντίνος Γιώτης, με ενδιαφέρον και ευαισθησία, κατάφερε, στη νουβέλα του, να φωτίσει κάποια από τα σκοτάδια στα οποία βρίσκονται χαμένοι οι νεότεροι. Και τον ευχαριστούμε για αυτό.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ντίνος Γιώτης είναι συγγραφέας. Έχει εργαστεί ως δημοσιογράφος σε αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά.
Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: E-mail (εκδόσεις Πατάκης 2001), Η αναγνώριση του Μάξιμου Ροδομάνου (εκδόσεις Μεταίχμιο 2004), Η Γαλλίδα δασκάλα (εκδόσεις Ψυχογιός 2013), Ο Άγγελος που έχασε τον δρόμο για τον Παράδεισο (εκδόσεις Ψυχογιός 2016) και Club 23.4 (εκδόσεις Βακχικόν 2022). Έχει συμμετάσχει στη συλλογή διηγημάτων Κοκτέιλ Μολότοφ (εκδόσεις Κοχλίας 2003) και έχει γράψει το βιογραφικό βιβλίο για την ποδοσφαιρική ομάδα της Άρτας Αναγέννηση, μια ζωή (2019). Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά.

Για τον κινηματογράφο έχει σκηνοθετήσει το ντοκιμαντέρ «Μια ζωή» (1ο Βραβείο Καλύτερου Ντοκιμαντέρ στο διαγωνιστικό του 12ου Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου Λονδίνου).
Έχει γράψει το αρχικό σενάριο της ταινίας «Ελεύθερη Κατάδυση» (1995) και το σενάριο της ταινίας «E-mail» (2001), σε διασκευή του ομώνυμου βιβλίου του. Για την τηλεόραση έχει γράψει το σενάριο «Ελευθέριος Βενιζέλος» της σειράς Οι μεγάλοι Έλληνες.
Η νουβέλα Αθήνα 2.0 είναι το έβδομο βιβλίο του.

























