
Για τη συλλογή συνεντεύξεων της Μικέλας Χαρτουλάρη «61 πολαρόιντ για την ελληνική περιπέτεια» (εκδ. Πόλις). Εικόνα: Η Γεωργία Τριανταφυλλίδου, η Μικέλα Χαρτουλάρη και ο Κώστας Καραβίδας στην παρουσίαση του βιβλίου στην 22η ΔΕΒΘ.
Γράφει η Γεωργία Τριανταφυλλίδου
Στην παρουσίαση του βιβλίου της Μικέλας Χαρτουλάρη 61 Πολαρόιντ για την ελληνική περιπέτεια (εκδ. Πόλις) που έγινε την Παρασκευή 8 Μαΐου, στις 6μμ, στην αίθουσα Mario Vitti του περιπτέρου 12 στην 22η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης με τη συγγραφέα μίλησαν ο Κώστας Καραβίδας, διδάσκων στο Τμήμα Φιλολογίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και η Γεωργία Τριανταφυλλίδου, ποιήτρια.
Ακολουθούν τα όσα είπε η Γεωργία Τριανταφυλλίδου
Ευχαριστώ τη συγγραφέα Μικέλα Χαρτουλάρη και τον εκδότη Νίκο Γκιώνη για την ευγενική πρόσκληση να βρίσκομαι απόψε εδώ, καθώς και τον υποστηρικτικό Κώστα Καραβίδα στην προσπάθεια να μιλήσουμε από κοινού για ένα βιβλίο το οποίο συνιστά αυτό που ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης θα αποκαλούσε εύστοχα «προικισμένη θεομηνία σελίδων» για την Ελλάδα των πενήντα περίπου χρόνων από την Μεταπολίτευση.
Το 2016 ο μικρός μου γιος τέλειωνε το Λύκειο κι επρόκειτο να εξεταστεί στο μάθημα της Ιστορίας γενικής Παιδείας. Σαν χθες τον ακούω να με ρωτάει: μαμά, τι λες, το οικογενειακό δίκαιο του Παπανδρέου είναι sos; Νόμιζα ότι με κορόιδευε. Τι δουλειά είχε ο Παπανδρέου στο βιβλίο της Ιστορίας; Είμαι πια τόσο μεγάλη; Ακόμα με θυμάμαι να χαίρομαι για την καθιέρωση του πενθήμερου στην πρώτη γυμνασίου, να στενοχωριέμαι που στη δευτέρα έπρεπε να αποχωριστώ την ολοκαίνουργια Tseklenis σχολική ποδιά μου, και στην τρίτη να δυσκολεύομαι να συνηθίσω το μονοτονικό. Θυμάμαι επίσης να συμμετέχω, στο πλαίσιο σχολικής γιορτής, στη χορωδία του Λυκείου, την οποία διηύθυνε η πιο συντηρητική, η πιο αυστηρή φιλόλογος του συλλόγου διδασκόντων και να ξελαρυγγίζομαι κατόπιν δικής της ενθουσιώδους προτροπής: βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιώνα.
Γιατί σας τα λέω όλα αυτά; Το βιβλίο της Μικέλας Χαρτουλάρη 61 πολαρόιντ για την ελληνική περιπέτεια διαθέτει όλη τη ζωντάνια και το θερμουργό πάθος της εξιστόρησης της περιπέτειας του καθενός μας, τοποθετημένης σ’ αυτό που η ίδια αποκαλεί μεγάλη εικόνα. Οι 61 συνομιλίες για θέματα πολιτικής, παιδείας, υγείας, οικονομίας, ιστορίας, δικαιωμάτων και ελευθεριών και και, ταλαντεύονται ανάμεσα στην πίστη στο εθνικό αφήγημα και την ανάγκη να αντιτάξουν την προσωπική, κριτική άποψη απέναντι στον παραλογισμό της επιβολής μιας ταυτότητας διαμέσου της εκμηδένισης του άλλου.
Έτσι, για παράδειγμα, στην πρώτη συνομιλία του τόμου, ο πολιτικός επιστήμονας Ηλίας Νικολακόπουλος σχολιάζει μια χαρά την έκπληξή μου απέναντι στη συμπερίληψη των μεταρρυθμίσεων οικογενειακού δικαίου του Ανδρέα Παπανδρέου στο σχολικό εγχειρίδιο της ιστορίας -ήταν εμβληματική τομή, λέει ο Νικολακόπουλος, και κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει-, αλλά συγχρόνως με κάνει να αναρωτηθώ ποιες θα ήταν σήμερα οι συνέπειες αν η διευθύντρια μιας σχολικής χορωδίας τολμούσε να εντάξει το τραγούδι «στ’ άρματα» στο πρόγραμμα της εθνικής γιορτής. Θα τολμούσε; Κι ας έχει περάσει κοντά μισός αιώνας από την επίσημη και καθολική αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης στη χώρα μας.
Στον λίγο χρόνο που έχω στη διάθεσή μου φυσικά και δεν θα μπορούσα να σας μιλήσω διεξοδικά για ένα βιβλίο 800 σελίδων. Και η Χαρτουλάρη και εσείς είστε πολύ υποψιασμένοι, άρα περπατημένοι στους διαδρόμους της Εκθεσης, για να σας ξεγελάσω με την εκφώνηση ενός ελαφρώς επαυξημένου δελτίου τύπου. Γι’ αυτό είχε σημασία για μένα, ξεκινώντας από μια προσωπική εμπειρία, να τονίσω πρώτο αυτό που εισπράττει ο αναγνώστης ως τελική επίγευση: την αμφισβήτηση ενός κυρίαρχου μοντέλου που θέλει τον κόσμο να αλλάζει γνωρίζοντας όχι μόνο γρήγορες και βίαιες ανατροπές αλλά δημιουργώντας ένα κοινωνικο-οικονομικό πλέγμα που συνεχίζει να εξελίσσεται με επιταχυνόμενη ορμή και που μόνο συμπαρασυρόμενους, λέει, μας διασώζει.
61 «κατασκευαστές» της ελληνικής πραγματικότητας
Τα πρόσωπα που συμμετέχουν στο πολυφωνικό αυτό αφήγημα λίγο πολύ συμφωνούν ότι οι καιροί, παρότι μοντέρνοι, δεν ευνοούν τη χρήση της αυτοπλοήγησης αλλά καθιστούν αναγκαίο τον συνεχή «χειροκίνητο» έλεγχο: την σχολαστική εξέταση και επεξεργασία των δεδομένων, τον έλεγχο της πληροφορίας, την αυστηρή διακρίβωση των πορισμάτων. Οι 61 «κατασκευαστές» της ελληνικής πραγματικότητας, χάρη στον τρόπο με τον οποίο τους προσεγγίζει η Χαρτουλάρη, ούτε ανακρίνονται με δημοσιογραφικό τουπέ ούτε αφήνονται να κολακευτούν στην ιδέα του προβεβλημένου τους ονόματος μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Διαφορετικά, θα είχαμε άλλη μια συνηθισμένη συλλογή συνεντεύξεων από σημαντικούς ανθρώπους που στο καθρέφτη τους κοιτιούνται, μοναχοί τους αγαπιούνται.
Η Χαρτουλάρη δεν υποκινεί την αντίδραση, την εκμαιεύει. Δεν στοχεύει στη φτηνή πολιτικολογία, αλλά αποσκοπεί στην δημοκρατική αφύπνιση. Άλλωστε, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά στην εισαγωγή της, «κεντρικό ζητούμενο ήταν η δημοκρατική θέση και στάση» των συνομιλητών.
Άλλο παράδειγμα. Όταν η ποιήτρια Παυλίνα Μάρβιν λέει ότι η μόνη δυνατότητα να εργαστεί στο δημόσιο τής παρέχεται ως φιλόλογος, που δεν είναι, αλλά όχι ως ιστορικός με διδακτορικό τίτλο που κατέχει ούτε ως θεατροπαιδαγωγός που σφόδρα θα επιθυμούσε, παρά το επιπλέον διδακτορικό από το τμήμα θεατρικών σπουδών και το πρόσθετο πτυχίο από το Εθνικό, τότε η Χαρτουλάρη με κάνει να αμφιβάλλω. Μήπως είναι όλα προσχηματικά. Τι να τον κάνω εγώ τον εκμοντερνισμό των Περσών από τους Γερμανούς, τις παραλλαγμένες Τρωάδες από τους Ιάπωνες, εμβαπτισμένες στην παραδοσιακή κινησιολογία του Καμπούκι και του Νο, τι να τις κάνω τις φιέστες και τα φεστιβάλ όταν το κράτος δεν διακρίνει τα ειλικρινή προσόντα ενός νέου και ορεξάτου ανθρώπου που αγαπάει το θέατρο και θέλει να το υπηρετήσει, αλλά σα να μην έφτανε ένας σκασμός σπουδές πάνω στο αντικείμενο του ενδιαφέροντός του, συγχωρέστε μου την απρεπή έκφραση, του αντιπροβάλλει το αξιοκρατικό κριτήριο: Α, όλα κι όλα Μάρβιν, στην ουρά περιμένουν να διοριστούν ένα σωρό συνομήλικοί σου με θεατρικές σπουδές σε προπτυχιακό επίπεδο.
Ένα πολυφωνικό αφήγημα για τη δημοκρατική αφύπνιση
Η Χαρτουλάρη δεν υποκινεί την αντίδραση, την εκμαιεύει. Δεν στοχεύει στη φτηνή πολιτικολογία, αλλά αποσκοπεί στην δημοκρατική αφύπνιση. Άλλωστε, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά στην εισαγωγή της, «κεντρικό ζητούμενο ήταν η δημοκρατική θέση και στάση» των συνομιλητών. Όπου μέσα στο βιβλίο γίνεται λόγος για παράδοση, λογοτεχνική, εθνική, ιστορική, εβραϊκή, οικογενειακή, σλαβόφωνη ή άλλη, την τιμά και προσδοκά τον κλονισμό των βεβαιοτήτων του ίδιου του αναγνώστη. Ο συνομιλητής της μπορεί να επιδοκιμάζει τον εορτασμό των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση, ανεξάρτητα από τις σκοταδιστικές, ιδεολογικές επιβαρύνσεις, αλλά είμαστε εμείς που θα την επανεγκαταστήσουμε μπροστά μας αποκαθαρμένη, που θα αρχίσουμε να αμφιβάλλουμε για την σκοπιμότητα των τρόπων με τους οποίους μας είχε μεταλαμπαδευθεί.
Η Χαρτουλάρη ξέρει, ούσα επί μακρόν στα δημοσιογραφικά αλώνια και σαλόνια, ότι το οξείδιο της σιωπής καταπολεμάται με την πολυφωνία
Όταν σε κοινωνικό επίπεδο διαπιστώνουμε ότι οι εμφανέστερες αναταραχές οφείλονται σήμερα στην διόγκωση των μεταναστευτικών κυμάτων, δεν γίνεται να μην σκεφτούμε ότι οι χώρες υποδοχής αντιμετωπίζουν προβλήματα επειδή οι τοπικές και περιφερειακές εξελίξεις είναι πολύ διαφορετικές απ’ ό,τι στο παρελθόν. Με την κατάρρευση των παλαιών δομών και τους συνεχείς πολέμους, ο μετανάστης, ο πρόσφυγας, υπό μία έννοια εγκαταλείπονται στην τύχη τους, η οποία με τη σειρά της εξαρτάται από τις πολιτικές επιλογές των ανθρώπων που αναλαμβάνουν την φιλοξενία τους. Η Χαρτουλάρη ξέρει, ούσα επί μακρόν στα δημοσιογραφικά αλώνια και σαλόνια, ότι το οξείδιο της σιωπής καταπολεμάται με την πολυφωνία, ότι η στοχευμένη συνέντευξη (βλ. αποστολή ερωτήσεων και ακόλουθη παραλαβή απαντήσεων) μπορεί μεν να προλάβει παρερμηνείες ή να αποτρέψει παρανοήσεις, αλλά στερεί τον αναγνώστη από την πιθανότητα μιας λοξοδρόμησης της κουβέντας «σε μονοπάτια πιο άγνωστα ή πιο ευαίσθητα» από εκείνα που η ίδια είχε προτείνει.
Δανείζομαι τα λόγια της και σπεύδω να ονομάσω το βιβλίο πολυφωνικό αφήγημα, απαγκίστρωση από την επικαιρότητα, ευρεία θεματική ακτίνα, άνοιγμα στον ευρυγώνιο φακό, επαναφεύρεση του κόσμου, πινακοθήκη δυναμικών πορτρέτων, λοξή πατριδογνωσία, ξενάγηση στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, παράθυρο προς την αυτογνωσία, εργαλείο για την «ανιστόρητη» νεολαία, πολυπρισματικη εικόνα κι εδώ δεν αντέχω να μην συμπληρώσω, κάτι σαν το πολλαπλό είδωλο μιας xώρας στα κρύσταλλα των Βαλκανίων, της Μεσογείου, της Ευρώπης.
Από τη μια, έχουμε όλες αυτές τις ερωτήσεις που θαρρείς «αιωρούνται», από την άλλη τη διατήρηση του προσωπικού ύφους του κάθε συνομιλητή που είναι τις περισσότερες φορές και το συγγραφικό του.
Βρίσκομαι απόψε εδώ ως ποιήτρια. Ξέρετε, είναι αμήχανο να αυτοπροσδιορίζεται κάποιος με μια ιδιότητα που συνήθως μόνο ο χρόνος μπορεί να του αποδώσει. Ας πούμε λοιπόν ότι είμαι εθισμένη να σκέφτομαι με λογοτεχνικούς όρους κι έτσι σκοπεύω να κλείσω αυτή την ατελή εισήγηση: με μια τολμηρή αλλά όχι ατεκμηρίωτη τοποθέτηση. Το βιβλίο 61 πολαρόιντ για την ελληνική πραγματικότητα της Μικέλας Χαρτουλάρη και των εκδόσεων Πόλις διαβάζεται και ως λογοτεχνία. Διότι δεν είναι σημαντικά μόνο τα λόγια των συνομιλητών, αλλά και ο τρόπος που επιλέγει να τα παρουσιάσει η συγγραφέας. Και μπορεί να ακούγεται τετριμμένος, αλλά εξακολουθεί να είναι ο πιο ακλόνητος ορισμός: στη λογοτεχνία, σημασία έχει όχι μόνο το τι «λέγεται» αλλά και το «πώς λέγεται». Από τη μια, έχουμε όλες αυτές τις ερωτήσεις που θαρρείς «αιωρούνται», από την άλλη τη διατήρηση του προσωπικού ύφους του κάθε συνομιλητή που είναι τις περισσότερες φορές και το συγγραφικό του. Κι ενώ η Χαρτουλάρη σβήνει διακριτικά τη φωνή της μέσα στην ξένη φωνή, έχει επεξεργαστεί τόσο εμπνευσμένα τον εναγκαλισμό, τη διακριτή αλλά όχι θορυβώδη διφωνία ώστε τελικά αυτό που διαβάζουμε να είμαστε εμείς οι ίδιοι μέσα στους άλλους. Άραγε ποιοι είμαστε εμείς:
Σε ποια κατηγορία ερπετών ανήκουμε
πρόθυμοι κάθε στιγμή να δυιλίσουμε το ανθρώπινο κτήνος,
με δάφνες στα χέρια για τους «ηρωικώς» πεσόντες,
φτηνά εκστατικοί μπροστά σε πινακίδες ηθοπλαστικές
«ο ελληνοχριστιανικός πολιτισμός»
«Πατρίδα-θρησκεία-οικογένεια»
εμείς οι ίδιοι που το βράδυ εκλιπαρούμε
ένα βαρύ χασάπικο της γειτονιάς
και δυο γοφούς να ασχημονούν στην ηθική της μέρας;
Το ποίημα γράφτηκε στη Θεσσαλονίκη από έναν άγνωστο στο ευρύ κοινό τεθνεώτα Καβαλιώτη ποιητή, τον Δημήτρη Παπαράλλη, πριν από 65 χρόνια.
*Η ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ είναι ποιήτρια.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Μικέλα Χαρτουλάρη γεννήθηκε το 1958 στην Αθήνα. Είναι δημοσιογράφος, πτυχιούχος της Νομικής Αθηνών, με δίπλωμα και μεταπτυχιακό τίτλο στα ΜΜΕ από το Γαλλικό Ινστιτούτο Τύπου (Institut Français de Presse) του Πανεπιστημίου Paris II. Ξεκίνησε τη δημοσιογραφική διαδρομή της από το πολιτικό περιοδικό Αντί, και συνέχισε στα Νέα, όπου εργάστηκε για 29 χρόνια με ειδίκευση στην πολιτισμική πολιτική (γράμματα, κινηματογράφος, αρχαιολογία, ρεπορτάζ Υπουργείου Πολιτισμού, πολιτική βιβλίου).

Στα Νέα, σχεδίασε και εμψύχωσε (2000-2012) το «Βιβλιοδρόμιο», ένα από τα πλέον παρεμβατικά και επιτυχημένα εβδομαδιαία ένθετα για το βιβλίο. Κατά την περίοδο 2006-2013, από κοινού με τον Ανταίο Χρυσοστομίδη, παρουσίαζε συνεντεύξεις κορυφαίων συγγραφέων της διεθνούς λογοτεχνικής σκηνής στα ντοκιμαντέρ της τηλεοπτικής σειράς της ΕΤ1 «Οι Κεραίες της Εποχής μας». Σήμερα συνεργάζεται με την Εφημερίδα των Συντακτών και την Εποχή.
Έχει συμμετάσχει σε αγγλόγλωσσες και γερμανόγλωσσες εκδόσεις με δοκίμια για το πολιτισμικό προφίλ της Ελλάδας.























